Reviews L’ Illusionniste

15 Ιανουαρίου 2011 |

0

L’ Illusionniste

Σκηνοθεσία: Συλβέν Σομέ

Διάρκεια: 80′

Μεταφρασμένος τίτλος: “Ο θαυματοποιός”

O Συλβέν Σομέ επιστρέφει μετά από επτά χρόνια, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη ένα σενάριο του Ζακ Τατί, το οποίο βρέθηκε κατά τύχη στα χέρια του όταν είχε επικοινωνήσει με την κόρη του Σοφί, προκειμένου να ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιήσει ένα κλιπ του εκλιπόντα πατέρα της στο πανέμορφο «Les Triplettes de Belleville» (Το τρίο της Μπελβίλ, 2004), την προηγούμενη σκηνοθετική του δουλειά. Ο Τατί είχε εκμυστηρευθεί στην κόρη του πως αξιολογούσε αυτό το σενάριο ως το πιο προσωπικό του πόνημα και ίσως εκεί να έγκειται ο λόγος της, διαρκούσας μέχρι το θάνατό του, διστακτικότητας να το μετατρέψει σε ταινία.

Ήρωας του σεναρίου δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον ίδιο τον Τατί, κανόνας απαράβατος από τον οποίο δεν παρέκλινε ούτε ο Σομέ, απεικονίζοντάς έξοχα αυτόν τον αγαθό γίγαντα που κινείται άρρυθμα και απροσάρμοστα σε ένα κόσμο που αδυνατεί να αντιληφθεί και τον οποίο υποδέχεται με μία απορία και έκπληξη γνήσια και ισοπεδωτική, με μία θεώρηση αφ’ υψηλού, διόλου όμως υπερφίαλη αλλά αντίθετα αυθεντικά ταπεινή και καλοπροαίρετη. Η εξεχόντως προσωπική υφή του έργου αποτυπώνεται εξάλλου και στην ονοματοδοσία του κεντρικού ήρωα, ο οποίος παύει να είναι το alter ego του Τατί, ο περίφημος «Κύριος Υλό» (Monsieur Hulot) και αποκαλείται «Τατίσεφ» (Tatischeff), το οποίο δεν είναι απλώς ένα όνομα που φέρνει στο νου το «Τατί», αλλά είναι το, κατά γράμμα, πραγματικό του όνομα.

Ανοίγοντας μία σύντομη εγκυκλοπαιδική παρένθεση, ας αναφέρουμε πως ο, γεννημένος στο Παρίσι από Ρώσο πατέρα και Ολλανδέζα μητέρα, Ζακ Τατί, έχει αριστοκρατική καταγωγή όντας μακρινός απόγονος της δυναστείας των Ρουρικίδων που κυβέρνησε τον ανατολικό σλαβικό κόσμο από τα τέλη του 9ου αιώνα μ.Χ. μέχρι το 1598. Επιπλέον, ο παππούς του, κόμης Ντιμίτρι Τατίσεφ, ήταν στρατιωτικός ακόλουθος στη ρωσική Πρεσβεία στο Παρίσι. Ο Ζακ Τατί προτού ξεκινήσει την καλλιτεχνική του καριέρα ως μίμος σε καμπαρέ του Παρισιού υπήρξε επαγγελματίας παίκτης του ράγκμπι, γεγονός εύλογο αν αναλογιστεί κανείς πως το ράγκμπι θεωρείται το κατεξοχήν αριστοκρατικό άθλημα στη Γαλλία, σε μόνιμη αντιπαράθεση με το «λαϊκό» ποδόσφαιρο. Δύσκολα πάντως μπορεί να φανταστεί αυτή την άγαρμπη αξιαγάπητη φιγούρα να ξαπλώνει αντιπάλους στο χορτάρι…

Δεδομένων όλων των παραπάνω, στην ουσία ομιλούμε για δύο δημιουργούς που μπαίνουν στο μικροσκόπιο, οι οποίοι μπορούν και πορεύονται αρμονικά χάρη στην παρόμοιά τους θεώρηση και αισθητική αλλά και χάρη στον πλήρως τιθασευμένο εγωισμό του Σομέ, ο οποίος αποτίνει ένα διαφορετικό και πρωτότυπο φόρο τιμής στον Τατί, διατηρώντας παράλληλα ατόφιο το προσωπικό του στυλ. Ένα κινούμενο σχέδιο γοητευτικό, με φιγούρες άλλοτε γκροτέσκες άλλοτε γλυκές, δίχως τα φτιασιδώματα και τα δεκανίκια του υπέρμετρου ρεαλισμού και ανθρωποφάνειας που έχει καταντήσει πλέον στο συγκεκριμένο genre εκβιαστικός αυτοσκοπός, σε χρώματα ξεθωριασμένα αλλά ζωντανά, όπως οι μνήμες που αγκυροβολούν στο μυαλό μας. Με μία σιωπή ομιλούσα και με πλάνα που χορεύουν να αντικαθιστούν τη κυρίως ειπείν ομιλία. Μια ωδή στη μοναξιά, στη νοσταλγία και στη δύναμη του χαρακτήρα.

Ταυτόχρονα, όλα αυτά τα στοιχεία εντάσσονται στο σύμπαν του Τατί και το συμπληρώνουν. Ένας περιπλανώμενος μάγος που αγωνιωδώς προσπαθεί να κρατήσει την πάλαι ποτέ περίοπτη θέση του σε ένα κόσμο που μεταβάλλεται και δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει την τέχνη που αυτός έχει προς πώληση. Μία υποδόρια αλληγορία για τον κινηματογράφο και την ίδια την τέχνη. Μία τεχνητή παράσταση, ποτέ μία αναπαράσταση, μία μαγεία που κάνει το αδύνατο να ξεπηδά, που βλέπει με άλλα μάτια, σε μία άλλη διάσταση. Μία σιωπηρή, ακανόνιστη και αλλοπρόσαλλη παθητική αντίσταση σε μία εποχή που υπόσχεται υστερίες και καταιγισμό εικόνων και προσπερνά όποιον αδυνατεί να προσαρμοστεί.

Ένας κόσμος παραμυθένιος από εγγαστρίμυθους, ακροβάτες και θλιμμένους κλόουν, καταδικασμένος να σβήσει. Ένας σύγχρονος Σαρλό που βρίσκει νόημα στο αθώο βλέμμα μίας Holy Golightly, την παίρνει υπό την πατρική του προστασία και φροντίδα και εν τέλει αποδέχεται γενναία τη φυσική κατάληξη των πραγμάτων και της ίδιας της ζωής. Προσέξτε πόσο πολύ ομοιάζει η μεταμορφωμένη Σταχτοπούτα μας με την Όντρεϊ Χέπμπορν στο «Breakfast at Tiffany’s», ενώ και η πρώτη γνωριμία με τον καλό της θα έρθει σε ένα κατάστημα σαν κι αυτό στην ταινία του προσφάτως αποδημήσαντα σε τόπο χλοερό, Μπλέικ Έντουαρντς. «Rien dans les mains, rien dans les poches» θα μας πει το μουσικό θέμα, ήτοι «Τίποτα στα χέρια, τίποτα στις τσέπες». Κι όμως αυτό το τίποτα κυοφορεί το όνειρο, γεννά την ελπίδα, φέρνει πλούτη άλλου είδους. Οι ψευδαισθήσεις χάνονται στο τέλος και το μοναχικό ταξίδι άνευ τελικού προορισμού είναι μονόδρομος, με συνθήκες ολοένα και πιο δύσκολες, με αυταπάτες ολοένα και πιο θαμπές. «Δεν υπάρχουν μάγοι» θα πληροφορηθούμε βίαια. Υπάρχει όμως η μαγεία που δεν χάνεται ποτέ και δεν έχει ανάγκη ούτε καν τους μάγους.

Δείτε σχετικά: εδώ.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑