Reviews Μία αιωνιότητα και μία μέρα

27 Απριλίου 2020 |

0

Μία αιωνιότητα και μία μέρα

Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Αγγελόπουλος

Παίζουν: Μπρούνο Γκαντς, Ιζαμπέλ Ρενό, Αχιλλέας Σκέβης, Φαμπρίτσιο Μπεντιβόλιο

Διάρκεια: 137’

Ο Αλέξανδρος, ένας επιτυχημένος και σεσημασμένα μοναχικός συγγραφέας, που επικοινωνεί μονάχα με τον αθέατο γείτονά του με μουσικά σινιάλα, κοντοστέκεται στο κατώφλι της αρχής του τέλους. Πάσχοντας από μια καταπώς φαίνεται μοιραία ασθένεια, θα εισαχθεί την επομένη στο νοσοκομείο, αναχωρώντας για το ύστατο ταξίδι του θανάτου. Προτού βυθιστεί, όμως, στην αιώνια ακινησία, του απομένει αυτή η στερνή μέρα μανιασμένης κίνησης και αναζήτησης.

Στη διάρκεια της οποίας θα αναμετρηθεί με τα αμέτρητα κρίματα και τα τελεσίδικα λάθη. Με μόνο του το όπλο, τη βασανιστική επίγνωση μιας ολόκληρης ζωής που σπαταλήθηκε ασύστολα, παρά τα επιμέρους σπουδαία επιτεύγματα. «Έφερα τη ζωή μου ώς εδώ, φωτεινό μέτρημα, μελανό άθροισμα» έγραφε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης και ο στίχος μοιάζει να ταιριάζει γάντι στην περίσταση.

Ο Αλέξανδρος, σαν τον Λέοπολντ Μπλουμ από τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς, θα μπαρκάρει για έναν συμπυκνωμένο επικό νόστο, για έναν μεγαλειώδη απολογισμό ζωής που διαρκεί μία και μόνο ημέρα. Και στην πορεία, καθώς θα σμιλευτούν η ιστορική μνήμη, το προσωπικό βίωμα και η δισυπόστατη φύση του χρόνου -ρευστή σαν άμμος που γλιστρά από τα χέρια, αλλά και στατική σαν άγκυρα που πιάνει πυθμένα- θα χαρτογραφήσει την ηθική και πνευματική ρότα του κόσμου και της εποχής του. Την κατάπτωση και την ελπίδα, την ψυχική συνθηκολόγηση και το αποκούμπι της ομορφιάς.

Στο δε φινάλε μιας διαδρομής, γεμάτης λασπουριές, στάσιμα νερά, ομιχλώδη τοπία που θαρρείς τυλίγουν τις ανθρώπινες μορφές σε ένα κουκούλι λήθης, γκρέμια και εγκαταλελειμμένα κτίρια -σημάδια ενός κόσμου σε αποσύνθεση- ο Αλέξανδρος αποκτά την πολυπόθητη απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα «Πόσο διαρκεί το αύριο;». Μια αιωνιότητα και μια μέρα, φυσικά, και ο Αλέξανδρος πλέον είναι φορέας μιας πεισιθάνατης σοφίας που φανερώνεται μονάχα σε όσους είναι διατεθειμένοι να σκαλίσουν τόσο πολύ τα χώματα του χρόνου ώστε να λεκιαστούν από πάνω ώς κάτω με τραύματα και παραλείψεις.

Ολόκληρο το απέραντο ταξίδι της ύπαρξης μπορεί να συσσωρευτεί σε μία ημέρα τόσο απέραντης πληρότητας και ευτυχίας που κάνει όλη την υπόλοιπη ζωή να μοιάζει με περιττό διάκοσμο. Αντιστοίχως, μια και μόνο μέρα, ακόμη και η τελευταία μέρα στην κλεψύδρα του ζώντος χρόνου, μπορεί να ξεκλειδώσει το ακατανόητο μυστήριο του ταξιδιού μας, που πάντοτε τελειώνει προτού καλά καλά αναρωτηθούμε γιατί ξεκίνησε.

Ο Αλέξανδρος, θαρρείς πιστός στην ετυμολογική ρίζα του ονόματός του, αυτό το αμείλικτο αρχαιοελληνικό αλέξω, που σημαίνει απομακρύνω/απωθώ, έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή θωρακισμένος απέναντι σε όσους αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Απέναντι στη σύζυγό του Άννα, μια «γυναίκα ερωτευμένη», που τον καλεί να αφουγκραστεί τη μέρα εκείνη αδιανόητης χαράς, που απλωνόταν στο άπειρο του μυαλού και της μνήμης, αλλά παράλληλα τον ψέγει για το ότι επέλεξε να «ζει κοντά, αλλά όχι μαζί της», πάντα έτοιμος να παρασυρθεί από τους «ανέμους που στέλνουν τα μάτια του μακριά».

Απέναντι στην κόρη του Κατερίνα, στην οποία δεν έχει καν αποκαλύψει τη μη αναστρέψιμη ασθένειά του, στην οποία δεν θα κατορθώσει καν να «κληροδοτήσει» τη φροντίδα του σκύλου του (υπέροχο εύρημα ετοιμοθάνατης εκκρεμότητας), στην οποία δεν έδωσε ποτέ να καταλάβει ότι το «σπίτι στη θάλασσα» δεν είναι προς πώληση, διότι είναι αδύνατον να υπάρξει αντίτιμο για τους πιο μύχιους θησαυρούς του νου και της καρδιάς.

Η σχέση του Αλέξανδρου με την κόρη του αποκρυσταλλώνεται στο περιστατικό που αφηγείται συγκινημένος προτού φύγει από το σπίτι της: η αδυναμία του να βρει τα κατάλληλα λόγια για να παρηγορήσει ένα έφηβο κορίτσι που έκλαιγε με μανία, αυτή η μόνιμη αίσθηση πατρικής ανεπάρκειας στην πραγματικότητα δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.

Απέναντι στον πατέρα του, με τον οποίο δεν φρόντισε ποτέ να συνδεθεί και ήταν τυχαία (;) απών στον θάνατό του, απέναντι στη μητέρα του, στην οποία δεν μπόρεσε να προσφέρει ένα ολόψυχο κατευόδιο στο νεκροκρέβατό της, καταλογίζοντάς της μια ευθύνη βαριά και ασήκωτη. Άραγε, το δούναι και λαβείν της αγάπης είναι ένα χάρισμα που μαθαίνεται ή μια αυτοδίδακτη ιδιότητα;

Ο Αλέξανδρος τα τελευταία χρόνια είχε εγκαταλείψει τη συγγραφή, έχοντας καταπιαστεί με μια εξ ορισμού ανέφικτη αποστολή, την ολοκλήρωση του ημιτελούς Γ’ σχεδιάσματος από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού. Αυτή η εκ προοιμίου καταδικασμένη σταυροφορία όχι μόνο ενσαρκώνει τις ατελείωτες ματαιώσεις και διαψεύσεις που εγγράφονται στο πεπερασμένο της ύπαρξής μας, αλλά παραμερίζει και την κουρτίνα του χρόνου, δρομολογώντας μία τριπλή συνάντηση: το προσωπικό, το οικουμενικό και το φαντασιακό διασταυρώνονται και συμπορεύονται. Ο Αλέξανδρος, πασχίζοντας να ανιχνεύσει το χνάρι του παρελθόντος (συνάντηση με τον Διονύσιο Σολωμό) και να προετοιμάσει το βήμα του μέλλοντος (περιπλάνηση με το παιδί των φαναριών), γίνεται ο φορέας και μάρτυρας της οδύνης και του χρέους του καλλιτέχνη.

Ένας πανέμορφος λαϊκός θρύλος, σύμφωνα με τον οποίο ο Σολωμός αγόραζε κάθε νέα λέξη που μάθαινε από τη φτωχολογιά της Ζακύνθου (συγκλονιστική σε σύλληψη, αλλά κυρίως σε εκτέλεση, η σκηνή όπου η καθημαγμένη μετεπαναστατική Ελλάδα του Σολωμού γίνεται ένα με το τώρα της εξιστόρησης του Αλέξανδρου) αποκρυσταλλώνει το τελικό επιμύθιο. Οι λέξεις είναι ευθύνη, οι λέξεις αξίζουν το βάρος τους σε χρυσάφι, οι λέξεις είναι πόνος τοκετού και ανικανοποίητο άλγος ενός αποτυχημένου νόστου. Οι λέξεις είναι το μόνο όπλο που διαθέτουμε για να αποτυπώσουμε εφήμερα μεγαλεία και παντοτινές συντριβές.

Ο Αλέξανδρος θα αγοράσει τρεις λέξεις από τον λιλιπούτειο φίλο του: Α) την κορφούλα, ένα υποκατάστατο της αγάπης, που φυτρώνει σε ηπειρώτικα δημοτικά τραγούδια. Μια λέξη που αποτυπώνει το αμάρτημά του, τη μονίμως λειψή του φύση. Β) τον ξενίτη, δηλαδή τον ξένο, μια σταθερά έννοια στο έργο του Αγγελόπουλου. Ο Αλέξανδρος είναι ξένος από τον κόσμο που αποχωρεί, ξένος από κάθε οικείο του πρόσωπο, ξένος από τις προσδοκίες που φώλιαζαν στην ψυχή του.

Ομοίως, ο μικρός του φίλος, φυγάς και αποκομμένος από τις ρίζες του, είναι καταδικασμένος σε μια ατέρμονη περιπλάνηση, στην κοινή μοίρα του κάθε «ξένου» από τις απαρχές του κόσμου και του χρόνου. Γ) την αργαδινή, μια λέξη της κρητικής διαλέκτου, που μπορεί να αποδοθεί ως «πολύ αργά, σε πολύ προχωρημένη ώρα». Ο χρόνος που φθείρει και καταλύει το σώμα και το πνεύμα, ο λιγοστός χρόνος που απομένει στον Αλέξανδρο για το πέρασμα στο επέκεινα, ο χειμαρρώδης χρόνος που ετοιμάζεται να πλημμυρίσει το μεγάλο ταξίδι της ζωής για τον μικρό φίλο του Αλέξανδρου.

Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, με το Μια αιωνιότητα και μια μέρα, φιλτράρει το απόσταγμα του έργου του και επιτρέπει στον άνθρωπο να ορθώσει ανάστημα απέναντι στη φουρτούνα της Ιστορίας. Τούτη τη φορά, η Ιστορία δεν τον μαστιγώνει αλύπητα, αλλά αποδεικνύεται ελεήμων απέναντι στο κουράγιο του να αφουγκραστεί την εσωτερική του συνείδηση του και να παλέψει με τον γίγαντα του χρόνου.

Και σε ακριβώς αυτή την παραχώρηση οίκτου είναι που θεμελιώνονται δύο σκηνές που μακελεύουν τα σώψυχά μας. Πρώτα απ’ όλα, η τελετουργική πυρά της αγέλης των χαμινιών (ένα Ξυπόλητο τάγμα μιας σύγχρονης εποχής βίας), όπου παραδίδουν στις φλόγες τα ρούχα του αδικοχαμένου φίλου τους, ψέλνοντας ένα ανατριχιαστικό μοιρολόι, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Ένα νήμα ζωής που κόπηκε υπερβολικά πρόωρα, μια κυλιόμενη ύβρις χωρίς αθώους.

Έπειτα, και υπεράνω όλων, η ανατριχιαστική μυσταγωγία στα ελληνο-αλβανικά σύνορα, όπου ο Αλέξανδρος και το παιδί των φαναριών πλησιάζουν το φυλάκιο σαν ικέτες της αρχαιότητας. Τα παιδιά, νεκροζώντανες κουκκίδες στο θολό κενό, κρέμονται και χάσκουν στα σύρματα, μικροί εσταυρωμένοι σε ένα σκηνικό (πρωτίστως εσωτερικής) παγωνιάς. Στο σύμπαν του Αγγελόπουλου, κάθε πρωταγωνιστής είναι εγγενώς και εσαεί ξένος. Φυλακισμένος από τα τεχνητά σύνορα κρατών, τα φαντασιακά σύνορα του νου και τα συναισθηματικά σύνορα της ετερότητας και της αδυναμίας επικοινωνίας με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Που, ακόμη κι αν δεν είναι η Κόλαση, δεν παύουν να είναι οι Άλλοι…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑