The Red Shoes

Σκηνοθεσία: Μάικλ Πάουελ – Έμεριχ Πρεσμπέργκερ

Παίζουν: Μόιρα Σίρερ, Άντον Γουόλμπρουκ, Μάριους Γκέρινγκ

Διάρκεια: 133’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Τα κόκκινα παπούτσια»

Έτος παραγωγής: 1948

Αν ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ζούσε το 1948, κατά πάσα πιθανότητα θα είχε δώσει την προσωπική του ευλογία στους σκηνοθέτες Μάικλ Πάουελ και Έμεριχ Πρεσμπέργκερ για την κινηματογραφική μεταφορά ενός από τα ομορφότερα παραμύθια του. Το προαναφερθέν φοβερό και τρομερό σκηνοθετικό δίδυμο, γνωστό με την επωνυμία «The Archers», δεν παρέλειψε πάντως να αποτίσει τον δέοντα φόρο τιμής στον μέγιστο Δανό παραμυθά, τόσο στο άνοιγμα όσο και στο κλείσιμο της ταινίας.

Επιπλέον, τα κόκκινα παπούτσια που σχεδίασαν επί οθόνης έχουν υπάρξει, μακράν του δευτέρου, το διασημότερο ζευγάρι υποδημάτων στην ιστορία του σινεμά. Με αυτή την άποψη δείχνει να συμφωνεί εξάλλου και ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος τα έχει συμπεριλάβει στο προσωπικό του Top – 5 ταινιών από καταβολής κινηματογράφου, ενώ μάλιστα πρωτοστάτησε και στη διαδικασία πλήρους αποκατάστασης της κόπιας της ταινίας. Τι το τόσο ξεχωριστό λοιπόν έχουν αυτά τα κόκκινα παπούτσια; Δεν είναι καν γόβες Manolo Blahnik από δέρμα κροκοδείλου, οι οποίες, απ’ ότι διάβασα, κοστίζουν το ευτελές ποσό των 3.335 ευρώ.

Η απάντηση που ψάχνουμε δεν μπορεί να δοθεί αποκλειστικά με κινηματογραφικούς όρους. Δεν έγκειται ας πούμε στη θαυμαστή αφηγηματική οικονομία, η οποία διαλέγει πότε και πώς να μας πει τα όσα χρειάζεται να ξέρουμε. Δεν περιορίζεται στο υπαινικτικό και ταυτόχρονα μεγαλειώδες σχήμα του χορού, ο οποίος από φορέας του μύθου μετατρέπεται σταδιακά στο όχημα που μας ξεναγεί στη γλυκόπικρη ιστορία. Δεν εντοπίζεται καν στην παλέτα του τεχνικόλορ που έζησε μία από τις πιο θρυλικές της στιγμές στην ιστορία αυτής της τέχνης. Πράγματι, το τεχνικόλορ είναι τόσο λαμπερό που το χρώμα μοιάζει να ξεπηδά από την οθόνη, γεμάτο αισθαντικότητα, έτοιμο να μας πιτσιλήσει. Σίγουρα πάντως, η απάντησή μας δεν μπορεί να στριμωχτεί στη μάλλον μελοδραματική και πλέον ολίγον out of date ερωτική ιστορία της ανδρικής μονομαχίας για τα μάτια μιας γυναίκας.

Όλα τα παραπάνω όμορφα και ωραία δεν θα σήμαιναν τίποτα χωρίς το μυστικό συστατικό του πάθους. Διότι κάθε πλάνο και κάθε κάδρο είναι εμποτισμένα με πάθος που γυαλίζει σαν τα αστραφτερά κόκκινα παπούτσια. Ένα πάθος απλό στη σύλληψή του αλλά έντονο σαν αίμα που τρέχει από μία πληγή. Τόσο συσσωρευμένο πάθος κάπου πρέπει να εκτονωθεί και η δεκαπεντάλεπτη σκηνή του μπαλέτου προσφέρει τον λυτρωτικό οργασμό. Προηγήθηκαν φυσικά τα απαραίτητα και εξαντλητικά προκαταρκτικά, καθότι για τη διάσημη αυτή σκηνή χρειάστηκαν έξι εβδομάδες γυρισμάτων, ενώ χρησιμοποιήθηκαν 120 πίνακες που φιλοτεχνήθηκαν από τον ζωγράφο και παράλληλα καλλιτεχνικό διευθυντή της ταινίας, Χάιν Χέκροθ! (Ευτυχώς η ταινία απέσπασε το Όσκαρ Σκηνικών, γιατί σε αντίθετη περίπτωση ο κύριος Χέκροθ μάλλον θα είχε υποστεί ακαριαίο εγκεφαλικό.)

Επί της ουσίας, το ερωτικό τρίγωνο που φαινομενικά κυριαρχεί στην πλοκή είναι προσχηματικό και αποτελεί μονάχα την αφορμή για να θιχτούν bigger than life έννοιες και καταστάσεις. Η ζωή και η απατηλή αναπαράστασή της μέσω της τέχνης στήνουν μία απελπισμένη κούρσα, όπου η λήξη και η αφετηρία θα διαδέχονται αιώνια η μία την άλλη. Το μαρτυρά και το παράλληλο μοντάζ του γκραν φινάλε. Η μεθυστική γεύση της επιτυχίας, η φευγαλέα φύση της ευτυχίας, οι αδιέξοδες διαδρομές του ανθρώπινου μυαλού διαπλέκονται σε ένα υπερθέαμα – παραμύθι. Ο κινηματογράφος έχει μόνο σκοπό ύπαρξης να ψεύδεται με τον πιο αφάνταστα όμορφο τρόπο. Να φτιάχνει κόσμους σε διαστάσεις που δεν βολεύονται με τη λογική ή τον μέσο όρο. Κόσμους που γίνονται αντιληπτοί μόνο σε ένα μακρόστενο πανί μέσα σε μία σκοτεινή αίθουσα.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑