Reviews High and Low

6 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

High and Low

Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάβα

Παίζουν: Τοσίρο Μιφούνε, Τατσούα Νακαντάι, Κιόκο Καγκάβα, Τατσούα Μιχάσι

Διάρκεια: 142′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Ο δολοφόνος του Τόκιο»

Έχοντας ήδη αποσπάσει τον Χρυσό Λέοντα και το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας με το αριστουργηματικό Ρασομόν το 1951 και αφότου έχει ήδη διασκευάσει Ντοστογιέφσκι (Ο ηλίθιος) και Σαίξπηρ (Ο θρόνος του αίματος), ο μεγάλος Ακίρα Κουροσάβα (Κουροσάουα, το σωστότερο) αποτολμά κάτι το ολότελα διαφορετικό σε σχέση με την ώς τότε πορεία του. Μονάχα, ίσως, για να αποδείξει ότι το απαράμιλλο ταλέντο του δεν δύναται να στριμωχθεί σε στεγανά και όρια.

Το 1963, μεταφέρει αριστουργηματικά στην οθόνη το αστυνομικό μυθιστόρημα του Εντ Μακ Μπέιν με τίτλο King’s Ransom, τοποθετώντας μάλιστα το επίκεντρό του όχι στην γνώριμη εποχή της φεουδαρχικής Ιαπωνίας, αλλά σε παρόντα χρόνο και πιο συγκεκριμένα, στο αστικό τοπίο της πρωτεύουσας. Ο Κουροσάβα ρίχνει ταυτοχρόνως τόσο μία ενδοσκοπίκη όσο και μία επόπτική ματιά στη μεταπολεμική και ραγδαία εκβιομηχανιζόμενη ιαπωνική κοινωνία.

High and Low 4
Η εναρκτήρια σκηνή περιέχει ένα απολαυστικό εύρημα, ολοφάνερο και διόλου καμουφλαρισμένο, συνάμα όμως εξαιρετικά δύσκολα εντοπίσιμο. Ένας διακόπτης θα γυρίσει, τα φώτα θα ανάψουν και η παράσταση θα ξεκινήσει στο σαλόνι της βίλας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι πρωταγωνιστές περίμεναν σιωπηλοί στο σκοτάδι, σε μία σκηνή που δίνει τον τόνο και τη χροιά της θεατρικότητας που θα κυριαρχήσει σε ολόκληρο το πρώτο μέρος. Ο Κουροσάβα κλείνει πονηρά το μάτι στον Χίτσκοκ, εισερχόμενος στα λημέρια του.

Έξοχη χρήση των εσωτερικών χώρων, των κοντινών πλάνων, του κάδρου εντός ευρύτερου κάδρου, της εναλλαγής στατικότητας και κίνησης, όπου κάθε τοποθέτηση ή μετακίνηση παίζει τον δικό της ρόλο σε μία νουάρ σκακιέρα. Ο τόνος είναι βαρύς, δυσκίνητος, φορτισμένος. Επιτείνει μία αίσθηση αδιεξόδου, βασανιστικής αναμονής και έντονης περισυλλογής. Ένα μοιραίο λάθος στον σχεδιασμό ενός εγκλήματος θα πυροδοτήσει αλλεπάλληλες εκρήξεις αυτογνωσίας και ηθικών διλημμάτων.

High and Low 2

Το φεουδαρχικό φρούριο έχει αντικατασταθεί από την έπαυλη που δεσπόζει στην κορυφή του λόφου και κοιτά από απόσταση και περιφρονητικά τους μη έχοντες που στριμώχνονται και αγκομαχούν στους πρόποδες. Τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες έχουν διαδεχτεί οι κολοσσοί της νέας εποχής, οι έριδες και οι δολοπλοκίες είναι πλέον διοικητικού και γραφειοκρατικού τύπου. Η βάναυση καταπίεση έχει δώσει τη θέση της στην έμμεση εκμετάλλευση, στη ληστρική επέλαση του ατομικισμού και στην αποθέωση της συσσώρευσης πλούτου. Ο Κουροσάβα χρωματίζει με τα μελανότερα των χρωμάτων τη μεταπολεμική ιαπωνική ορθοπόδηση και πρόοδο. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ σύγχρονων πατρικίων και πληβείων αποδίδεται πολύ καλύτερα από την αγγλική μεταφορά του πρωτότυπου τίτλου High and Low, η οποία παραπέμπει στη (χωρο)ταξική – γεωγραφική απεικόνιση των ανισοτήτων ή ακόμη και από τη γαλλική Entre le ciel et l’enfer («Ανάμεσα στον ουρανό και την κόλαση»), η οποία είναι κοντύτερα στην κατά λέξη απόδοση του ιαπωνικού τίτλου Tengoku to Jigoku, ο οποίος μεταφράζεται ως «Παράδεισος και κόλαση».

Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, ο Κουροσάβα επιχειρεί εντυπωσιακή στροφή 180 μοιρών, εγκαταλείποντας τους εσωτερικούς χώρους της βίλας και την άρχουσα τάξη. Με αεράτη κάμερα, ξεχύνεται ορμητικά στην πανσπερμία των δρόμων του Τόκιο και καταγράφει, με εξονυχιστική λεπτομέρεια και προσήλωση, τις μεθόδους και τα τεχνάσματα των διωκτικών αρχών. Επιπλέον, δίνει έμφαση στην ενεργοποίηση και συμμετοχή κοινωνικών ομάδων και μεμονωμένων πολιτών, των οποίων την ύπαρξη είναι βέβαιο πως μέχρι πρότινος αγνοούσαν πλήρως οι διαμένοντες στην έπαυλη. Σε αυτό το σημείο, ο Κουροσάβα διαφοροποιείται εμφατικά από την αφηγηματική ρότα του μυθιστορήματος κατά την οποία ο ήρωας παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, κατατροπώνοντας ηρωικά τον αδίστακτο εχθρό του. (Όπως συμβαίνει δηλαδή στη χολιγουντιανή εκδοχή του μυθιστορήματος, με τίτλο Ransom και πρωταγωνιστή τον Μελ Γκίμπσον.)

High and Low 3
Μέσα λοιπόν από τη διεξοδική κοινωνική σκιαγράφηση, την ανάδειξη των κραυγαλέων αντιθέσεων και αφότου έχει προλάβει να παραδώσει σεμιναριακά μαθήματα ντεκουπάζ στην αλησμόνητη σκηνή δράσης του τραίνου, ο Κουροσάβα καταλήγει στο τελικό ζητούμενο. Δίχως να καταφεύγει σε παρορμητική δαιμονοποίηση της ευμάρειας μήτε ηρωοποιώντας εκβιαστικά το περιθώριο,  θέτει στο προσκήνιο τα ζήτηματα της κοινωνικής συνενοχής, της βαθύτερης ευθύνης, του ασφυκτικού περίγυρου που καταπνίγει τις μονάδες που ζουν εντός του.

Σε έναν επίλογο ευφυούς και σχεδόν παραληρηματικού μοντάζ, ερχόμαστε κατάφατσα αντιμέτωποι με την σκληρή αλήθεια. Τα δύο άκρα έρχονται τόσο κοντά που ενώνονται, τα δύο αντιπαραβαλλόμενα πρόσωπα, το φωτεινό του ευϋπόληπτου πολίτη και το σκοτεινό του καταζητούμενου εγκληματία – τέρατος, γίνονται ένα. Η ανέχεια και η ευμάρεια δεν μοιάζουν πια ξέχωρες και αποκομμένες μεταξύ τους. Η ζωή μοιάζει ξάφνου με μία οδυνηρή διελκυστίνδα, ικανή να ρίξει ανά πάσα στιγμή τον οποιοδήποτε στο χώμα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑