White God

Σκηνοθεσία: Κορνέλ Μουντρουτσό

Παίζουν: Luke και Body (τα δυο σκυλιά που υποδύονται τον «Χάγκελ»), Ζόφια Πσότα, Σάντορ Ζότερ

Διάρκεια: 119’

Η κινηματογραφική ιδέα της στροφής της φύσης, τόσο της χλωρίδας όσο και της πανίδας, εναντίον του ανθρώπου είναι μια παλιά κι αγαπημένη ιστορία. Από low budget ταινίες τρόμου και disaster b-movies μέχρι χολιγουντιανές υπερπαραγωγές, η εξέγερση της Μητέρας Φύσης και/ή υποταγμένου βασιλείου των ζώων κόντρα στον «κατακτητή» άνθρωπο έχει αποτελέσει πρώτης τάξης αλληγορικό σκηνικό. Ένας καμβάς για να απεικονίσουμε τους ενδόμυχους φόβους μας απέναντι στο άγνωστο, το καινούργιο και το διαφορετικό. Ένας συμβολισμός για την καταπίεση, την εξουσία και τη μισαλλοδοξία, για την κατάρα της αυτοκαταστροφικής δίνης στην οποίο στροβιλιζόμαστε από καταβολής κόσμου. Για τα εσωτερικά τέρατα που κουβαλάμε εντός μας και πασχίζουμε να κρύψουμε, χωρίς όμως να το καταφέρνουμε πάντοτε, καθώς αυτά βρίσκουν πάντα τρόπο να αναδυθούν στην επιφάνεια.

Αν θέλουμε πάντως να εντοπίσουμε την ταινία με την οποία συγγενεύει και στην οποίο κλείνει πονηρά το μάτι ο Λευκός θεός του Ούγγρου Κορνέλ Μουντρουτσό, αυτή δεν θα ήταν άλλη από το White Dog (1982), του Σάμιουελ Φούλερ, όπως προδίδει άλλωστε και ο αναγραμματισμός της δεύτερης λέξης του τίτλου (παρένθεση: η ταινία του Φούλερ είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ρομέν Γκαρί, το οποίο ήταν αρχικά να μεταφερθεί στο σινεμά από τον Ρόμαν Πολάνσκι, αλλά το πρότζεκτ μπήκε στις καλένδες λόγω της γνωστής υπόθεσης σεξουαλικής συνεύρεσης με ανήλικη που ανάγκασε τον Πολάνσκι να φύγει από τις ΗΠΑ, ενώ, όταν εν τέλει γυρίστηκε η ταινία, η Paramount την κυκλοφόρησε μονάχα σε περιορισμένο κύκλωμα αιθουσών, θεωρώντας το περιεχόμενό της αμφιλεγόμενο και ικανό να προκαλέσει ταραχές. Τέλος παρένθεσης).

Σε αμφότερες τις ταινίες, οι σκύλοι γίνονται φορείς βίας που κατευθύνεται εναντίον των ανθρώπων, ενώ το αντικείμενο του συμβολισμού είναι οι ρατσιστικές τάσεις φυλετικού διαχωρισμού και γκετοποίησης που αναπτύσσονται σε μία κοινωνία, είτε αυτή είναι η αμερικάνικη κοινωνία που ακόμη δεν έχει αποτινάξει τη δυσωδία της πολιτικής του segregation (Φούλερ) είτε πρόκειται για τη σύγχρονη ουγγρική κοινωνία των πανίσχυρων νεο-ναζιστικών και ρατσιστικών τάσεων (Μουντρουτσό).

Από εκεί και έπειτα, ο Λευκός θεός διαθέτει, αν μη τι άλλο, το know how του αυθεντικού και ενστικτώδους εντυπωσιασμού. Με μια εναρκτήρια σκηνή που προκαλεί ένα αυτόματο γούρλωμα ενθουσιασμού. Ένα κορίτσι που κάνει ποδήλατο σε μια Βουδαπέστη θαρρείς βομβαρδισμένη και ισοπεδωμένη. Ένα παρατημένο αυτοκίνητο σε μία γέφυρα που επιτείνει ντελικάτα και κομψά την αίσθηση μιας υποδόριας απειλής. Και ξάφνου, από τη γωνία του δρόμου ξεπροβάλλει μια ατελείωτη αγέλη σκυλιών που καταδιώκει το μικρό κορίτσι. Όσο για τη σκηνή του φινάλε, τα λόγια περιττεύουν μπροστά σε μια εικόνα άηχου μεγαλείου, η οποία προκαλεί γνήσια και έκθαμβη απορία σε σχέση με το πώς κατέστη εφικτό να γυριστεί με τόση μαεστρία.

Το White God, όπως μάλλον αντιληφθήκατε ήδη, δεν χρησιμοποιεί απλώς τον πιο πιστό του ανθρώπου με τη μορφή ενός απλού σεναριακού τεχνάσματος ή μιας ένεσης χαριτωμενιάς, αλλά αποτελεί την πιο «σκυλίσια» ταινία στην ιστορία του σινεμά, με πάνω από 250 τετράποδους δρομείς να συμμετέχουν στα γυρίσματα της ταινίας! Ο Μουντρουτσό, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, καταφέρνει να στήσει σκηνές άγριας καταδίωξης, καθώς και μια ασύλληπτη σκηνή ενέδρας που προσομοιάζει σε αστυνομικό θρίλερ, έχοντας τους σκύλους -και ιδίως ένα σκύλο, ονόματι Χάγκελ– σε ξεκάθαρο πρωταγωνιστικό φόντο.

Με κοφτερές εναλλαγές μεταξύ κοντινών και μακρινών πλάνων και φωτογραφία που γίνεται ανά στιγμές (σκοπίμως) ασφυκτική, ο Μουντρουτσό ξεδιπλώνει μια σκοτεινή σκυλίσια παραβολή για την αρρωστημένη και νοσηρή ανάγκη για «καθαρότητα». Για τη συνενοχή όλων στην επιβολή φόβου και καταπίεσης, για την αδράνεια που συνιστά συγχωροχάρτι σε καιρούς χαλεπούς, για τη γενικευμένη μιζέρια που μπορεί πολύ εύκολα, και με συνοπτικές διαδικασίες, να εκτονωθεί με τη μορφή της βίας και του τσαλαπατήματος του αδύναμου.

Όπως προείπαμε, η Βουδαπέστη, όχι κατά την κορύφωση αλλά ήδη από την πρώτη κιόλας στιγμή, απεικονίζεται ως ένας τόπος νεκρικής σιωπής και πνευματικής ερήμωσης, λες και έχει κατακτηθεί ολοκληρωτικά από τον φόβο και την απάθεια. Οι άνθρωποι συναθροίζονται μεν και διασκεδάζουν, όντας όμως συνεχώς αποκομμένοι από τον πυρήνα και το κέντρο των πραγμάτων. Η μακάρια και αποσβολωμένη, μέσα στον μικρόκοσμό της, ορχήστρα είναι ο μάλλον επιτυχέστερος συμβολισμός, ακριβώς γιατί είναι ο πιο υπαινικτικός και ο λιγότερο φωνακλάδικος.

Πέρα όμως από όλα αυτά τα ωραία και καλά (και πάνω απ’ όλα εντυπωσιακά στο μάτι και το θυμικό), το White God δεν είναι απρόσβλητο από αρρυθμίες και αβλεψίες. Πρωτίστως, επειδή όλη η κατασκευή της ταινίας, από τη δραματουργία και την αφηγηματική εξέλιξη της πλοκής ώς το εσωτερικό της τέμπο και τις κορυφώσεις της, μοιάζει να είναι υπέρμετρα απασχολημένη με το εύρημα της σκυλίσιας εμπλοκής, σε σημείο που να παραμελεί όλα τα υπόλοιπα. Η χαρακτηρολογία όσων γαβγίζουν δείχνει αδιανόητα πιο πλήρης και σαφής από την αντίστοιχη αυτών που μιλούν, κατά τρόπο που προκαλεί μια αναπόφευκτη κι ανεπιθύμητη αμηχανία.

Από εκεί κι έπειτα, όπως προείπαμε ο Μουντρουτσό δείχνει να αναπληρώνει για το κάπως σχηματικά και συγκαταβατικά δοσμένο σημαινόμενο με ένα σημαίνον εξαιρετικά διακοσμημένο. Από την έξοχη χρήση της κλασικής μουσικής ώς τις ανύποπτες πινελιές καλοστημένου θρίλερ που ξεπηδούν θαρρείς από το τίποτα, ο Λευκός θεός χρησιμοποιεί ένα σύνθετο ιστό για να εξυφάνει μια απλή ιστορία, ισορροπώντας ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, καθώς και ανάμεσα στη φαντασία και τον ρεαλισμό. Η αντίστροφη ρότα θα ήταν ακόμη προτιμότερη, αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑