Tributes&Trivia Oscars 2013 : They’re gone, baby, gone…

25 Φεβρουαρίου 2013 |

0

Oscars 2013 : They’re gone, baby, gone…

Τι αξιοσημείωτο συνέβη στη χθεσινή τελετή απονομής των Βραβείων Όσκαρ; Όχι και πολλά, αλλά σίγουρα μία ιεροσυλία. Η Μισέλ Ομπάμα ανακοίνωσε τη βράβευση του «Argo» σε ζωντανή σύνδεση από τον Λευκό Οίκο, ενώ βρισκόταν επί σκηνής ο Τζακ Νίκολσον, ο οποίος κανονικά θα έπρεπε να της πει να πάψει επιτέλους και να ανακοινώσει τον νικητή ο ίδιος. Κατά τα λοιπά, η Τζένιφερ Λόρενς πήγε να σκοτωθεί ανεβαίνοντας να παραλάβει το αγαλματίδιό της. Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις κέρδισε για τρίτη φορά το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, γινόμενος ο πρώτος ηθοποιός στην ιστορία του θεσμού που επιτυγχάνει αυτό το κατόρθωμα. Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια για να τιμηθεί μία ταινία με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, χωρίς όμως να πάρει πακέτο και αυτό της Σκηνοθεσίας. Η τελευταία φορά που συνέβη κάτι ανάλογο ήταν το 1990 και η ταινία που το υπέστη ήταν το «Driving Miss Daisy». Φαντάζομαι πως ο Μπεν Άφλεκ θα πήρε τηλέφωνο αμέσως μετά τη λήξη της τελετής τον Μπρους Μπέρεσφορντ, σκηνοθέτη του «Driving Miss Daisy», για να κράξουν παρέα τον θεσμό. Ο Κριστόφ Βαλτς νομίζω πως έχει βρει τι θα κάνει στην υπόλοιπη καριέρα του. Θα υποδύεται τον Β’ ανδρικό χαρακτήρα γερμανικής καταγωγής σε ταινίες του Κουέντιν Ταραντίνο. Εγγυημένο Όσκαρ, έχοντας ήδη 2/2, μετά το χθεσινό και αυτό που είχε παραλάβει για την ερμηνεία του στο «Inglourious Basterds».

Ας προχωρήσουμε όμως στα βραβεία:

Καλύτερη ταινία: «Επιχείρηση: Argo»
Ά Ανδρικός Ρόλος: Ντάνιελ Ντέι Λιούις, «Λίνκολν»
Ά Γυναικείος Ρόλος: Τζένιφερ Λόρενς, «Οδηγός Αισιοδοξίας»
Β’ Ανδρικός Ρόλος: Κρίστοφ Βαλτς, «Django ο Τιμωρός»
Β’ Γυναικείος Ρόλος: Αν Χάθαγουεϊ, «Οι Άθλιοι»
Σκηνοθεσία: Ανγκ Λι, «Η Ζωή του Πι»
Πρωτότυπο Σενάριο: Κουέντιν Ταραντίνο, «Django ο Τιμωρός»
Διασκευασμένο Σενάριο: Κρις Τέριο, “Επιχείρηση: Argo”
Ξενόγλωσση Ταινία: «Αγάπη» (Αυστρία)
Καλύτερη Φωτογραφία: Κλαούντιο Μιράντα, «Η Ζωή του Πι»
Καλύτερο Μοντάζ: Γουίλιαμ Γκόλντενμπεργκ, «Επιχείρηση: Argo»
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Ρικ Κάρτερ και Τζιμ Έρικσον, «Λίνκολν»
Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων: «Brave» (Pixar)
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ: «Searching for Sugar Man»
Καλύτερο Ντοκιμαντέρ Μικρού Μήκους: «Inocente»
Καλύτερη Ταινία Κινούμενων Σχεδίων Μικρού Μήκους: «Paperman»
Καλύτερη Ταινία Μικρού Μήκους: «Curfew»
Καλύτερα Κοστούμια: Ζακλίν Ντουράν, «Άννα Καρένινα»
Καλύτερο Μακιγιάζ: Λίσα Γουέστκοτ και Τζούλι Ντάρτνελ, «Οι Άθλιοι»
Καλύτερη Μουσική: Μίκαελ Ντάνα, «Η Ζωή του Πι»
Καλύτερο Τραγούδι: «Skyfall», για το… «Skyfall»
Καλύτερος Μιξάζ Ήχου: Άντι Νέλσον, Μαρκ Πάτερσον και Σάιμον Χέιζ, «Οι Άθλιοι»
Καλύτερο Μοντάζ Ηχητικών Εφέ: υπήρξε ισοβαθμία σε αυτή την κατηγορία. Το Όσκαρ μοιράστηκαν οι Περ Χόλμπεργκ και Κάρεν Μπέικερ Λάντερς, για το «Skyfall» με τον Πολ Ν.Τζ. Ότοσον για το “Zero Dark Thirty”.
Καλύτερα Οπτικά Εφέ: Μπιλ Γουεστενχόφερ, Γκιγιόμ Ροσρόν, Έρικ-Γιαν Ντε Μπόερ και Ντόναλντ Ρ.Έλιοτ, «Η Ζωή του Πι»

Κλείνουμε με το κείμενο που είχαμε γράψει για την ταινία που εν τέλει τιμήθηκε με το πολυπόθητο αγαλματίδιο.

ARGO

Σκηνοθεσία: Μπεν Άφλεκ

Παίζουν: Μπεν Άφλεκ, Άλαν Άρκιν, Τζον Γκούντμαν, Μπράιαν Κράνστον

Διάρκεια: 120’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Επιχείρηση: Argo»

Τεχεράνη, 4 Νοεμβρίου 1979. Ιρανοί φοιτητές καταλαμβάνουν την αμερικανική πρεσβεία και κρατούν 52 Αμερικανούς σε καθεστώς ομηρίας μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 1980. Επτά μήνες νωρίτερα, το Ιράν έχει ήδη καταστεί και επίσημα Ισλαμική Δημοκρατία, μετά την επικράτηση της θεοκρατικής επανάσταση του Αγιατολάχ Χομεϊνί, η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί που βασίλευσε στο Ιράν από το 1941 ως το 1979. Το μοναδικό του διάλειμμα από την εξουσία όλο αυτόν τον καιρό υπήρξε η διετία 1951 – 1953, όταν διετέλεσε πρωθυπουργός ο Μοχάμεντ Μοσαντέκ, με τον οποίο συγκρούστηκε πολιτικά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Η επάνοδος του Σάχη στην εξουσία ενορχηστρώθηκε μέσα το πραξικόπημα με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Αίας», του οποίου την οργάνωση έχουν αναγνωρίσει δημοσίως οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Ο κυριότερος λόγος για την εκπόνηση σχεδίου ανατροπής του Μοσαντέκ ήταν η εθνικοποίηση των ιρανικών πετρελαίων στην οποία είχε προβεί, γεγονός εξαιρετικά ζημιογόνο για τις βρετανικές και αμερικάνικες πετρελαϊκές εταιρίες. Παρά το γεγονός ότι η ομηρία έληξε χωρίς θύματα, το όλο συμβάν θεωρήθηκε διπλωματική ήττα του τότε Προέδρου των ΗΠΑ Τζον Κάρτερ, ο οποίος κατηγορήθηκε για έλλειμμα δυναμισμού στη διαχείριση της κρίσης.

Οι όμηροι, όπως αναφέρεται και λίγο πιο πάνω, ήταν 52. Το πιο πιπεράτο στην όλη ιστορία όμως είναι πως θα έπρεπε κανονικά να είναι 58 και αυτό διότι έξι από τους εργαζόμενους στην πρεσβεία διέφυγαν εν μέσω χάους και βρήκαν καταφύγιο στην οικία του Καναδού πρέσβη. Το σχέδιο διάσωσης που επελέγη από τις μυστικές αμερικάνικες υπηρεσίες είναι μοναδικό στο είδος του και κατά βάση στηρίχτηκε σε ένα πανίσχυρο όπλο: τη μαγεία του σινεμά. Τα αρχεία που ρίχνουν φως στο όλο σκηνικό αποχαρακτηρίστηκαν από τον Κλίντον το 1997 και αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την ιστορία που μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ο Μπεν Άφλεκ, στην τρίτη του ταινία. Πιασάρικο το θέμα, προσεγμένοι οι σκηνοθετικοί χειρισμοί και οι δύο Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερη Ταινία και Σκηνοθεσία) και οι επτά οσκαρικές υποψηφιότητες είναι η ανταμοιβή. Εν ολίγοις, πρόκειται για μία ταινία που τουλάχιστον στην Αμερική θα λατρευτεί ως δείγμα σκεπτόμενου κινηματογράφου που συνδυάζει το εμπορικό με το καλλιτεχνικό στοιχείο. Τι ισχύει τελικά στην περίπτωση του «Argo»;

Ο Άφλεκ καταρχήν στήνει ένα διασκεδαστικό παιχνίδι με πρωταγωνιστή το ίδιο το σινεμά, το οποίο διατρέχει ολόκληρο τον σκελετό της ταινίας και βρίσκει την κορύφωσή του περίπου στα μέσα της ταινίας. Το σινεμά ως δίοδος διαφυγής και έξοδος κινδύνου, το σινεμά ως κρυφό και έσχατο όπλο στα χέρια των μυστικών υπηρεσιών. Το σινεμά που κάνει τις αντιστάσεις να υποχωρούν ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες. Το σινεμά, το πιο καλοφτιαγμένο και όμορφο ίσως ανθρώπινο ψέμα, τούτη τη φορά καλείται να βάλει τα δυνατά του. Θα ξεγελάσει όχι μόνο ένα καθεστώς, αλλά και στην ουσία τον ίδιο του τον εαυτό. Μία υποτιθέμενη ταινία που πρέπει να φανεί ταινία, παραπλανώντας ακόμη και τους μετρ του ψέματος, τη χολιγουντιανή κλίκα. Το σημείο της πλοκής, όπου το επίκεντρο μετατοπίζεται από το πολιτικό φόντο και μεταφέρεται στην κατασκευή του ψέματος είναι το πιο ιντριγκαδόρικο. Οι Τζον Γκούντμαν και Άλαν Άρκιν βρίσκουν ανοιχτό γήπεδο μπροστά τους και απλώς παίζουν μπάλα. Το Χόλιγουντ ήταν ανέκαθεν η βαριά βιομηχανία ψευδαισθήσεων, μοιάζει να μας λέει ο Άφλεκ, επομένως ουδείς καταλληλότερος to get the job done.

Δεύτερο θετικό στοιχείο, το γεγονός ότι ο Άφλεκ επιχειρεί να αποδώσει, κατορθώνοντάς το μάλιστα σε ικανοποιητικό βαθμό, τον δέοντα σεβασμό στο good old αμερικάνικο πολιτικό φιλμ περασμένων δεκαετιών. Εικόνα και αισθητική που μοιάζουν με το αρχειακό υλικό που παρεμβάλλει για να αποδώσει το κλίμα της εποχής. Συν τοις άλλοις, μια κλιμακούμενη ένταση που απορρέει κυρίως από την κατάσταση και τις συνθήκες και όχι από μεμονωμένα γεγονότα ή αιφνιδιαστικές εκπλήξεις. Ένα ζόρικο θέμα στο χτίσιμο της κατάλληλης ατμόσφαιρας σαφώς και ήταν η χαρακτηρολογία, η οποία εμφάνισε πολλά θετικά αλλά και διάφορα αδύνατα σημεία. Από τη μία, παρέλαση πολλών χαρακτήρων που δεν αποπνέει σύγχυση, επίτευγμα αρκετά δύσκολο, από την άλλη αποφυγή διείσδυσης στα ενδότερα της ψυχολογίας των κυρίως ηρώων, των ομήρων. Αφενός, ένας γοητευτικά δομημένος κεντρικός χαρακτήρας που γίνεται ο απόλυτος ήρωας χωρίς να δείρει, να σκοτώσει ή να απειλήσει κανέναν. Αφετέρου, ένας κεντρικός χαρακτήρας τον οποίο, τρόπον τινά, αγαπάει υπερβολικά ο Άφλεκ καθώς τον ενσαρκώνει και δεν καταφέρνει να αποδώσει τις, κατά πάσα πιθανότητα σαγηνευτικές, διφορούμενες πτυχές του.

Από εκεί και έπειτα, υπάρχουν και μπόλικες αστοχίες στην ταινία. Όπως το εναρκτήριο ταχύρρυθμο μάθημα ιρανικής ιστορία για αρχαρίους. Θα μου πείτε ότι και το κείμενο που διαβάζετε κάπως έτσι ξεκινά. Θα σας απαντήσω το προφανές, ότι άλλο ένα κειμενάκι που μιλάει για την ταινία και άλλο μία μεγαλεπήβολη καλλιτεχνική και εμπορική δημιουργία. Εφόσον θεωρείται αναγκαίο να διευκρινιστούν και να ειπωθούν κάποια πράγματα στην ταινία, το ζητούμενο είναι να ενταχθούν ή υπονοηθούν κατά τρόπο οργανικό και λειτουργικό στον κορμό της ταινίας. Όχι να ανακοινωθούν στα πεταχτά στην αρχή για να αποκλειστεί μία πιθανή έλλειψη σύγχυσης τυχών αδαών θεατών. Δεύτερον, ένα φινάλε που ακυρώνει την ατμόσφαιρα που έχει επιμελώς χτιστεί σε ολόκληρη την ταινία. Από παιχνίδι αναμονής, υπομονής και αμφιβολίας, ξάφνου πηγαίνουμε σε ένα μπαράζ φτηνών κλιμακώσεων, όπου οι ήρωές μας γλυτώνουν για το τελευταίο τέταρτο συνεχώς στο παρατσάφ. Επίσης, ας ενημερώσει κάποιος τον συμπαθή Μπεν πως όταν θέλει ένα καθεστώς να εμποδίσει την απογείωση ενός αεροπλάνου, απλώς δίνει σήμα στον πύργο ελέγχου να μην δώσει το πράσινο φως για απογείωση, δεν κυνηγά το αεροπλάνο με αμάξια στον αεροδιάδρομο την ώρα που απογειώνεται… Τρίτον, ο Άφλεκ επιθυμεί να αποφύγει μία αντί-κινηματογραφική ψυχροπολεμική χροιά και μπράβο του. Ανά στιγμές όμως, το επιδιώκει κάπως πρόχειρα, με ξέμπαρκες ατάκες αυτοκριτικής που δεν δείχνουν να κολλάνε οπουδήποτε εκείνη τη στιγμή. Συμπερασματικά, η ταινία ικανοποιεί χωρίς να συναρπάσει, ηρωοποιεί χωρίς να καθαγιάζει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑