Reviews Donnie Darko

12 Απριλίου 2020 |

0

Donnie Darko

Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Κέλι

Παίζουν: Τζέικ Τζίλενχααλ, Τζένα Μαλόουν, Ντρου Μπάριμορ, Πάτρικ Σουέιζι

Διάρκεια: 113′

Πρωτίστως και υπεράνω όλων, ένας ευφάνταστος ύμνος στη διαχρονική γοητεία και στην αιωνίως αυτοκαταστροφική φύση του εφηβικού angst. Μια έννοια ιερή και αυθύπαρκτη, που δεν αποδομείται στα πεταχτά, στον βωμό μιας προδιαγεγραμμένης «ενηλικίωσης». Εν προκειμένω, το νεανικό malaise ορθώνεται ως η τελευταία σανίδα σωτηρίας για ένα κόσμο που βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια προς την καταστροφή.

Έπειτα, μια περιπαικτική νότα αποθέωσης της παράνοιας που φυτρώνει σχεδόν αξιωματικά στην -τόσο τυπικά αμερικάνικη- suburbia ευδαιμονία. Τα καλοβαλμένα σπιτάκια με το γκαζόν, τα βλέμματα που παραμερίζουν τις κουρτίνες σε κάθε υπόνοια παρέκκλισης, η εξοργιστικά εύρυθμη λειτουργία που κρύβει μέσα της μόνο τη λαχτάρα για απορρύθμιση και τίποτα άλλο.

Παράλληλα, μια σαρδόνια επίθεση στη μούχλα του Ρηγκανισμού, που είχε βάλει στον γύψο κάθε νεανική επαναστατικότητα στη δύσκαμπτη δεκαετία των 80s. Διόλου τυχαία, στην εναρκτήρια σκηνή η αδερφή του βασικού πρωταγωνιστή ανακοινώνει γεμάτη αποφασιστικότητα στο οικογενειακό τραπέζι πως θα ψηφίζει τον Μάικλ Δουκάκης στις προεδρικές εκλογές του 1988 (εντέλει ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος ήταν αυτός που πήρε τη σκυτάλη από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν [όπως προφέρεται κανονικά]) ως έμπρακτο δείγμα αμφισβήτησης του συντηρητικού status quo της εποχής. Ο ήρωάς μας, όμως, έχει άλλες επαναστάσεις κατά νου. Μακριά από μανιχαϊστικούς διδακτισμούς και καταναγκαστικά δίπολα.

Το Donnie Darko βγήκε στις αίθουσες ένα μήνα μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και, όπως αναμένετο, πέρασε παντελώς απαρατήρητο. Στο πέρας του χρόνου, παρασημοφορήθηκε με την θαυματοποιό ταμπέλα του cult και σάρωσε στις ενοικιάσεις DVD, αποκτώντας ορδές από πιστούς και φανατικούς θαυμαστές. Παρόλα αυτά, η καριέρα του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Κέλι δεν μπόρεσε ποτέ να απογειωθεί, ακολουθώντας θαρρείς αντιστρόφως ανάλογη πορεία με τη σταδιοδρομία του πρωταγωνιστή Τζέικ Τζίλενχααλ, για τον οποίο το Donnie Darko υπήρξε ο πρώτος βατήρας εκτόξευσης.

Ο Κέλι, τρία χρόνια αργότερα, βίωσε το απόλυτο Βατερλώ με το επικών διαστάσεων (και εξίσου επικής παλαβομάρας) Southland Tales, το οποίο κατακρεουργήθηκε στις Κάννες και εξοστρακίστηκε από τις αίθουσες, ενώ το The Box (2009) πέρασε και δεν ακούμπησε. Ο Κέλι, σχεδόν μια 20ετία μετά την ταινία που τον έκανε (εντέλει) διάσημο, ακόμη αναζητεί χρηματοδότηση για το τέταρτο πόνημα της καριέρας του…

Το μυστηριώδες και ακατάταχτο Donnie Darko, με φωτογραφία πηχτή και αδιαπέραστη, με τη λάμψη της παράκρουσης στα μάτια και με μυαλωμένες ριπές σαρκαστικού χιούμορ να απαλύνουν το τεταμένο κλίμα, προβάλλει ως το σημείο διασταύρωσης ανάμεσα σε συναρπαστικά ετερόκλητες πηγές έμπνευσης: α) τα εφιαλτικά οράματα του Ντέιβιντ Λιντς (γνωστή η εμμονή του Λιντς με τους λαγούς, εξάλλου), που ξεκλειδώνουν τα σκοτεινά λαγούμια του υποσυνείδητου, β) τη μελαγχολική αποδόμηση του Αμερικάνικου Ονείρου, σαν μια «πειραγμένη» εκδοχή του American Beauty, γ) την άνευ όρων αγάπη για την pop κληρονομιά των 80s, με βασικά σημεία αναφοράς τον Στίβεν Κινγκ και τον Στίβεν Σπίλμπεργκ (δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια προτού παρουσιαστεί αυτό το trend ως μέγιστη πρωτοτυπία από το Stranger Things, θα τολμούσαμε να προσθέσουμε), δ) ένα γλυκό κλείσιμο ματιού τόσο στον κόσμο των κόμικ όσο και στη sci-fi παρακαταθήκη του αμερικάνικου σινεμά.

Το ημερολόγιο, λοιπόν, γράφει 2 Οκτωβρίου 1988, όταν μια αδέσποτη μηχανή αεροσκάφους προσγειώνεται σαν ξέμπαρκος μετεωρίτης σε ένα υπνοδωμάτιο, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ήρωάς μας γλυτώνει (;) τον βέβαιο θάνατο χάρη στην υπνοβασία του, η οποία τον οδηγεί σε ασφαλή μονοπάτια (ειρωνικότατα, στο γήπεδο γκολφ της μικρής πόλης, σύμβολο μιας εστέτ καλοπέρασης που ταιριάζει γάντι στη suburbia ψευδαίσθηση) τη στιγμή του ουρανοκατέβατου ατυχήματος.

Ο Donnie Darko, με αυτό το ξεκούδουνο και εύηχο όνομα που παραπέμπει σε σκοτεινής προέλευσης σούπερ-ήρωα, όχι απλώς πληροί τον άγραφο ορισμό του προβληματικού και διαταραγμένου εφήβου, αλλά προσθέτει και λίγη εξτρά γαρνιτούρα, αποφεύγοντας μάλιστα τα πολύ προφανή κλισέ. Ο Donnie Darko δεν είναι ελαττωματικό προϊόν ενός νοσηρού και αποτρόπαιου οικογενειακού περιβάλλοντος (στην ερώτηση «πώς νιώθεις που έχεις έναν τρελάρα για γιο;», η απάντηση της ψύχραιμης μητέρας είναι «νιώθω υπέροχα»), και παρά την εμφατική έλλειψη κοινωνικών αντανακλαστικών, εμφανίζεται στο διάβα του μια κοπέλα που τον βρίσκει ολωσδιόλου ακαταμάχητο.

Ο Donnie Darko λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή εξαιτίας των σχιζοφρενικών κρίσεων που τον καταβάλλουν συχνά-πυκνά, βρίσκεται σε μόνιμη κόντρα με κάθε φορέα καταπίεσης και αυταρχισμού, ενώ το μυαλό του έχει κυριευτεί από δύο εμμονές: α) τη μανιώδη μελέτη των θεωριών που υποστηρίζουν ότι το ταξίδι στον χωροχρόνο είναι απολύτως εφικτό, με έμφαση στις σκουληκότρυπες, μια θεωρητική κατασκευή που λειτουργεί ως «σήραγγα» ενώνοντας δύο απομακρυσμένα σημεία στο πλέγμα του χρόνου και β) την αχώριστη (και όχι τόσο αληθινή) συντροφιά του Frank, που έχει τη μορφή ενός τρομακτικού και μεγαλόσωμου λαγού, με αστραφτερά μάτια που παραπέμπουν σε φιγούρα video game, κοφτερά δόντια και φωνή ρομποτική, η οποία αρθρώνει μηχανικά μια δυσοίωνη προφητεία. Σε 24 μέρες, 6 ώρες, 42 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα, ο κόσμος θα καταστραφεί. Οι κόκκοι στην κλεψύδρα λιγοστεύουν δραματικά και οι συνεχείς προειδοποιήσεις δημιουργούν μια αίσθηση κατεπείγοντος.

Η σχεδόν σατανική φιγούρα του λαγού, που παρακινεί τον Donnie Darko σε βίαιες πράξεις και παραβατικές συμπεριφορές, δεν εμπίπτει σε καμία από τις γνωστές κατηγορίες, ανεξάρτητα αν η λύτρωση του ήρωα (προφανώς) περνά μέσα από την εξολόθρευσή της. Ο Frank δεν είναι ο πατροπαράδοτος επινοημένος φίλος με ρόλο προστάτη και συνοδοιπόρου, δεν είναι κάποιο μάταιο υποκατάστατο της μοναξιάς, αλλά ούτε και μια μονοδιάστατη και εχθρική παρουσία, που καταλαμβάνει τις αισθήσεις του ήρωα σαν κακόβουλο πνεύμα.

Το μόνο βέβαιο είναι πως, όπως κάθε φιγούρα που πλάθεται στα δαιδαλώδη μονοπάτια του ανθρώπινου μυαλού, όχι απλώς παρεμβαίνει στην πραγματικότητα, αλλά καταλήγει να την υποσκελίζει. Γεγονός διόλου εξωφρενικό, αλλά απόλυτα λογικό, από τη στιγμή που κάθε τέτοια επινόηση ενσαρκώνει τους φόβους, τις ανασφάλειες, τις ενοχές και τις ντροπές που φωλιάζουν μέσα μας αλλά δεν βρίσκουν ποτέ τον τρόπο να αναδυθούν στην επιφάνεια.

Σε καμία στιγμή, κι ενώ το μυστήριο πυκνώνει με τρόπο αβίαστα συναρπαστικό, δεν είναι πέρα για πέρα ξεκάθαρο αν αυτός που απειλείται με αφανισμό είναι ο κόσμος εν γένει ή ο (ψυχικός) κόσμος του Donnie Darko κατ’ αποκλειστικότητα. Η ταινία, πεισματικά και ευφυώς, αρνείται να μπει στη διαδικασία διαχωρισμού ανάμεσα στα δύο αυτά σενάρια, καθώς ο ναρκισιστικός σολιψισμός της εφηβείας συμπορεύεται με μία μεγαλειώδη ενσυναίσθηση, ικανή να πυροδοτήσει την πιο ολοκληρωτική θυσία.

Άλλωστε, η αγιάτρευτη κατάθλιψη που βασανίζει τα σωθικά του DD δεν είναι ξέχωρη από τη συλλογική κατάπτωση μιας αμήχανης και ανήμπορης εποχής. Κι ο ήρωάς μας, απελπιστικά γενναίος σε έναν κόσμο αδρανοποιημένο, αποκρυσταλλώνει το νόημα της ύπαρξής του σε έναν από τους στίχους του Mad World που δεσπόζει στο (καταπληκτικό, με την έννοια της οργανικής συμβολής στην αφήγηση, όχι ως αδέσποτη συρραφή ωραίων τραγουδιών) soundtrack της ταινίας: the dreams in which I’m dying are the best I’ve ever had.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑