Louder than Bombs

Όταν ένας μη αγγλόφωνος σκηνοθέτης δημιουργεί την πρώτη του ταινία στην Αγγλική, εισέρχεται εκ των πραγμάτων σε μία νέα φάση της καριέρας του. Πολλά ντεμπούτα αξιόλογων σκηνοθετών στην παγκόσμια ομιλούμενη γλώσσα έχουν σημάνει και την απομάκρυνσή τους από το κινηματογραφικό στυλ που τους καθιέρωσε, πιθανόν από ανασφάλεια προς το εγχείρημά τους, το οποίο συχνά αισθάνονται μια ανάγκη να κάνουν κάπως πιο ανοιχτό στο κοινό, αφού η αγγλική γλώσσα τους παρέχει εκ των πραγμάτων τη σχετική δυνατότητα. Για τον Νορβηγό Γιοακίμ Τρίερ η ώρα αυτή ήρθε στα 42 του χρόνια και με την τρίτη του μόλις ταινία. 5 χρόνια μετά το σπουδαίο «Oslo, August 31st, ο Τρίερ παραδίδει στον κινηματογραφικό κόσμο το «Louder than Bombs», που βρέθηκε και στο περσινό διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών.

louder-than-bombs-movie

Η Ιζαμπέλ Ριντ είναι διάσημη φωτογράφος και πολεμική ανταποκρίτρια, η οποία σκοτώνεται σε τροχαίο δυστύχημα. 3 χρόνια μετά το θάνατό της και ενώ η οικογένεια που άφησε πίσω δεν έχει βρει τον τρόπο να διαχειριστεί την απουσία της, ένας φίλος της αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο με χαρακτήρα ρετροσπεκτίβας στο έργο της στο οποίο θα αποκαλύψει την αλήθεια για το θάνατό της, ότι επρόκειτο δηλαδή για αυτοκτονία. Ο σύζυγος της εκλιπούσας, παρότι γνωρίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής, δεν το έχει μοιραστεί με το μικρότερο 16χρονο γιο του, ενώ ο μεγάλος του γιος αρνείται να το δεχτεί. Οι τρεις τους βρίσκονται σε συνολική αδυναμία επικοινωνίας και το επερχόμενο άρθρο καθιστά επιτακτική την ανάγκη να προσπαθήσουν να ξαναβρούν τον χαμένο τους κοινό τόπο, μια διαδικασία που ο πατέρας προσπαθεί να κινήσει, συναντώντας ουκ ολίγες αντιστάσεις από τα τέκνα.

Ο Τρίερ δομεί την ταινία του με μορφή παράλληλων μονολόγων, όπως ακριβώς βλέπει και τις συνομιλίες της οικογένειας την οποία απεικονίζει. Βεβαρημένοι από το ίδιο γεγονός, οι 3 άνδρες αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο την απώλεια. Ο πατέρας προσπαθεί να ανακαλύψει την αλήθεια για τη σχέση του με την Ιζαμπέλ, έστω και τώρα που είναι   καταφανώς αργά. Ο μεγάλος γιος διατηρεί την εξιδανικευμένη εικόνα της μητέρας του χωρίς να επιτρέπει σε τίποτα να την πλήξει. Τέλος, ο μικρός, σε μόνιμη κατάσταση ήπιου σοκ, προσπαθεί μέσα από τις αναμνήσεις του να γνωρίσει τη μητέρα την οποία στερήθηκε, κατηγορώντας ταυτόχρονα τον πατέρα του για την απουσία της, όχι τόσο με την τυπική επίρριψη ευθυνών προς αυτόν για το θάνατό της, αλλά περισσότερο γιατί η τραγωδία που βιώνει είναι ανείπωτη και του είναι αδύνατο να την εξηγήσει με βάση την τύχη.

louder

Μέσα στο μουντό σύμπαν που με επιμέλεια έχει δημιουργήσει, ο σκηνοθέτης εξετάζει τη διαχείριση του θανάτου από τη μεριά των ζώντων. Ακόμα και αν σε λογικό επίπεδο η ταινία δεν επικοινωνεί με το θεατή ή δεν του προσφέρει κάτι το καινοτόμο, αποτελεί έναν συναισθηματικό χείμαρρο, γεμάτο ποιητικές εικόνες. Δυστυχώς όμως, η πλήρης αφοσίωση του Τρίερ στο συναισθηματισμό δίνει στο έργο έναν χαρακτήρα απεικόνισης του δράματος των πρωταγωνιστών και υποβιβάζει την ηθική τους πορεία και την ανάπτυξή τους. Η κεντρική ιστορία είναι εξ αρχής σε δεύτερη μοίρα και έτσι σε ορισμένα σημεία το όλο αποτέλεσμα φλερτάρει με το ακαδημαϊκό μελό. Τελικώς, σ’ ένα σημαντικό βαθμό, διασώζεται από τις εξαιρετικές του ερμηνείες. Η Ιπέρ, στο ρόλο της πάντα απούσας πρωταγωνίστριας, αξιοποιεί στο έπακρο τον χρόνο που της δίνεται, αποδεικνύοντας ξανά πως είναι μια μεγάλη κυρία του ευρωπαϊκού σινεμά. Θαρρεί κανείς πως αυτή η γυναίκα μπορεί να εκφράσει με τα μάτια της όλα εκείνα τα για τα οποία καμία γλώσσα δεν έχει βρει ακόμα τα κατάλληλα λόγια. Ο Άιζενμπεργκ στέκει αξιοπρεπής αλλά όχι ιδιαίτερα μακριά από τη μανιέρα του, ενώ ο μικρός Ντέιβιντ Ντρούιντ λάμπει σαν ακατέργαστο διαμάντι σ’ έναν απαιτητικό, συναισθηματικά πολύπλοκο ρόλο. Όλα τα εύσημα του κόσμου πάντως ανήκουν στον φτασμένο Ιρλανδό Γκάμπριελ Μπερν, που δίνει την πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της καριέρας του, μεστός και στιβαρός σε κάθε στιγμή του έργου χωρίς να καπελώνει κανέναν συμπρωταγωνιστή.

Κοντολογίς, η προσπάθεια του Τρίερ είναι αξιόλογη και παρότι το εύρημα της αφήγησης μοιάζει εύκολο, η συνολική εικόνα διαθέτει την ποιητική αύρα που ήθελε ο δημιουργός. Πιθανόν με τέτοιο πρωτογενές υλικό να μπορούσε να επιτύχει κάτι περισσότερο αξιοσημείωτο, αλλά σε κάθε περίπτωση η ταινία λειτουργεί και σε μερικές στιγμές της μαγνητίζει. Ανυπομονούμε για το επόμενο έργο του, είτε αυτό περιέχει πρωτοκλασάτα ονόματα είτε άσημους Νορβηγούς ηθοποιούς.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑