Reviews Love & Mercy

7 Αυγούστου 2015 |

0

Love & Mercy

Σκηνοθεσία: Μπιλ Πόλαντ

Παίζουν: Πολ Ντέινο, Τζον Κιούζακ, Ελίζαμπεθ Μπανκς, Πολ Τζιαμάτι

Διάρκεια: 120

Κι όμως, υπήρχαν προοπτικές και μάλιστα πολύ ενθαρρυντικές. Μια πρώτη ύλη ιδανική για μια ιστορία όπου τα φαινόμενα απατούν, όπου η βιτρίνα παραπλανά. Διότι στο άκουσμα των λέξεων Beach Boys, άπαντες (ή σχεδόν άπαντες τέλος πάντων) σκεφτόμαστε παραλίες, σερφ, κύματα, μαγιό και καλοκαιρινά χαμόγελα. Μόνο που η πραγματικότητα για τον Μπράιαν Γουίλσον, τον ιθύνοντα νου της καλιφορνέζικης μπάντας ήταν ολότελα διαφορετική. Δεν περιείχε ανεμελιά, ξεγνοιασιά, σουξεδάκια και πατροπαράδοτο σταριλίκι. Αντιθέτως, ήταν φορτωμένη με νευρικούς κλονισμούς, προβλήματα υγείας, ένα σκοτεινό οικογενειακό παρελθόν, βαριά κατάθλιψη, πολλαπλές καταρρεύσεις και αλλεπάλληλες νοσηλείες. Παράλληλα, υπήρξε ένα συνεπές πεδίο μάχης. Ανάμεσα στις επιταγές της πρώιμης και σαρωτικής επιτυχίας και της ανάγκης για καλλιτεχνική δημιουργία και έκφραση. Ανάμεσα στις φωνές του εξωτερικού περίγυρου που ζητούσαν επιτακτικά more surfin’ in the USA και τις εσωτερικές φωνές που οδηγούσαν αφενός μεν στην παράνοια, αφετέρου δε σε μουσικούς πειραματισμούς πολύ μπροστά από την εποχή τους. Μία πρώτης τάξεως ευκαιρία λοιπόν, για την ανάπλαση ενός γοητευτικού σκηνικού, που ξάφνου κατακλύζεται από πολύ σκοτεινότερα χρώματα από το αρχικό καταναγκαστικό φως. Μία αφορμή για μία εκ των έσω αποδόμηση της λαμπερής προθήκης, μέσα από τη βυθομέτρηση μιας προσωπικότητας τόσο ιδιόρρυθμης, ταλαντούχας και αυτοκαταστροφικής, που και να ήθελε να ακολουθήσει τις νόρμες, απλώς δεν θα μπορούσε.

Δυστυχώς, ο, έμπειρος ως παραγωγός αλλά άβγαλτος ως σκηνοθέτης, Μπιλ Πόλαντ πέφτει με τα μούτρα στην πιο προφανή και επικίνδυνη παγίδα που στήνει καρτέρι στις βιογραφικές ταινίες και δη, στις μουσικές βιογραφίες. Μετατρέπει την ταινία του σε ένα κράμα α) εκδήλωσης αγάπης και θαυμασμού, β) ανοιχτής ευχαριστήριας επιστολής για όλες τις όμορφες στιγμές και γ) δήλωσης συμπόνιας για όλα τα ζόρια και τις ατυχίες, απέναντι στο είδωλό του, ξεχνώντας το βασικότερο όλων: πως πρόκειται για μία κινηματογραφική ταινία, που όταν δέχεται μεγαλύτερες από το επιτρεπτό δόσεις σκοπιμότητας και ατομικών εμμονών, πνίγεται και καταρρέει. Ενώ λοιπόν κάποιες σκόρπιες στιγμές αποπνέουν συναίσθημα και δονήσεις (θα επανέλθουμε αργότερα στην καλύτερη εξ αυτών), οι κουκκίδες που πρέπει να ενωθούν προκειμένου να βγει ένα συνολικό νόημα, μένουν μετέωρες. Εν ολίγοις, η ταινία, σε αντίθεση με το μουσικό υπόβαθρο που την ομορφαίνει, δεν βρίσκει σε καμία στιγμή ρυθμό και τέμπο, με τα νοήματά της να χάσκουν μεταξύ μίας groupie τρυφερότητας και ενός προκάτ ντοκιμαντέρ.

Σε αυτή τη σύγχυση και την έλλειψη συνοχής, συνδράμει η ύπαρξη δύο παράλληλων αφηγηματικών ταμπλό, τα οποία απεικονίζουν τον 20άρη Γουίλσον στα πρόθυρα των ψυχολογικών προβλημάτων και τον 45άρη Γουίλσον να προσπαθεί να βγει από μία κατάσταση προχωρημένης κατάρρευσης. Η σύνδεση μεταξύ των δύο αυτών χρονικών επιπέδων είναι ασθενής και προβληματική, τόσο νοηματικά όσο και θυμικά, με το δεύτερο σκέλος να μοιάζει με κακοφτιαγμένη τηλεταινία. Η δε διαφορά «ποιότητας» μεταξύ των δύο επιπέδων αντικατοπτρίζεται και στις ερμηνείες των δύο διαφορετικών Γουίλσον. Με τον Πολ Ντέινο να αιχμαλωτίζει τους σπασμούς και τους σπαραγμούς μιας περσόνας σαγηνευτικής και τον Τζον Κιούζακ να υποδύεται επί της ουσίας μία κλινικά διαγνωσμένη και ψυχικά διαταραγμένη βερσιόν του Ρομπ Γκόρντον του High Fidelity. Αν πάντως έπρεπε να σώσουμε μόνο λίγα λεπτά της ταινίας σε περίπτωση που καταστρέφονταν όλες της οι κόπιες, αυτά θα έπρεπε να είναι τα λεπτά των σκηνών της ηχογράφησης του άλμπουμ Pet Sounds. Ξάφνου και αντίθετα στη ροή της ταινίας, γινόμαστε δέκτες ενός υποδόριου αισθήματος ευφορίας που πλημμυρίζει κάθε γωνιά του μυαλού μας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑