Σπιρτόκουτο

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Παίζουν: Ερρίκος Λίτσης, Ελένη Κοκκίδου, Κώστας Ξυκομήνος, Αγγελική Παπούλια

Διάρκεια: 80’

Αθήνα, 2002. Ο Δημήτρης είναι αφεντικό. Κυρίαρχη παρουσία ανάμεσα στη γυναίκα του, την κόρη του και τον γιο του και ιδιοκτήτης μίας καφετέριας στον Κορυδαλλό, επιθυμεί να επεκταθεί επιχειρηματικά και να ανοίξει ένα πιάνο μπαρ μαζί με τον κουνιάδο και συνέταιρό του. Μέσα σε λίγες ώρες, ο νευρόσπαστος μεσήλικας θα δει τη ζωή του να γυρίζει ανάποδα και θα απεμπολήσει κάθε έλεγχο που βαυκαλιζόταν ότι διαθέτει στις ζωές των ανθρώπων γύρω του. Και όλα αυτά ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του. Μέσα σε ένα σπιρτόκουτο έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί.

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη χαρακτηρίζεται από την αμείωτη ένταση, παίζει συνεχώς στα κόκκινα δίχως να χαρίζει ανάσα στον θεατή. Μοιάζει να ξεκινάει in medias res, με τη συνθήκη της παγιωμένης έντασης ήδη σε κορυφαία έκφανση. Από την τηλεφωνική κλήση του Δημήτρη στον υφιστάμενο Βαγγέλη, στην οποία μία απλούστατη ανθρώπινη συζήτηση φαντάζει αδύνατο να έρθει εις πέρας δίχως την εκδήλωση της νευροπάθειας των συνομιλητών, ο Οικονομίδης σε κάθε σεκάνς επιμένει στην ίδια ακριβώς φιλοσοφία, εξελίσσοντας παράλληλα την προσωπική ιστορία της ολοσχερούς κατάρρευσης του Δημήτρη.

Είναι σαρωτική εμπειρία να βλέπει κανείς το «Σπιρτόκουτο» σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την αρχική κυκλοφορία του και ενώ έχουν παρεμβληθεί στην Ελλάδα όλα τα γνωστά της πολυετούς κρίσης. Παρότι θα μπορούσε κανείς να τη δει σαν μεταχρονολογημένη επιβεβαίωση της κρίσης της δεκαετίας 2010, δεν είναι μία ταινία προφητική, δεν περιέχει κάποια θλιβερά επιβεβαιωμένη πρόβλεψη για την κοινωνική διάλυση που επόταν στη χώρα. Αντίθετα, είναι μία ταινία απολύτως ενταγμένη στην εποχή της.

Απλώς, χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνης της εποχής είναι η ψευδεπίγραφη ευμάρεια, ένα μεγάλο χαλί κάτω από το οποίο μπορούσε κανείς να χώσει οτιδήποτε αποτελούσε θραύσμα στην τέλεια εικόνα που είχε πλάσει για τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Κάπως έτσι, το 2002, η ταινία δεν συγκίνησε το φιλοθεάμον κοινό και την εγχώρια κριτική, η οποία επέμεινε στο αλλόκοτο αφηγηματικό ύφος του Οικονομίδη.

Σήμερα πλέον, ευτυχώς, ο Κύπριος δημιουργός αποτελεί ένα σπουδαίο κεφάλαιο της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής και οι ταινίες του λαμβάνουν την προσοχή που τους αρμόζει. Το ύφος του, ωστόσο παραμένει ρηξικέλευθο, και στο «Σπιρτόκουτο» μπορεί κανείς να το διακρίνει με μεγαλύτερη ευκρίνεια από τις επόμενες ταινίες του. Ένα οικιακό περιβάλλουν απροσμέτρητου ορυμαγδού, μία σπιτίσια χάβρα και ένας συλλογικός νευρικός κλονισμός χαρακτηρίζει την οικογενειακή οντότητα επί της οποίας ο Δημήτρης θεωρεί εσφαλμένα ότι δεσπόζει.

Ο καθημαγμένος Pater Familias, ο οποίος επεμβαίνει αυτόκλητα και ρυθμιστικά, έστω και με τεθλασμένα αγαθή προαίρεση, στις ζωές απάντων τριγύρω του, ένας μικροαστός που πλανάται ότι μπορεί να διαφύγει της ταξικής του προέλευσης, βλέπει το οικοδόμημά του να καταρρέει. Το σχέδιο για το πιάνο μπαρ μαγκώνει στις ενστάσεις του κουνιάδου, η γυναίκα του του ξεφουρνίζει μυστικά και ψέματα που τον παραλύουν και τα παιδιά τους αδιαφορούν για τις θορυβώδεις παραινέσεις του, διαιωνίζοντας τον εγγενή νευρικό κλονισμό της οικογένειας.

Και τούτη την κατάρρευση της πατριαρχικής οικογένειας ο Οικονομίδης την κινηματογραφεί ασφυκτικά, με όχημα την ερμηνεία -σωστή ραψωδία- του απίθανου Ερρίκου Λίτση. Χρησιμοποιεί κάθε λογής υβρεολόγιο και μπινελίκι που μπορεί να σκαρφιστεί ανθρώπινος νους, θέτοντας το αρχικά σαν στοιχείο σχεδόν φαρσοκωμικό. Είναι μάταιο και άστοχο να αρνείται κανείς ότι το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη διαπνέεται από ένα κατάμαυρο χιούμορ φοβούμενος την ασέβεια προς το δημιουργικό όραμά του. Άλλωστε, το «Σπιρτόκουτο» λειτουργεί και σαν νευρωτική εξτραβαγκάνζα, ανηλεής σάτιρα της ελληνορθόδοξης πατριαρχίας και αυτή είναι μία επιπλέον πολύτιμη όψη του έργου, με τα βρισίδια να τρέπονται κάποια στιγμή, εντελώς ανεπαίσθητα, από comic relief σε αφάνταστα πνιγηρή συνθήκη.

Διαθέτοντας μηδαμινό μπάτζετ αλλά ανεξάντλητη δημιουργική ορμή, η οποία είναι έκδηλη στο editing του έργου και στα αλλόκοτα freeze frame που αποτρέπουν ευφάνταστα τον τελειωτικό κλονισμό, ο Οικονομίδης πλάθει ένα σπιτικό περιβάλλον που απαλλαγμένο από την υπερβολή του συναντά κανείς διάσπαρτο στην ελληνική κοινωνία. Το ετοιμόρροπο στάτους του άλλοτε «κυττάρου της κοινωνίας», της οικογένειας, κινηματογραφείται σαν καζάνι που βράζει. Η σαρωτική αποσάθρωση της κραταιάς ανδρικής φιγούρας, όμως, δεν συντελείται με όρους χλεύης κα κεκαλυμμένου μίσους. Για τον Οικονομίδη, ο Δημήτρης είναι ένας αναμφιβόλως αποτυχημένος οικογενειάρχης, μία εγκλωβισμένη στην ανεπάρκειά του ύπαρξη, που μέσα στο απροσμέτρητο βάθος των μικροτήτων του ίσως και να του αρμόζει μία μικρή ανάσα ζωής.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑