Reviews Broken Flowers

23 Απριλίου 2020 |

0

Broken Flowers

Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους

Παίζουν: Μπιλ Μάρεϊ, Τζέφρι Ράιτ, Σάρον Στόουν, Τζέσικα Λανγκ

Διάρκεια: 106’

O Don Johnston είναι ένας ξεφτισμένος, αποκαμωμένος και συνταξιοδοτημένος από τη ζωή Don Juan. Τα κοινά αρχικά (DJ) με τον μυθικό καρδιοκατακτητή (αλλά και το σχεδόν όμοιο όνομο με τον γοή των 80s Ντον Τζόνσον) υπονοούν τα περασμένα μεγαλεία, αλλά τα σκληρά λόγια της συντρόφου του -καθώς μαζεύει τα πράγματά της και φεύγει τρέχοντας από μια βαλτωμένη σχέση- φανερώνουν το σκληρό παρόν. Φυσικά, τίποτα δεν είναι σκληρό και επώδυνο αν το τυλίξεις σε ένα υπνωτιστικό κουκούλι ολοκληρωτικής απάθειας και αδράνειας.

Όπως υπονοείται ξεκάθαρα, εδώ και πολλά χρόνια, ο Don ζει, κινείται, μιλά και φέρεται σαν να έχει μπει σε καθεστώς σουρντίνας. Υπόκωφος θρήνος για τα καλύτερα που διαγράφονται πλέον στον καθρέφτη του αμαξιού και όχι στον ορίζοντα της διαδρομής; Ειλικρινής αποδοχή της ματαιότητας και της έλλειψης νοήματος; Aπλή και ξάστερη μεσήλικη ζοχάδα; Ουδείς μπορεί να πει με σιγουριά, το μόνο βέβαιο όμως είναι ότι η οκνηρία του Don είναι αξιωματική και απαράβατη. Σαν δίχτυ ασφαλείας και ασπίδα προστασίας από την ίδια τη ζωή.

Πιθανότατα, κανείς άλλος ηθοποιός στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά δεν μπορεί να αιχμαλωτίσει με μεγαλύτερη πληρότητα από τον Μπιλ Μάρεϊ αυτή την παλλόμενη παραίτηση από τα πάντα, αυτή την σπαρακτική αποκοπή από τα ερεθίσματα της ζωής. Ανεπαίσθητα παιχνιδίσματα των ματιών, ένα ασάλευτο πορτρέτο αυτοπαρωδίας και σαρκασμού, (κατ’ αναλογία) ένας Μπάστερ Κίτον της μοντέρνας εποχής που δεν κάνει αστεία πράγματα, αλλά τα πράγματα να φαίνονται αστεία. Με πρώτη και καλύτερη στο μενού αυτής της οντολογικής κωμωδίας τη λύπη: την πηχτή και αδιαπέραστη θλίψη, που μπορεί να προκαλέσει το πιο τρανταχτό γέλιο.

Η νηνεμία της ζωής του ήρωά μας δεν διαταράσσεται ούτε καν όταν λαμβάνει ένα ουρανοκατέβατο γράμμα (σε ροζ επιστολόχαρτο, σαν το ταγιέρ της πρώην του τη στιγμή του χωρισμού…), από άγνωστο αποστολέα, που τον ενημερώνει (;) ότι όχι απλώς έχει έναν 19χρονο γιο, αλλά ότι αυτός ο γιος τον ψάχνει και ενδέχεται να του χτυπήσει την πόρτα από στιγμή σε στιγμή. Ο Don δεν δείχνει διατεθειμένος να διαταράξει τη ναρκοληψία του, όμως ο δραστήριος και ενεργητικός γείτονάς του έχει αντίθετη άποψη.

Ο Winston (με καταγωγή από την Αιθιοπία, ένα άτυπο κλείσιμο ματιού στον βασιλιά της Ethio jazz Μουλάτου Αστάτκε που δεσπόζει στο soundtrack της ταινίας), που θαρρείς διαστέλλει τον χρόνο για να χωρέσει ένα σμήνος από δραστηριότητες, έχει μια σχεδόν ενστικτώδη ντετεκτιβίστικη κλίση, την οποία θέτει σε εφαρμογή για να βοηθήσει τον φίλο του. Όχι για να βρει την άκρη του νήματος, αλλά για να βάλει ένα φρένο σε αυτό τον άχρονο λήθαργο που του απομυζεί όλη την ενέργεια. Ο Don ξεκινά ένα απολαυστικό road trip αναμέτρησης με το παρελθόν, αναζητώντας μία προς μία όλες τις υποψήφιες μητέρες ενός πιθανότατα ανύπαρκτου γιου. Επί της ουσίας, δεν αναζητά ένα χαμένο γιο, αλλά τη δίψα του για ζωή, την επιθυμία του να υπάρξει ένα οποιοδήποτε μέλλον.

Ο Τζιμ Τζάρμους επιφυλάσσει στον ήρωά του ένα οδοιπορικό απορρύθμισης, σαρκασμού και σύγχυσης, που προκύπτει μέσα από ένα ντόμινο κατάρρευσης και ευτελισμού του όλου σκοπού της αναζήτησης. Παράλληλα, το ταξίδι του Don αποκαλύπτει ένα προς ένα τα αθέατα πρόσωπα μιας Αμερικής που δεν θα πάψει ποτέ να λειτουργεί ως αβαθής δεξαμενή και χοάνη που βρίσκει χώρο και τρόπο για πιο λοξές και ξεχαρβαλωμένες φιγούρες και καταστάσεις. Το Broken Flowers χαράζει μια διαδρομή μαρασμού και απομάγευσης, με οδηγό έναν ήρωα που διαθέτει πλεόνασμα από αφοπλιστική στωικότητα. Τερματικός σταθμός μια σαρδόνια αυτογνωσία. Ελλιπής, ατελής, μα τόσο πλήρης και αυθόρμητη.

Στάση πρώτη, ενθουσιώδης υποδοχή από μια σέξι μητέρα (Σάρον Στόουν) και μια υπέρ το δέον προκλητική κόρη, ονόματι Lolita, η οποία (φυσικά) παιχνιδίζει ηδυπαθώς με ένα γλειφιτζούρι. Αμφότερες κατά τρόπο εξωφρενικό -εντέλει, όμως, απόλυτο λογικό σε αυτό το σύμπαν deadpan αμηχανίας και σχεδόν φαντασιακής πραγματικότητας- μοιάζουν να αγνοούν τις λογοτεχνικές και κινηματογραφικές καταβολές του διάσημου ονόματος. Μια αδέξια αλλά γλυκιά ερωτική επανασύνδεση, μια μάταιη υπενθύμιση ευτυχίας, ένας κλασικός μύθος σεξουαλικής παραβατικότητας και απαγορευμένου καρπού σε πλήρη αντιστροφή.

Στάση δεύτερη, μία πρώην χίπισσα των 60s (Φράνσις Κόνροϊ), η οποία έχει πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών. Εργάζεται πλέον ως μεσίτρια με ειδίκευση στα λυόμενα και είναι εγκλωβισμένη στην αρχετυπική suburbia φυλακή και σε μια φανερά αταίριαστη σχέση με έναν εμφατικά βαρετό σύζυγο.

Το αρχικό κλίμα φιλικής υποδοχής γρήγορα διολισθαίνει προς την ένταση και την υποβόσκουσα απειλή. Ο χωρισμός έχει αφήσει πικρίες και κατάλοιπα. Απομυθοποίηση της γλυκανάλατης εποχής των ονείρων, πλάγιος υπαινιγμός για την εγγενή βία του μεσοαστικού American Dream της καλοβαλμένης μετριότητας, αλλά και μια πρώτη γεύση της σταδιακής κατρακύλας που κοντοζυγώνει.

Στάση τρίτη, στο ιατρείο μιας “animal communicator” που αναλαμβάνει να επικοινωνήσει λεκτικά (αλλά και ψυχικά) με διάφορα κατοικίδια για λογαριασμό των ιδιοκτήτων τους (Τζέσικα Λανγκ), η οποία δείχνει να έχει μια υπέρ το δέον στενή σχέση με την -προστατευτική σαν πιστό λυκόσκυλο- γραμματέα της (Κλόι Σεβινί).

Η υποδοχή είναι ψυχρή, εχθρική, γεμάτη αδιαφορία, κυνισμό και έμμεσες προσβολές, παρά τις σποραδικές υπόνοιες πως η επίσκεψη του Don δεν είναι και τόσο απρόσμενη… Μια νέα μπερδεμένη και ακατανόητη εποχή, η οποία ξεπροβάλλει σαν καρικατούρα, ενδεδυμένη με μια σοβαρότητα που μοιάζει με κακόγουστο ανέκδοτο. Η πορεία προς τον πυθμένα έχει ξεκινήσει.

Στάση τέταρτη, μια ψυχολογικά διαλυμένη και δυσλειτουργική γυναίκα (Τίλντα Σουίντον), γεμάτη επιθετικότητα και ζοχάδα. Βρισκόμαστε στην κυριολεξία στη μέση του πουθενά, σε μια συναισθηματική no man’s land, στην καρδιά της White trash Αμερικής. Η συνάντηση (τόσο εύστοχα διανθισμένη με stoner μελωδίες) καταλήγει σε ξυλοφόρτωμα από δύο μηχανόβιους και στο ξύπνημα του αιμόφυρτου Don καταμεσής ενός λιβαδιού.

Στάση πέμπτη, η μόνη λογική κατάληξη αυτής της πορείας καταβύθισης: ένας τάφος, όπου ο Don εναποθέτει το ροζ μπουκέτο. Τα Τσακισμένα λουλούδια βρήκαν το κατάλληλο μέρος για να αναπαυτούν, για να γίνουν ένα με τον χρόνο, τη λήθη, τα λάθη και τα τις συγγνώμες που άργησαν τόσο ώστε να γίνουν πλέον αχρείαστες.

Σε καθεμία από τις στάσεις αυτού του ασυντόνιστου νόστου στο παρελθόν, το ροζ χρώμα δεσπόζει σχεδόν σαν εμπαιγμός που θέλει να επιτείνει την αμφιβολία. Αυτή η άγρια κατηφόρα από την επιβεβαίωση ώς τον πλήρη ξεπεσμό κουβαλά μαζί της αναπάντητες εικασίες, μάταιες αναπολήσεις και περιπαικτικές διαψεύσεις.

Κυοφορεί, όμως, και μια εκκολαπτόμενη σπίθα, για σύνδεση, για επανόρθωση, για δόσιμο. Φυσικά, η ζωή έχει πάντα την τελευταία λέξη. Μοιάζοντας με αστείο που επαναλαμβάνεται σε λούπα, διαιωνίζοντας μια ατελείωτη απορία. Για πολλοστή φορά, σημασία είχε το ταξίδι. Ακόμη κι αν ο προορισμός δεν ήταν άλλος από το σημείο αφετηρίας. 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑