Reviews Il Sorpasso

15 Αυγούστου 2020 |

0

Il Sorpasso

Σκηνοθεσία: Ντίνο Ρίζι

Παίζουν: Βιτόριο Γκάσμαν, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν

Διάρκεια: 105’

Δεκαπενταύγουστος, στην ερημική Ρώμη. Μια κάμπριο Lancia Aurelia, η τελευταία λέξη στα σπορ αμάξια της εποχής, διασχίζει τους αδειανούς δρόμους σχεδόν πετώντας. Στο πίσω φόντο, ένα φρενήρες τζαζ τέμπο αποπνέει μια αίσθηση κατεπείγοντος, ίσως και έναν πολύ υποδόριο κίνδυνο. Στο τιμόνι βρίσκεται ο Μπρούνο (Βιτόριο Γκάσμαν), ένας φαφλατάς καταφερτζής, ικανός να ωθήσει ακόμη και έναν μοναχό που έχει πάρει όρκο σιωπής να αρχίσει τη φλυαρία.

Ψάχνοντας ένα τηλέφωνο, καταλήγει στα προάστια της Ρώμης, σε μια περιοχή ραγδαίας και ασύδοτης οικοδομικής ανάπλασης, όπου φορτώνεται με το έτσι θέλω στον Ρομπέρτο (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν), έναν συνεσταλμένο και φοβικό φοιτητή Νομικής, που περνά τις διακοπές του μελετώντας για τις επερχόμενες εξετάσεις.

Ο Μπρούνο είναι από εκείνους τους ανθρώπους που αυτομάτως «νιώθουν σαν στο σπίτι τους» χωρίς να περιμένουν την τυπική προτροπή, σε αντίθεση με τον Ρομπέρτο που δεν νιώθει ποτέ και πουθενά άνετα, ούτε καν στο ίδιο του το σπίτι. Οι δυο τους κινούνται σε ολότελα διαφορετικές οκτάβες. Ο Μπρούνο δεν μπορεί να κοντρολάρει ούτε το σώμα ούτε (κυρίως) το στόμα του, είναι αεικίνητος και βροντόφωνος, ενώ ο Ρομπέρτο μοιάζει να κουνά με δυσκολία τόσο τα πόδια του όσο και τα χείλη του, ψελλίζει και κοντοστέκεται κάθε τρεις και λίγο.

Ο Μπρούνο είναι φορέας μιας αέναης αλλαγής, θαρρείς και κάθε καινούργιο κάδρο χωρά μια νέα περιπέτεια, μια νέα πραγματικότητα την οποία επαναδιατυπώνει ασταμάτητα μέσα από τον οίστρο και την ορμή του. Στον αντίποδα, ο Ρομπέρτο ζει και κινείται σε προκαθορισμένα όρια, δέσμιος μιας σειράς από απαράβατες συνήθειες. Προτού καλά καλά το καταλάβει, και δίχως την παραμικρή αντίσταση, ο Ρομπέρτο καταλήγει συνοδηγός και συνοδοιπόρος του Μπρούνο σε ένα θεοπάλαβο, αυτοσχεδιαστικό και αλλοπρόσαλλο road trip που θα τον φέρει από τη Ρώμη στην εξοχή της Τοσκάνης, με αμέτρητες ενδιάμεσες στάσεις, περισσότερο ψυχολογικές-αλληγορικές παρά αμιγώς γεωγραφικές.

Ο Ντίνο Ρίζι, ένας σεσημασμένος σατιροποιός τόσο των κοινωνικών ηθών όσο και της γενικότερης ατμόσφαιρας του μεταπολεμικού οικονομικού άλματος της Ιταλίας, είναι εκφραστής ενός σινεμά που διεκδικεί τον τίτλο του καινοτόμου, διατρανώνοντας παράλληλα την έμφυτη λαϊκότητά του. Σε έναν από τους πιο σπαρταριστούς διαλόγους της ταινίας, ο Μπρούνο πετά μια απολαυστική μπηχτή για την Έκλειψη του Αντονιόνι (βγήκε, επίσης, το 1962 στις αίθουσες), αναφέροντας πως «έριξε έναν τρομερό ύπνο στη διάρκεια της προβολής».

Το σινεμά του Ρίζι τολμά να αντιπαρατεθεί στο στοχαστικό και απαισιόδοξο βλέμμα του Αντονιόνι: ο Ρίζι, αντί να οικτίρει τη μικροπρέπεια, την έλλειψη επικοινωνίας και το ψυχικό αδιέξοδο των ηρώων του, τους αντιμετωπίζει με τρυφερότητα και χαμόγελο. Η μεταπολεμική κατήφεια της ανέχειας και της απώλειας προσανατολισμού εδώ αντικαθίσταται από μια ντελιριακή φάρσα, που σχολιάζει χαρωπά και σκανδαλιάρικα το πέρασμα σε μια νέα περίοδο γενικευμένης ευφορίας, η οποία μπορεί να είναι μεν χτισμένη σε εύθραυστα θεμέλια, δεν παύει όμως να είναι πέρα για πέρα ανθρώπινη.

Παρεμπιπτόντως, αυτό ακριβώς το (προς)πέρασμα αποδίδεται από τον αυθεντικό τίτλο της ταινίας Il Sorpasso, που στα ιταλικά σημαίνει κατά λέξη προσπέραση/υπέρβαση, και ο οποίος ενδύεται με πολλαπλές σημασίες. Αρχικά, την αμιγώς κυριολεκτική της προσπέρασης, καθώς σε ολόκληρη την ταινία (μέχρι την τραγική κορύφωση του φινάλε), βλέπουμε συνεχώς τη Lancia του Μπρούνο να προσπερνά ριψοκίνδυνα άλλα αμάξια στους χαώδεις ιταλικούς δρόμους υπό τους ήχους της πιο χαρακτηριστικής και εκνευριστικής κόρνας που έχετε ποτέ ακούσει στο σινεμά.

Ταυτόχρονα, όμως, ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει τόσο σε μια διττή υπέρβαση: τόσο του Ρομπέρτο, ο οποίος απεκδύεται τον παλιό του εαυτό και εφορμά προς της ζωή, όσο και της ίδιας της χώρας, που βαδίζει στα νέα μονοπάτια της ψυχαναγκαστικής (υλικής και εγκεφαλικής) ευδαιμονίας. Δυστυχώς, η πολυσήμαντη φύση του τίτλου δεν αποτυπώνεται ούτε στην αγγλική μετάφραση του Easy Life (που μάλλον έχει επηρεαστεί από τον νωπό ακόμη θρίαμβο του φελινικού La Dolce Vita) ούτε στην ελληνική απόδοση Ο φανφαρόνος, η οποία –όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό– υποβαθμίζει σχεδόν ασυναίσθητα την ταινία σε μια απλοϊκή κωμωδία καταστάσεων.

Όπως ήδη υπονοήσαμε, το γεμάτο παρακάμψεις, αναβολές και απρόοπτα ταξίδι των δύο ετερώνυμων φίλων διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μιας χώρας που παλεύει να βρει τα πατήματά της και να βάλει λίγη τάξη στις ακραίες αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν. Ο Μπρούνο και ο Ρομπέρτο θα επισκεφτούν τουριστικά θέρετρα, night clubs της καλής κοινωνίας, πατρογονικούς πύργους στην ιταλική ύπαιθρο, αυτοσχέδια λαϊκά καπηλειά, παραθαλάσσιες ταβέρνες και θα συνυπάρξουν με εκπροσώπους από σχεδόν κάθε κοινωνικό στρώμα μιας χώρας αντιφατικής, γοητευτικής και συγχυσμένης.

Ο Ρίζι, χωρίς ποτέ να εκτρέπεται στην επιθετικότητα, σατιρίζει όλες τις όψεις της σύγχρονης ιταλικής κουλτούρας: α) τον φολκλορικό αγροτισμό (αξέχαστη η σκηνή με τους οπαδούς του Αγροτικού Κόμματος να χορεύουν κάτι σαν τουίστ), β) τον απαρχαιωμένο φεουδαρχισμό (η οικογένεια του Ρομπέρτο), γ) τον μεταπολεμικό νεοπλουτισμό και καιροσκοπισμό (η συμπεριφορά του Μπρούνο), δ) τον επελαύνοντα συντηρητισμό μιας νέας γενιάς που επιζητά πάση θυσία την ασφάλεια (τόσο η κόρη του Μπρούνο, που αρκείται τον πλούσιο μεσήλικα, όσο και ο ανασφαλής και άτολμος Ρομπέρτο), ε) την υποδόρια σχέση κατωτερότητας απέναντι στα ξένα κυριαρχικά πρότυπα (όχι μόνο οικονομικά, αλλά ιδίως πολιτισμικά).

Φυσικά, ο ανθρωπότυπος που δεσπόζει στην ταινία είναι αυτός που ενσαρκώνει ο πληθωρικός και χειμαρρώδης Βιτόριο Γκάσμαν, ο οποίος διαθέτει κι ένα συμπληρωματικό αξεσουάρ. Η σπορ Lancia, σύμβολο ενός νέου modus vivendi, λειτουργεί ως συμπλήρωμα του Μπρούνο, αλλά και ολόκληρης της κοσμοθεωρίας που συμβολίζει η περσόνα του.

Η ξέφρενη ανεμελιά, η επίδειξη μιας φανφαρόνικης (για να θυμηθούμε και τον ελληνικό τίτλο της ταινίας) αρρενωπότητας, η ανάγκη επίδειξης που αποκρυσταλλώνεται στο παράτολμο παιχνίδι των προσπεράσεων στην ανοιχτωσιά (και ανοργανωσιά) των ιταλικών δρόμων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Μπρούνο υποτιμά αδιάκοπα κάθε άλλο μέσο μεταφοράς, το οποίο έχει συνδεθεί στο παρελθόν με το ιταλικό συλλογικό υποσυνείδητο: τα άλογα και τα γαϊδουράκια των χωρικών, τις βέσπες και τα Fiat της πρώιμης αστικοποίησης της μεταπολεμικής περιόδου.

Το μεγαλύτερο γαλόνι στην ερμηνεία του Γκάσμαν είναι ότι κατορθώνει να προσδώσει αμέτρητα επίπεδα σε έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε πολύ εύκολα να εκτραπεί προς τη μονοκόμματη γραφικότητα. Ο Μπρούνο πράγματι πλήττει με την «επίσημη» κουλτούρα (το σινεμά του Αντονιόνι, οι ετρουσκικοί τάφοι, η θρησκευτική αρχιτεκτονική της Τοσκάνης), αλλά κάθε άλλο παρά απαίδευτος ή βαρετός είναι. Αντιθέτως, η συναισθηματική του νοημοσύνη, όπως και η παρατηρητικότητά του, βρίσκονται πάντα στα κόκκινα.

Μέσα σε λίγα λεπτά ξετρυπώνει το σιωπηλό και εξιδανικευμένο πάθος του Ρομπέρτο για τη γειτονίσσά του, ξεθάβει με άνεση όλα τα οικογενειακά μυστικά που ο Ρομπέρτο δεν διανοήθηκε ποτέ να σκαλίσει, ενώ ψυχανεμίζεται ταχύτατα, και πάντα εύστοχα, τις στιγμές που ο νέος του φίλος πασχίζει να σκαρφιστεί κάποια δικαιολογία για να τη σκαπουλάρει: κι όσο και να μην το δείχνει, πληγώνεται από αυτή την υπόνοια. Διότι παρά το γεμάτο πόζα και μόστρα προσωπείο, ο Μπρούνο βρίσκει πάντα τον τρόπο να αναπληρώσει με μια αναπάντεχη κίνηση που φανερώνει αληθινό δέσιμο και αδερφικό ενδιαφέρον.

Το Il Sorpasso, πέρα από την ψυχή της Ιταλίας, δρασκελίζει και το παρελθόν των ηρώων, σε μια διαδικασία κάθαρσης και απομάγευσης. Ο Ρομπέρτο, καθώς επισκέπτεται την οικογενειακή εστία, και με τη βοήθεια της αυθόρμητης και τσεκουράτης ματιάς του Μπρούνο, συνειδητοποιεί σταδιακά πως ο ολάνθιστος κήπος με τις αναμνήσεις του έχει πλέον μετατραπεί σε μαυσωλείο από νεκρές στιγμές που έχουν ξεθωριάσει στο πέρασμα του χρόνου.

Την ίδια στιγμή, αδέξια και αμήχανα όπως κάθε πρωτάρης που βαδίζει σε ανεξερεύνητα μονοπάτια, χτίζει την αυτοπεποίθησή και την αποφασιστικότητά του (σε ολόκληρη την ταινία ο Μπρούνο κυνηγά κάθε θηλυκό που συναντά, χωρίς να νοιάζεται για μια πιθανή αποτυχία, ενώ ο Ρομπέρτο αφήνει πλείστες ευκαιρίες να περάσουν αναξιοποίητες).

Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ συχνά-πυκνά ακούμε το voice over των εσωτερικών σκέψεων του Ρομπέρτο, ο οποίος αναλογίζεται, επαναπροσδιορίζει και απομυθοποιεί τα συστατικά στοιχεία της ταυτότητάς του, δεν συμβαίνει το ανάλογο και με τον Μπρούνο. Μια διαφοροποίηση μάλλον λογική, αν το καλοσκεφτεί κανείς, καθώς ένας άνθρωπος που εξωτερικεύει σαν μυδραλιοβόλο τον παραμικρό συνειρμό που επισκέπτεται το μυαλό του, έχει μάλλον απενεργοποίησει τον μηχανισμό της εσωτερικής συνείδησης.

Ο Μπρούνο διαθέτει τη δική του φωνή, για πρώτη φορά όμως θα κατορθώσει να μετρήσει και να ζυγίσει τις λέξεις του. Και θα βρει εντέλει εκείνη τη λυτρωτική επιδοκιμασία, που τόσο παθιασμένα αναζητούσε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η άβγαλτη αθωότητα του Ρομπέρτο, που έχει ξεχάσει να συστηθεί με το κέφι, είναι απλώς το αντιστάθμισμα για την παρατεταμένη παιδικότητα του Μπρούνο, ο οποίος ζει μονάχα για την εφήμερη καλοπέραση.

Λίγο πριν το φινάλε, σε μια σεκάνς σπάνιας μαεστρίας και έμπνευσης, η κάμερα κατά κάποιο τρόπο υποκλέπτει το προσωπικό βλέμμα του Ρομπέρτο, καθώς βρίσκει το θάρρος να επικοινωνήσει επιτέλους με την κοπέλα που του έχει κλέψει την καρδιά. Ο Ρίζι δημιουργεί μια αίσθηση ρευστής πραγματικότητας, όπου τα πρόσωπα των ανθρώπων θαρρείς διαχωρίζουν τη θέση τους από τα όσα εξελίσσονται γύρω τους. Όλοι χορεύουν, χαμογελούν και χαριεντίζονται, αλλά την ίδια στιγμή παρατηρούν το όλο σκηνικό από μακριά, βυθισμένοι σε μια σιωπηλή μελαγχολία.

Το απότομο και κατάμαυρο φινάλε του Il Sorpasso (που έχει προοικονομηθεί) είναι απλώς η θαρραλέα κορωνίδα για μια ταινία που φορά το στέμμα της comedia all’ italiana. Η πρωτόλεια ορμή της ζωής και η υποδόρια επιθυμία θανάτου είναι φίλοι αχώριστοι και καρδιακοί. Εξάλλου, για να πεθάνει κανείς πρέπει πρώτα να έχει αρχίσει να ζει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑