Le Magasin des Suicides

Σκηνοθεσία: Πατρίς Λεκόντ

Διάρκεια: 79’

Μεταφρασμένος τίτλος: “Μπουτίκ για αυτόχειρες”

«Να ζει κανείς ή να μην ζει;». Αυτή είναι η διάσημη απορία που ταλανίζει τον Δανό πρίγκιπα Άμλετ, στο ομότιτλο σαιξπηρικό έργο. Εν τέλει, δεν θα απαρνηθεί τον σκοπό που του έχει επιφυλάξει η μοίρα. Θα πάρει εκδίκηση από τον θείο του, Κλαύδιο, ο οποίος είχε ξεπαστρέψει τον πατέρα του Άμλετ και είχε σφετεριστεί τον θρόνο του βασιλείου της Δανιμαρκίας. Στη πορεία φυσικά, ο Άμλετ θα χάσει και την Οφηλία που αγαπά και την ίδια του τη ζωή, αλλά η ουσία είναι πως δεν παραιτήθηκε από τη ζωή και τα σχέδια της για αυτόν. Μέγα και διαχρονικό ζήτημα η αυτοκτονία λοιπόν, μεταξύ άλλων και για τον Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος στο φιλοσοφικό του δοκίμιο «Ο μύθος του Σίσυφου» στοχάζεται περί αυτοχειρίας.

Άλλοτε πράξη που λογίζεται ως ανδραγάθημα και απόδειξη τιμής, άλλοτε ενέργεια που θεωρείται αμαρτία και λιγοψυχία, η αυτοκτονία θα ήταν αδύνατο να μην έχει τη δική της ξεχωριστή θέση στον κόσμο του σινεμά. Οι Μίκαελ Χάνεκε και Σοφία Κόπολα την τοποθέτησαν στο επίκεντρο των πρώτων τους ταινιών («Η έβδομη ήπειρος» το 1987 και «Αυτόχειρες παρθένοι» το 2000, αντιστοίχως), ενώ ο Λουί Μαλ άφησε το 1963 μία σπαρακτική κραυγή με το εκπληκτικό «Η φλόγα που τρεμοσβήνει». Με την αυτοκτονία λοιπόν επιλέγει να ασχοληθεί και ο Πατρίς Λεκόντ, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα μιας «μπουτίκ για αυτόχειρες».

Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Ζαν Τουλέ, με τη μορφή ενός μιούζικαλ animation. Έξυπνη επιλογή, καθώς ο πάντα πιασάρικος τόνος του animation είναι ίσως ο μόνος τρόπος να αποδοθεί η ιστορία που θέλει να διηγηθεί ο Λεκόντ. Ποια είναι αυτή η ιστορία; Είναι πολύ όμορφη με τον τρόπο της, θα σας βάλω αμέσως στο κλίμα. Φανταστείτε ένα Παρίσι γκρίζο, μουντό και βροχερό που μοιάζει οριστικά νικημένο από τη θλίψη και τη μελαγχολία. Οι κάτοικοι της καταθλιπτικής αυτής μεγαλούπολης αφήνονται στην καταχνιά που έχει πλέον φωλιάσει στην καρδιά τους και αυτοκτονούν μαζικά και με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Η αυτοχειρία είναι μία πραγματικότητα της καθημερινότητας και ως τέτοια αντιμετωπίζεται από θεσμούς και φορείς. Η απόπειρα αυτοκτονίας σε δημόσιο χώρο τιμωρείται με βαρύ χρηματικό πρόστιμο, το οποίο επιβάλλεται ακόμη και σε όσους πετύχουν στην απόπειρά τους…

Μέσα σε όλη αυτή την ωραία ατμόσφαιρα, κάποιοι κάνουν χρυσές δουλειές. Μία τετραμελής οικογένεια που θα ήθελε κι αυτή σύσσωμη να φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα γιατί έχει αναλάβει μία ιερή αποστολή. Να βοηθά όλους τους υπόλοιπους να αυτοκτονήσουν. Στο μαγαζί τους μπορείτε να βρείτε όλα τα διαθέσιμα εργαλεία και όργανα αυτοχειρίας. Όπλα για να πυροβοληθείτε, σκοινιά για να κρεμαστείτε (με δωράκι το σκαμπό), βαρίδια για να πνιγείτε, δηλητήρια για να φαρμακωθείτε. Όλα αυτά μέχρι η οικογένεια αυτή να γίνει από τετραμελής πενταμελής…

Ο Λεκόντ αποδίδει πολλαπλούς φόρους τιμής, χωρίς να περιορίζεται στους κινηματογραφικούς. Για παράδειγμα, όλα τα ονόματα της τετραμελούς οικογένειας παραπέμπουν είτε σε αυτόχειρες είτε σε εν γένει αυτοκτονικές διάσημες περσόνες. Πέραν τούτου, στα θετικά της ταινίας συγκαταλέγεται και το δυναμικό της ξεκίνημα, με τόνους «ενήλικους» και ντελικάτα σκοτεινούς, το οποίο προϊδεάζει για κάτι όμορφο στη συνέχεια. Πού οφείλεται το ότι η συνέχεια δεν ανταποκρίνεται στις αρχικές προσδοκίες; Αρχικά, στα μάλλον αποτυχημένα μουσικό-τραγουδιστά ιντερλούδια, τα οποία αντί να καθηλώνουν περισσότερο κουράζουν. Δεύτερον, στο γεγονός πως το αρχικό μοτίβο επαναλαμβάνεται συνεχώς, δίχως να διανθίζεται μήτε από άποψη χιούμορ μήτε από άποψη περιεχομένου. Τρίτον, στο ότι ο Λεκόντ μάλλον διστάζει ακριβώς στο σημείο όπου πρέπει να τολμήσει ακόμη περισσότερο.

Είναι απολύτως λογικό και αναμενόμενο να συγκρουστούν στην ταινία η ζωή με τον θάνατο και να βγει κερδισμένη η πρώτη. Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να συμβεί αυτό με τρόπο ζαχαρένιο και α λα Ντίσνεϊ. Ο Λεκόντ αντί να ξετρυπώσει το φως μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους των ηρώων του, απλώς τοποθετεί ξάφνου πολλές λάμπες στους διαδρόμους για να τους φωτίσει από το πουθενά. Το τελικό αποτέλεσμα λοιπόν είναι εύλογα άτονο και χλιαρό, μακριά τόσο από τις παλιές καλές στιγμές του Τιμ Μπάρτον όσο και από τις «συγγενικές» ταινίες του Σιλβέν Σομέ («Το τρίο της Μπελβίλ», «Ο θαυματοποιός»).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑