Reviews The Green Inferno

24 Ιουλίου 2017 |

0

The Green Inferno

Σκηνοθεσία: Ιλάι Ροθ

Παίζουν: Λορέντζα Ίζο, Άριελ Λέβι, Άαρον Μπερνς, Νίκολας Μαρτίνεζ

Διάρκεια: 100′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Κανίβαλοι»

Ο Ιλάι Ροθ, κόντρα στα φαινόμενα, δεν είναι ο πλακατζής δημιουργός που ικανοποιεί αποκλειστικά τις σαδιστικές ορέξεις του και μια διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ, κάνοντας προσβλητικές ταινίες για το (φιλμικά ανερμάτιστο) κοινό των απανταχού multiplex. Ή, τουλάχιστον, δεν είναι μόνο αυτό. Ευρύτερα γνωστός λόγω «Hostel», μιας εξαιρετικής ταινίας είδους που ατύχησε να γεννήσει το «torture porn» horror υποείδος, κολλητός του Ταραντίνο (που υπήρξε παραγωγός του «Hostel») και δευτεραγωνιστής σε δουλειές του τελευταίου, δεν λογίζεται, σαφώς, για σπουδαίος καλλιτέχνης –ούτε ο ίδιος θα διεκδικούσε κανέναν τέτοιο βαρύγδουπο τίτλο- αλλά παραμένει πιο έξυπνος, διορατικός, ταλαντούχος και ενδιαφέρων από πολλούς σοβαροφανείς, μεγαλόσχημους συναδέλφους του.

Λυδία λίθος για την εξακρίβωση της ικανότητας ενός κριτικού να αντιλαμβάνεται τις λεπτές διαφορές και αποχρώσεις, είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει τέτοιους σκηνοθέτες. Δηλαδή κινηματογραφιστές ναι μεν στρατευμένους στην υπηρεσία των εφηβικών τους ονειρώξεων που όμως δεν το διασκεδάζουν μόνο αλλά έχουν και κάτι παραπάνω να πουν. Αρχής γενομένης με το «Cabin Fever», ο Ροθ δεν έκρυβε ούτε τις επιρροές του απ’ τα πρώτα δύο, θρυλικά «Evil Dead», το «σωματικό» σινεμά του Κρόνεμπεργκ και τις gore μέρες του Πίτερ Τζάκσον («Bad Taste», «Braindead») , ούτε τη διάθεσή του για σαρδόνιο κοινωνικό σχολιασμό. Έπειτα το «Hostel» ήταν, στα μάτια του γράφοντος, ΚΑΙ μια πολιτική ταινία.

Ένα έργο που προκαλεί τόσες συζητήσεις πάνω στο θέμα των σαδομαζοχιστικών τάσεων που κάνουν τον θεατή να «απολαμβάνει» τέτοια θεάματα, που θέτει επί τάπητος το ζήτημα της συνενοχής του -δήθεν αμέτοχου- βλέμματος, που (έστω και άγαρμπα) κατατρίβεται με μαρξιστικές έννοιες (κρέας προς ενοικίαση απ’ το κεφάλαιο, για πάσα χρήση, ο προλετάριος γαρ), που -με το πρόσχημα ενός πορνογραφήματος κατακρεουργημένης σάρκας- προβληματίζει πάνω στις αμοραλιστικές μεθόδους της όποιας Εξουσίας (αρχικά οι ελαφρόμυαλοι νεαροί, λειτουργούν, έστω και πιο «αθώα», με μια λογική που δεν διαφέρει ιδιαίτερα απ’ αυτήν των βασανιστών τους: πάνε με το χρήμα να εξουσιάσουν σώματα), που, σε τελευταία ανάλυση, θίγει και ενοχλεί (αλλά με σκοπό) τις αστικές ευαισθησίες και την υποκρισία του νοικοκύρη, πρέπει να εθελοτυφλείς για να μην το χαρακτηρίσεις πολιτικό.

Η επιστροφή του με το «Green Inferno» σηματοδοτεί μια εκ νέου προσέγγιση των εμμονών του με τα κινηματογραφικά «σκουπίδια» των δεκαετιών εβδομήντα και ογδόντα (εδώ πρόκειται για τα φιλμ με κανίβαλους όπως το θρυλικό –απαγορευμένο σε αρκετές χώρες- «Cannibal Holocaust» που έμπλεξε τον σκηνοθέτη του, Ρουγκέρο Ντεοντάτο, με τα δικαστήρια) αλλά και του αγαπημένου του («κάφρικου» θα πουν αρκετοί) κοινωνικοπολιτικού σαρκασμού. Στο στόχαστρό του και πάλι οι ελαφρόμυαλοι νέοι, κι αν στο «Hostel» είχε πιάσει τους κυνικούς, διψασμένους μόνο για σεξ και διασκεδάσεις, εικοσάρηδες, σειρά έχουν τώρα οι ιδεαλιστές, τα παραφουσκωμένα με ιδανικά κολεγιόπαιδα που το ‘βαλαν σκοπό να σώσουν τον κόσμο απ’ τον άσχημο εαυτό του.

Ο Ροθ θα είναι αμείλικτος απέναντί τους, θα «κανιβαλίσει» μέχρις εσχάτων την ονειροπαρμένη ευαισθησία τους και τον ψυχαναγκαστικό «ηρωισμό» τους (που δεν μπορεί να μεταμφιέσει επαρκώς την ανάγκη τους να γαμήσουν και να γαμηθούν- όπως και στο «Hostel», το σεξ αναδεικνύεται σε κίνητρο όλων των κινήτρων), θα τους χλευάσει σπρώχνοντας στα άκρα την έννοια του «κακού γούστου» (η σκηνή στο κλουβί, με την… βίαιη εντερική εκκένωση μιας όμορφης κορασίδας, φέρνει στο νου τις χειρότερες στιγμές των αδερφών Φαρέλι), θα ξεγυμνώσει κορμιά και κίνητρα, από ψευτορομαντισμούς και την όποια πρότερη αίγλη, και στο τέλος θα τους παραδώσει στους ανθρωποφάγους του σαν ένα μάτσο κρέατα προς βρώση και τέρψη των απολίτιστων στομαχιών τους (μα είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, πολιτισμένο στομάχι: ο Ροθ τρελαίνεται να εμπαίζει την αστική μεταφυσική μας που θέλει τον δυτικό άνθρωπο να προβάλει ως οικουμενικό υποκείμενο, παγκόσμιο παράδειγμα προς μίμηση).

Το θέμα είναι ότι θα τα κάνει όλα αυτά με μια αλάνθαστη αίσθηση του ρυθμού (το φιλμ τρέχει χωρίς, όμως, να βιάζεται, κυλώντας σαν rollercoaster φρίκης και γέλιου, απ’ τη μια σκηνή στην άλλη, χωρίς ποτέ να χρονοτριβεί), ικανότητα στο χτίσιμο ατμόσφαιρας αγωνίας όπου και όταν χρειάζεται και –φυσικά- κανέναν απολύτως σεβασμό στους κανόνες της πολιτικής ορθότητας. Ο Ροθ μπορεί να μην παίρνει και πολύ στα σοβαρά τους ήρωές του και τα δράματά τους (άλλωστε του προκαλούν αποστροφή, είναι ξεκάθαρο), αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν δίνει δεκάρα για το θέμα του. Και το θέμα εδώ είναι ακριβώς αυτή η πολιτική ορθότητα που τείνει να μετεξελιχθεί σε παγκόσμια μάστιγα και αυταρχισμό απ’ την ανάποδη (χώρια που από πίσω κρύβει, ως συνήθως, σκοτεινά συμφέροντα), γι’ αυτό και χτυπιέται ανελέητα.

Σαν αποτέλεσμα έχουμε ένα b-movie τρόμου, ακραιφνώς διασκεδαστικό –αρκεί να μην είσαι εύθικτος και να γουστάρεις το είδος- που, εν μέρει τουλάχιστον, κάνει αυτό που υπόσχεται: προκαλεί (και πολλές φορές ταυτόχρονα) αηδία και γέλιο, συναρπάζει, ενοχλεί και πολιτικολογεί χωρίς να ρητορεύει. Λέμε εν μέρει, όμως, γιατί ούτε τόσο ακραίο όσο θα το ήθελαν οι φανατικοί gorehounds προκύπτει (αν εξαιρέσουμε το «πάθημα» του συμπαθούς Jonah, δε συμβαίνει τίποτα που να μην έχετε ξαναδεί σε ένα τυπικό επεισόδιο του «Walking Dead», ας πούμε), ούτε μπορεί να διασχίσει το –αιματηρό- όριο που χωρίζει τον μεταμεσονύκτιο grindhouse κινηματογράφο απ’ το σινεμά ανώτερων βλέψεων. Ηθελημένα θα πει κάποιος. Σίγουρα. Αλλά από τη στιγμή που ο Ροθ δεν παύει να υπενθυμίζει (έστω και περιπαικτικά) ότι δεν είναι ο συνηθισμένος «χασάπης» κι ότι ως ευφυές «τσογλάνι» στοχεύει στο κάτι παραπάνω, το «Green Inferno» δεν δικαιώνει ακριβώς το αναμφισβήτητο ταλέντο του. Μπορεί ακόμα να βαριέται τα περαιτέρω αλλά αν πάρει λίγο πιο σοβαρά τον εαυτό του στο μέλλον, ίσως να μας χαρίσει ένα αληθινά δυνατό φιλμ. Προς το παρόν, συμβαίνει ότι και με ορισμένα καλά ανέκδοτα: όταν στα λένε γελάς τρανταχτά αλλά αν έρθει η ώρα να τα επαναλάβεις, συνειδητοποιείς ότι πολύ γρήγορα τα έχεις λησμονήσει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑