Reviews Halloween (1978)

29 Οκτωβρίου 2018 |

0

Halloween (1978)

Σκηνοθεσία: Τζον Κάρπεντερ

Παίζουν: Τζέιμι Λι Κέρτις, Ντόναλντ Πλέζανς

Διάρκεια: 98′

Ελληνικός τίτλος: «Η Νύχτα με τις Μάσκες»

Η κάμερα προσεγγίζει αργά ένα σπίτι. Ο θεατής παρατηρεί ηδονοβλεπτικά ένα νεαρό ζευγάρι να ερωτοτροπεί. Αισθάνεται ανοίκεια και σύντομα αντιλαμβάνεται ότι παρακολουθεί μέσα από τα μάτια του δολοφόνου. Η αίσθηση του αμέσως επικείμενου κακού γνωρίζει μία από τις μνημειώδεις εμφανίσεις της στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο εξάχρονος Μάικλ Μάγιερς δολοφονεί την αδερφή του, με συνένοχο τον κάθε θεατή ξεχωριστά. Ίσως το σπουδαιότερο «καλωσόρισμα» που έχει να επιδείξει το σινεμά του τρόμου.

15 χρόνια μετά, ο Μάικλ επιστρέφει στο χώρο που έδρασε και ετοιμάζεται να μεγαλουργήσει ξανά. Δίχως ποτέ να γίνεται αντιληπτός ο λόγος, ο δολοφόνος διψάει για αίμα. Και μάλιστα θέλει να δει το αίμα νεαρών αγνών κορασίδων να χύνεται ζεστό. Στο κέντρο του στόχου του βρίσκεται η Λόρι, η Τζέιμι Λι Κέρτις των 19 μόλις Νοεμβρίων στο ντεμπούτο της, μία scream queen βγαλμένη από τις ονειρώξεις των αιμοδιψών οπαδών του slasher. Ενός είδους που γνωρίζει μεγάλη άνθηση στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και συναντά στο φιλμ του μυστακοφόρου Αμερικανού την κορωνίδα του.

Ο Καρπεντέρ απογειώνει ένα είδος σινεμά που έμελλε λίγα χρόνια αργότερα να γίνει βορά του ριγκανικού νεο-συντηρητισμού. Η δράση τοποθετείται στα American suburbs που κωφεύουν εκκωφαντικά στη θέα κάθε ραδιουργίας του Μάικλ. Το απώτατο σημείο του αμερικανικού ονείρου, το ιερό τοτέμ με τον κήπο και τα δύο πατώματα για την οικογένεια, εδώ εμφανίζεται βουτηγμένο μέσα στη ναφθαλίνη. Ο δολοφόνος δεν εκφωνεί ούτε φθόγγο στο φιλμ, δεν διακατέχεται σε κανένα σημείο από πίεση ή άγχος. Κινείται μεθοδικά, ουδέποτε βιαστικά, σαν να γνωρίζει από πριν ότι κανείς δεν πρόκειται να τον σταματήσει. Αυτή η απόλυτη απουσία οποιασδήποτε αγωνίας στις κινήσεις του τον καθιστά έναν από τους πιο εφιαλτικούς φονιάδες του σινεμά.

Στην ουσία, ο Μάικλ Μάγιερς του πρώτου Χάλογουιν είναι ένας μη-χαρακτήρας. Δεν χωράει σε εξετάσεις αιτίου και αιτιατού, δεν επιχειρεί ούτε και είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί, δεν εξηγείται. Είναι η απόλυτη προσωποποίηση του Κακού, του απύθμενου σκότους. Είναι η ενσάρκωση της εφιαλτικής αθανασίας, μία περιφερόμενη απόδειξη ότι οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους την αποκρουστική όψη του αναίτιου μίσους. Ένα Κακό αθάνατο που περιμένει στωικά τη στιγμή να εξωτερικευτεί, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η στιγμή του δεν πρόκειται να αργήσει. Θα έρθει είτε σε μία συγκεκριμένη μέρα, με ή χωρίς μάσκες, είτε σε ανύποπτο χρόνο. Κυρίως όμως, δε θα σβηστεί ποτέ, γιατί κατοικεί στο απόκρυφο μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού. Θα παραμονεύει όσο χρειαστεί και θα ξεσπάσει διαλύοντας κάθε κοινωνική νόρμα.

Το φιλμ του Αμερικανού μάστορα είναι βαπτισμένο στην ευρηματική απλότητα που τον συνοδεύει σε όλη του την λαμπρή καριέρα. Η απουσία όμως πολύπλοκων σχημάτων και τροπών της ιστορίας δε σημαίνει και έλλειψη δεξιοτεχνίας. Τουναντίον, το φιλμ του Κάρπεντερ αποτελεί έναν καλλιτεχνικό θρίαμβο, μία γέφυρα στην οποία συναντιέται η καινοτομία με την κινηματογραφική παράδοση. Είναι η αποτύπωση μίας απολαυστικής  ανίερης συμμαχίας του κακού στο σινεμά. Ο, τι ποτέ αγάπησε ο θεατής σε αυτό το είδος του τρόμου βρίσκεται εδώ. Η ταινία έλκει την καταγωγή της από το βουβό τρόμο και τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, ξεκινάει το ταξίδι της από τα στενά της παρισινής Πιγκάλ και το Γκραν Γκινιόλ και φτάνει μέχρι το επέκεινα της έβδομης τέχνης. Περικλείει σπαρταριστές αναφορές στο μητροπολιτικό Psycho του βρετανού προπάτορα και ταυτόχρονα ορίζει -άθελά της- τα κυρίαρχα κλισέ που κακοποιήθηκαν βάναυσα από ομοειδείς ταινίες στη συνέχεια.

Η «Νύχτα με τις Μάσκες» είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά, ένα σπουδαίο μέρος της παρακαταθήκης που αφήνει στον κινηματογράφου του τρόμου ένας άνθρωπος που τον υπηρέτησε με ζηλευτή αφοσίωση. Είναι η ένωση του παλιού και του νέου, το αποτέλεσμα της οποίας μοιάζει να έρχεται από μακριά και να κατευθύνεται ακόμη μακρύτερα. Εκείνη η ταινία που όσα χρόνια και αν περάσουν, ο θεατής θα νιώθει στη σκέψη της ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι, μία αίσθηση αμηχανίας που φωλιάζει κάπου απροσδιόριστα μέσα του. Και θα είναι πάντα ανίκητη, περίπου όπως όπως ο μασκοφόρος δολοφόνος.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Φίλιππος Χατζίκος

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια θεωρείτε πως είναι η καλύτερη ταινία του Λαρς Φον Τρίερ;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts