Stray Dog

Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα

Παίζουν: Τοσίρο Μιφούνε, Τακάσι Σιμούρα

Διάρκεια: 122′

Έτος παραγωγής: 1949

Μεταπολεμική Ιαπωνία, στο αχανές, πολύβουο και στροβιλιζόμενο Τόκιο. Μια χωματερή από φτωχοδιάβολους, μίκρο-απατεώνες, πορτοφολάδες, λαθρεμπόρους, εκδιδόμενους, προαγωγούς, χαφιέδες, συμμορίτες. Μια κοινωνία βυθισμένη στην πάχνη της ήττας, στη βίαιη αναγκαιότητα της επιβίωσης, στο τραύμα του πυρηνικού ολέθρου, στην ντροπή της άνευ όρων συνθηκολόγησης. Ένα σμήνος από ανθρώπους που βολοδέρνουν πανικόβλητοι σαν τα ποντίκια, σε ένα αμπάρι που έχει πάρει προ πολλού νερά, χωρίς καμία αίσθηση προσανατολισμού ή προσμονής.

Ένας νεαρός αστυνομικός, ονόματι Μουρακάμι (ο τρομερός, όπως πάντα, Τοσίρο Μιφούνε), χάνει το υπηρεσιακό του όπλο. Μια καταβύθιση στην ιδεοληπτική εμμονή και στους σκοτεινούς δαιδάλους του μυαλού, μόλις έχει ξεκινήσει. Μια χαμένη ψυχή, τσακισμένη από την απώλεια της πρότερης ζωής του, αλλά κυρίως από τον οριστικό αποχαιρετισμό στη φρεσκάδα και την ελπίδα των νιάτων, περιφέρεται σε κατάσταση νευρικού κλονισμού, σαν ένα αδέσποτο σκυλί που αλυχτά, όπως φανερώνει και ο τίτλος της ταινίας.

Μετά από ένα συμπυκνωμένο και ζουμερό flash back, συνεπικουρούμενο από ένα hard-boiled voice over, ο Ακίρα Κουροσάουα (για να είμαστε πιο ακριβείς ο βοηθός σκηνοθέτη Ισίρο Χόντα, που ευθύνεται για τη συγκεκριμένη σκηνή) μας εισάγει στα άδυτα αυτού του χαμερπούς (υπο)κόσμου. Οκτώμισι λεπτά ντοκιμαντερίστικου ρεαλισμού, χάρη σε μια κάμερα κρυμμένη σε ένα κουτί που βολτάρει αθέατη στα μαυραγορίτικα στέκια του μεταπολεμικού Τόκιο. Υπαίθριες αγορές, ανίερες δοσοληψίες, χασομέρια σε αποβάθρες και πλατείες, κράχτες σε πορνεία και μασατζίδικα. Κρυφές ματιές σε ανήλιαγα μπαρ και κακόκεφες ντισκοτέκ, συσσίτια για άπορους, γκρέμια και ερείπια βομβαρδισμένων κτηρίων. Κλοσάρ, άνεργοι, αμαρτωλοί και παράνομοι, κορίτσια που έγιναν απότομα γυναίκες, μεγαλοκοπέλες που μασκαρεύονται για να μοιάσουν κοριτσάκια. Λαθραία τιμαλφή, μια οσμή από όπιο, φτηνό σεξ και σκουπίδια, πάστωμα ανθρώπων σε δρόμους, λεωφορεία και εισόδους σπιτιών, μια μόνιμη αίσθηση ψυχολογικού εγκλωβισμού και στριμώγματος. Κι όλα τα παραπάνω, βουτηγμένα σε μία σαρωτική ζέστη, σε μια καταιγίδα ιδρώτα, κολλημένων ρούχων, δύσπνοιας και ζαλάδας.

Ο Μουρακάμι ακολουθεί τα ίχνη του χαμένου του όπλου, το οποίο σιγά σιγά αποκτά διαστάσεις Αγίου Δισκοπότηρου στο θολωμένο και ασταθές μυαλό του. Η εύρεσή του είναι ένα στερνό αποκούμπι αξιοπρέπειας, μια ύστατη πράξη καθήκοντος και ευπρέπειας. Η απειρία του, που βγάζει μάτι από χιλιόμετρα και συνιστά αφορμή χλεύης ακόμη και στους εγκληματικούς κύκλους, δεν είναι μονάχα ζήτημα κόπου, χρόνου και τριβής. Αποτελεί δείγμα αδυναμίας, δείγμα ανεπίτρεπτης για το επάγγελμά του ευαισθησίας, μια προειδοποιητική ένδειξη κινδύνου που του υπαγορεύει να αλλάξει μυαλά αν θέλει να την βγάλει καθαρή. Πολύ σύντομα, ο Μουρακάμι φλερτάρει με την ολοκληρωτική κατάρρευση υπό το βάρος των ενοχών, καθώς το όπλο του εμπλέκεται σε μια σειρά από ληστείες και δολοφονίες.

Έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου να διασταυρωθεί με δύο άνδρες, που θα λειτουργήσουν σαν σκαλιστήρια της ψυχής του, με τους οποίους θα συγκροτήσει ένα ισοσκελές τρίγωνο. Βάση του τριγώνου, ο συνεργάτης του, μια ενδιάμεση κατάσταση μέντορα και παιδονόμου, μια πατρική φιγούρα που προσπαθεί να διδάξει στον Μουρακάμι τα θέλγητρα μιας πιο μανιχαϊστικής προσέγγισης απέναντι στη ζωή. Ορισμένες φορές, δεν είναι τόσο αφελές να χωρίσεις τον κόσμο στα στρατόπεδα των καλών και των κακών και να επιλέξεις να στρατευτείς με τους πρώτους, συμβουλεύει τον νεαρό ντετέκτιβ ο πολύπειρος και μπαρουτοκαπνισμένος αστυνόμος Σάτο.


Ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι, όμως, ο δαίμονάς του, όπως έλεγε κι ο Ηράκλειτος και ο Μουρακάμι, άθελα και ασυναίσθητα, νιώθει μεγαλύτερη εγγύτητα με τον διωκόμενο, παρά με τον συνάδελφο – διώκτη. Ο κλέφτης και δολοφόνος Γιούζα δεν είναι ένας εξ ορισμού και a priori εγκληματίας, σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του Μουρακάμι. Είναι ένα τραγικό θύμα των συνθηκών, απέναντι στο οποίο νιώθει τρυφερότητα, ακριβώς επειδή άνετα μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του στη θέση του. Παρόλα αυτά, είναι καταδικασμένος να τον κυνηγά, αφού την ίδια στιγμή είναι ο φορέας της κατάρας που τον στοιχειώνει, είναι ο εκφραστής της ανοιχτής πληγής του κλεμμένου όπλου. Εν ολίγοις, ο Μουρακάμι, είναι ένα άκακο φίδι που κυκλώνει τον εαυτό του και δαγκώνει την ίδια του την ουρά.

Ο Κουροσάουα φροντίζει με αδιανόητη επιμέλεια να παγιδεύει συνεχώς τον βασικό του ήρωα σε κάδρα ασφυκτικής πληρότητας, όπου ξεχωρίζει σαν πνιχτή κραυγή μέσα σε χαλασμό Κυρίου. Παράλληλα, όλες οι ανθρώπινες φιγούρες μοιάζουν με μαριονέτες στα χέρια ενός σαδιστή μαριονετιστά, μονίμως καμουφλαρισμένες και μπλοκαρισμένες από γυάλινες επιφάνειες, αντανακλάσεις, αντικατοπτρισμούς, παράθυρα, κενά σημεία στον χώρο, ανεμιστήρες (ο πανταχού παρών καύσωνας δεν εγκαταλείπει ποτέ το σκηνικό της ταινίας), σκάλες, φράχτες και εμπόδια.

Η ταινία είναι διάσπαρτη από σιλουέτες που διαγράφονται αστραπιαία και μετά εξαφανίζονται, με μια φρενήρη διαδοχή από close ups και ευρυγώνιες λήψεις με μια συγκλονιστική μίξη χειροπιαστού ρεαλισμού και ονειρώδους διάθεσης, ιδίως στις στιγμές της τελικής αναμέτρησης, η οποία έχει ήδη προοικονομηθεί από την ξαφνική εμφάνιση των σύννεφων και την επαπειλούμενη βροχή. Ο Κουροσάουα βουτά μέσα στην ψυχοσύνθεση τόσο του ήρωά του όσο και του σκηνικού που τον περιβάλλει και τον καθορίζει, έχοντας πλήρη έλεγχο ρυθμού και συνοχής, γνωρίζοντας πότε να επιταχύνει και πότε να επιβραδύνει, πότε να φιξάρει στις λεπτομέρειες και πότε να αφεθεί σε μια νεφελώδη εποπτεία. Και φτιάχνει μια ταινία εκκωφαντικά μοντέρνα ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑