Στο Παρίσι που σείεται από τις διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων, ένα περιστατικό αστυνομικής βίας τίθεται υπό τη διερεύνηση των εσωτερικών υποθέσεων της γαλλικής αστυνομίας. Δύο νεαροί από μια μικρή πόλη της περιφέρειας μετέβησαν στην πρωτεύουσα για να συμμετάσχουν στις μαζικές κινητοποιήσεις. Ο ένας κατέληξε υπόδικος και προσωρινά κρατούμενος, ο άλλος στο νοσοκομείο τραυματισμένος στο κεφάλι από πλαστική σφαίρα και υπό τον κίνδυνο μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης. Ο Φάκελος 137, όπως εύστοχα τιτλοφορείται η ταινία, είναι ένας ακόμα ανάμεσα σε πολλούς που στοιβάζονται στα αρχεία, μια υπόθεση ανάμεσα σε εκατοντάδες που καλείται να χειριστεί η υπηρεσία, αναζητώντας στοιχειώδη νηφαλιότητα εν μέσω αναταραχής στα ενδότερα της αστυνομίας.

Η Λεά Ντρικέρ (εύλογο Σεζάρ Α’ Γυναικείου Ρόλου) ενσαρκώνει τη Στεφανί, αστυνομικό που τίθεται επικεφαλής της εσωτερικής έρευνας. Είναι απαλλαγμένη από ηρωισμούς, δεν διατρανώνει την ηθική της ακεραιότητα, ούτε παραγνωρίζει τις δοκιμασίες που υφίστανται οι συνάδελφοί της που υπηρετούν στους δρόμους της φλεγόμενης μεγαλούπολης. Η ίδια, άλλωστε, έχει βρεθεί στο πόστο των εσωτερικών υποθέσεων από καραμπόλα, προκειμένου να εξασφαλίσει περισσότερο χρόνο με το παιδί της. Από τη μία, λοιπόν, δεν ανέχεται την ελαφρά τη καρδία σπίλωση του ονόματος της αστυνομίας από επιπόλαιους επικριτές που αρνούνται να αναγνωρίσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δυνάμεις της ασφάλειας και δεν προτίθεται να περάσει από κόσκινο τους συναδέλφους της για το παραμικρό. Από την άλλη, αν υφίσταται μέσα της οποιαδήποτε αίσθηση καθήκοντος, αναπόδραστα θα έρθει στην επιφάνεια ενόψει της καταγγελίας της οικογένειας του νεαρού θύματος και των αμφιλεγόμενων πρακτικών που ακολούθησαν οι αστυνομικοί στην περίπτωσή του.

Σταδιακά, λοιπόν, η αμφιθυμία της ως προς την υπό διερεύνηση υπόθεση υποχωρεί και η εμπλοκή της αποκτά (και) συναισθηματικό υπόβαθρο, όταν η γραφειοκρατία την οποία ξέρει να χειρίζεται άριστα ορθώνεται απέναντί της σαν μέσο εξουσιαστικής επιβολής ή το περιεχόμενο ενός βίντεο αμφισβητείται και αναμορφώνεται οργουελικά προς όφελος των φερόμενων ως δραστών αστυνομικών. Η ψυχρή παλέτα και η εγκρατής κινηματογράφηση του Μολ δεν αφήνουν τον συναισθηματισμό να κυριαρχήσει˙ ο έμπειρος δημιουργός αντιστέκεται στον πειρασμό να προσεπικαλέσει το θυμικό του κοινού στην εξίσωση. Αντίθετα, ακολουθώντας εκ των έσω όλη τη διαδρομή μέσα από τον εγγενώς επιφυλακτικό χαρακτήρα της Στεφανί, ο Μολ δημιουργεί μια στιβαρή καταγγελία που ηχεί σθεναρά επειδή ακριβώς αποφεύγει τις κορώνες, τις εύκολες γενικεύσεις και τις μεγαλοστομίες.
Χωρίς να καθίσταται κυρίαρχη πτυχή του, το φιλμ του Ντομινίκ Μολ δεν παραγνωρίζει τον ρατσισμό που διατρέχει τα αντανακλαστικά της κοινωνικής και θεσμικής απόκρισης απέναντι σε ένα περιστατικό αστυνομικής βίας. Η Αλισιά, μαύρη καμαριέρα πανάκριβου ξενοδοχείου και κρίσιμη αυτόπτης μάρτυρας (παρεμπιπτόντως, γεμάτη ένταση η ολιγόλεπτη παρουσία της εξαιρετικής Γκουσλαζί Μαλαντά που μας εντυπωσίασε στο Saint Omer), διστάζει να μοιραστεί με την αστυνομία όσα είδε. Αυτόν τον δισταγμό δε χρειάζεται καν να τον εξηγήσει, είναι σχεδόν αυτονόητος για έναν άνθρωπο στη δική της θέση. Σε μια υπόθεση που λαμβάνει σημαντικές διαστάσεις, διακυβεύονται για την ίδια πολύ περισσότερα από όσα η αστυνομία κατανοεί.

Άλλωστε, όπως δηλώνει ρητά στην αστυνομικό, το λευκό του δέρματος του θύματος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ταχύτητα με την οποία κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός για να ερευνήσει το περιστατικό. Αυτή η διατύπωση δεν έχει χαρακτήρα προσωπικής επίκρισης, το αντίθετο μάλιστα, εξακολουθεί να ισχύει στο ακέραιο παρότι η ίδια η αστυνομικός δε δείχνει καθόλου να διακατέχεται από ρατσιστικά κριτήρια κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Η παρουσία της δεν εξασφαλίζει ότι η θεσμική δράση θα μεταβληθεί, δε μπορεί να καθορίσει την κατεύθυνση ενός ολόκληρου συστήματος με βαθιές ρίζες στην κοινωνία και την κρατική δομή.
Το ίδιο ισχύει και με τη διερεύνηση καθαυτής της υπόθεσης: αν χρειαστεί, το οφθαλμοφανές παύει να σημαίνει αυτό που καθένας καταλαβαίνει αντικρίζοντας το και χρειάζεται ολόκληρη εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία για να υποστηριχθεί μία θέση που φαντάζει προδήλως αληθινή. Κάπως έτσι, η υποψία παρούσας και άλλως αναπότρεπτης απειλής που δικαιολογεί νόμιμη άμυνα μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι το θύμα που τρέχει μακριά στρέφει το κεφάλι προς τον αστυνομικό για κλάσματα του δευτερολέπτου προτού δεχθεί την πλαστική σφαίρα στο κρανίο, έχοντας γυρισμένη στην πλάτη. Είναι ο ίδιος σπόρος που γεννά αμφιβολίες για την αμεροληψία της Στεφανί επειδή κατάγεται από το ίδιο μέρος με το θύμα, χωρίς κάτι τέτοιο να προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε την έρευνα. Είναι μια θεσμική συγκρότηση που μοιάζει άτρωτη, φτιαγμένη με επιμέλεια ώστε να κινείται αυτόματα και αυτοδίκαια προς μια κατεύθυνση, γεμάτη αμέτρητες δικλείδες ασφαλείας απέναντι σε εξωτερικές και εσωτερικές απειλές.















