Reviews The Remains of the Day (Τα απομεινάρια μιας μέρας)

4 Ιανουαρίου 2021 |

0

The Remains of the Day (Τα απομεινάρια μιας μέρας)

Σκηνοθεσία: Τζέιμς Άιβορι

Παίζουν: Άντονι Χόπκινς, Έμα Τόμσον, Τζέιμς Φοξ, Κρίστοφερ Ριβ, Χιου Γκραντ

Διάρκεια:

Ο εναρκτήριος διάλογος της ταινίας ανάμεσα στον νέο ιδιοκτήτη της ξεπεσμένης έπαυλης -έναν πλούσιο Αμερικάνο που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τους τύπους και το φλέγμα της παλαιάς αγγλικής αριστοκρατίας- και τον αιώνια πιστό μπάτλερ αποκαλύπτει πολλά περισσότερα από όσα διαφαίνονται με την πρώτη ματιά. «Ξέρεις τι μου αρέσει στις αγγλικές εφημερίδες; Οι επικήδειοι. Εδώ, ο καθένας έχει μια νεκρολογία υψηλού επιπέδου», αναφέρει ο νέος αφέντης του Ντάρλινγκτον Χολ και ευθύς εξαρχής πλανάται στον αέρα μια πρώτη υποψία της επιμνημόσυνης δέησης που θα ακολουθήσει.

Οι διακεκριμένοι εκλιπόντες είναι αφενός η αγγλική ψυχική ραχοκοκαλιά, σε όλες τις εκφάνσεις της, αφετέρου μια ολόκληρη εποχή και κοσμοθεωρία, που μας γνέφουν αντίο ατιμασμένες και ευτελισμένες. Πλάι τους, σε μια γωνιά από εκείνες που δεν πιάνει το μάτι, τις οποίες ο ίδιος δεν άφηνε ποτέ να σκονίσουν, περιμένει στωικά τον ενταφιασμό του και ο κύριος Στίβενς. Σιωπηλός, άβουλος, αόρατος ακόμη και μπροστά σε καθρέφτη. Σε αγκυλωμένη στάση προσοχής, με εργοστασιακά ατσαλάκωτο ύφος, δουλικά πρόθυμος να εξυπηρετήσει τους προσκεκλημένους στο δικό του κατευόδιο.

Τα απομεινάρια μιας μέρας (1993), του σεσημασμένου στα διαμάντια εποχής Τζέιμς Άιβορι, βασίζεται στο εμβληματικό μυθιστόρημα του νομπελίστα Βρετανό-Ιάπωνα Κάζουο Ισιγκούρο και ξεδιπλώνεται σαν ένας χαμηλόφωνος θρήνος για έναν κόσμο που έχει φθαρεί στον βαθμό του αυτό-αφανισμού. Η έπαυλη του Ντάρλινγκτον Χολ, μεγαλοπρεπής αλλά κούφια, δαιδαλώδης και γεμάτη καμουφλαρισμένες πόρτες, ατελείωτους διαδρόμους και αθέατα καμαράκια, μετατρέπεται σταδιακά στην τελευταία κατοικία για μια σειρά από ξεφτισμένα ιδανικά και ολέθριες ψευδαισθήσεις μεγαλείου. Η βρετανική άρχουσα τάξη, αυτιστικά προσηλωμένη σε μια ακλόνητη πεποίθηση αυθεντίας και ανωτερότητας, ξελογιάζεται από την ίδια της την οκνηρία, υποτάσσοντας κάθε ηθικό της αισθητήριο στην εξουσία που πηγάζει από το πρωτόκολλο. Και δίχως καλά καλά να το αντιληφθεί, παραδομένη στην αυταρέσκεια της «τιμής», διαπράττει την πιο επαίσχυντη ντροπή.

Οι Άγγλοι αριστοκράτες, οικειοθελώς απομονωμένοι σε μαυσωλεία αλλοτινών μεγαλείων, μοιάζουν με εστέτ φαντάσματα που τρομάζουν στη θέα και στην παρουσία των κανονικών ανθρώπων. Με τον Λόρδο Ντάρλινγκτον (τρομερά υποτιμημένη η ερμηνεία του Τζέιμς Φοξ σε έναν ρόλο-κλείδι) να ενσαρκώνει όλο αυτόν τον τραγικό ξεπεσμό μιας πλανεμένης αφρόκρεμας (στην οποία εντάσσεται και ο τρυφηλός και αφελής Γάλλος διπλωμάτης), που πιστεύει πως ακόμη κινεί τα νήματα, ενώ στην ουσία έχει εκπέσει στο επίπεδο της άβουλης μαριονέτας. Ανοχύρωτοι απέναντι στις φτηνές κολακείες και τα ψεύτικα φληναφήματα του κτήνους, οι Άγγλοι ευγενείς μπερδεύουν την ευγένεια με τον μανιερισμό και τυφλώνονται μπροστά στη θύελλα που κοντοζυγώνει.

Η σκηνή του δείπνου-(κατά φαντασίαν) συνεδρίου, όπου ο Αμερικανός αντιπρόσωπος (και μελλοντικός ιδιοκτήτης του Ντάρλινγκτον Χολ), ορμώμενος όχι από κάποια ανώτερη ηθική, αλλά από ένα πνεύμα ωμού ρεαλισμού (μια υποδόρια σπόντα για την αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο), κατακεραυνώνει όλους τους συνδαιτυμόνες ως «ερασιτέχνες», επισφραγίζει το πέρασμα σε μια νέα εποχή. Οι επιταγές της realpolitik δεν έχουν χώρο για επαγγελματίες άεργους, που θεωρούν πως έχουν κληρονομήσει το προνόμιο να ελέγχουν τις τύχες του κόσμου.

Στην πραγματικότητα, ο βαθύς σπαραγμός που εκπέμπει αυτό το κινηματογραφικό κομψοτέχνημα ύφους, τονικότητας, χωροταξικής κατάστρωσης και πλάγιων υπαινιγμών χτίζεται σε ένα διπλό θεμέλιο εγκληματικής αδράνειας. Καθώς η Ιστορία κατρακυλά στο έρεβος μέσα από την ανοχή, τα στραβά μάτια και τις αλαζονικές αυταπάτες, η προσωπική ιστορία του διάφανου Στίβενς εξαϋλώνεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σε αυτό τον βατήρα της κοινής συντριβής, προσωπικής και οικουμενικής, το Remains of the Day πλάθει μια ερωτική ιστορία αδιανόητης έντασης, που τροφοδοτείται από το μόνο ανεξάντλητο καύσιμο: την ατελείωτη ματαίωση.

Ο Άντονι Χόπκινς, σε ένα κρεσέντο από παύσεις, μορφασμούς και σιωπές, αποτυπώνει στην εντέλεια έναν άνθρωπο που έχει βαλσαμώσει το ίδιο του το κορμί, βάζοντας τις επιθυμίες του στην κατάψυξη: παγωμένα βλέμματα που παρατηρούν ηδονοβλεπτικά τον πειρασμό της ζωής μέσα από παράθυρα, κόγχες και φινιστρίνια, ημιτελείς σπασμωδικές κινήσεις (ασύλληπτης έντασης το εύρημα με το χέρι που χάσκει σαν ακρωτηριασμένο, στην περιβόητη σκηνή με το βιβλίο) που μένουν μετέωρες, αισθήματα που πνίγονται στον ωκεανό από τα ανείπωτα και τα λησμονημένα. Κι ο έρωτάς του για τη δεσποινίδα Κέντον (υποδειγματική η Έμα Τόμσον σε αυτή τη σύμπλευση θάρρους και δειλίας) είναι κι αυτός με τη σειρά του καταδικασμένος σε μια οδυνηρή υποβάθμιση. Η λαχτάρα και το άγγιγμα έχουν οριστικά ηττηθεί από την αβρότητα και το τέρας του αμοιβαίου σεβασμού.

Ο κύριος Στίβενς και η δεσποινίς Κέντον δεν θα βρουν ποτέ τον τρόπο να προσφωνήσουν ο ένας τον άλλο με το μικρό τους όνομα (εκπληκτικά μελετημένες οι δύο μοναδικές στιγμές όπου θα ακούσουμε τα ονόματά τους) και θα αποχαιρετήσουν οριστικά την πιθανότητα του μοιράσματος κάτω από μια πένθιμη βροχή, με ένα βλέμμα τσακισμένης προσμονής. Λίγο νωρίτερα, ο Στίβενς, σε μια ανεστραμμένη εκδοχή της ιστορίας του Απόστολου Πέτρου, θα αρνηθεί ξανά και ξανά ότι γνώριζε τον Λόρδο Ντάρλινγκτον, που έχει πλέον στιγματιστεί με το πιο ανίερο τρόπο, προτού εξομολογηθεί –πρωτίστως στον εαυτό του- την πιο πικρή αλήθεια.

Ο Στίβενς, ένας απαρχαιωμένος Άγγλος σαμουράι (για να θυμηθούμε και τη διττή καταγωγή του Ισιγκούρο), με ξεσκονόπανο αντί για κατάνα και σερβίτσιο αντί για πανοπλία, είναι θαρρείς γενετικά προγραμματισμένος να υπηρετεί δίχως αντιρρήσεις έναν αξιακό κώδικα που έχει προ πολλού ξεφτίσει και κηλιδωθεί. Ο Στίβενς σιδερώνει τις εφημερίδες για τον εργοδότη του σαν να ήταν πουκάμισα και τα γεγονότα των πρωτοσέλιδων μετατρέπονται σε κουμπιά και γιακάδες. Συμβάντα άψυχα και διεκπεραιωτικά, για τα οποία δεν δικαιούται να εκφέρει γνώμη μια ύπαρξη θολή και ετερόφωτη, η οποία είχε ήδη βάλει τον προσωπικό της θρήνο σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το καθαγιασμένο καθήκον.

Σε μια τελική σκηνή σπάνιας υποβλητικότητας, όταν το περιστέρι (που έχει ένα μοβ σημάδι στον λαιμό, ακριβώς σαν την κορδέλα της δεσποινίδας Κέντον) δραπετεύσει από παράθυρο του παλιού αρχοντικού, αφήνοντάς τον οριστικά φυλακισμένο σε αυτό το καλογυαλισμένο κλουβί, ο Στίβενς καλείται να συγυρίσει μια τελευταία ακαταστασία. Τα απομεινάρια μιας ζωής που διάλεξε (και κατάφερε) να μην ζήσει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑