Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν
Πρωταγωνιστούν: Ματ Ντέιμον, Αν Χάθαγουεϊ, Τομ Χόλαντ, Σαρλίζ Θέρον, Ρόμπερτ Πάτινσον, Σαμάνθα Μόρτον, Τζον Λεγκιζάμο, Λουπίτα Νιόνγκο, Ζεντάγια, Έλιοτ Πέιτζ, Τζον Μπέρνθαλ
Διάρκεια: 173΄
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, για έναν σκηνοθέτη που είχε εδώ και μπόλικα χρόνια το βλέμμα στραμμένο ολοένα πιο εκθετικά στην bigger than life κλίμακα και στα μεγαλεπήβολα οράματα, ήταν σχεδόν αναμενόμενο να καταπιαστεί αργά ή γρήγορα με μια –κατά κυριολεξία– επική ιστορία. Αν μάλιστα αναλογιστούμε την παθιασμένη εμμονή του Κρίστοφερ Νόλαν με την έννοια, τη ρευστότητα, το φορτίο και την πολυδιάστατη υφή του χρόνου (το κυρίαρχο μοτίβο στο νολανικό σινεμά πέρα από κάθε αμφιβολία), η Οδύσσεια του Ομήρου φαντάζει σχεδόν ενστικτώδης προορισμός.
Από τη μια, ως η απαρχή του αφηγηματικού χρόνου, ένα άτυπο δεύτερο Big Bang που έπλασε εκ νέου την αντίληψή μας για τον κόσμο και τη ζωή. Από την άλλη, ως μια παντοτινή απόδειξη πως το storytelling θα βρίσκεται εσαεί στα θεμέλια του πολιτισμού μας. Την ίδια στιγμή, η Οδύσσεια μοιάζει ιδανικός καμβάς για πολλές ακόμα γνώριμες νολανικές πινελιές: τη σταδιακή επίγνωση του ανθρώπου πως ο θεός φωλιάζει μέσα του, την ανάληψη μιας πελώριας ευθύνης από έναν βασανισμένο ήρωα, την απατηλή φύση της πραγματικότητας αλλά και τη χειροπιαστή φύση της ψευδαίσθησης — διόλου τυχαία, εξάλλου, η εισαγωγή της ταινίας μάς θυμίζει ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή «φαινομενικής μαγείας».

Μπλεγμένο εδώ και μήνες σε ένα γαϊτανάκι από μαρκετίστικο ντελίριο, καταναλωτική προσμονή, φαντασιακά culture clashes και φετιχιστικό ντόρο για την τεχνική του αρτιότητα (το γεγονός πως η ταινία γυρίστηκε αποκλειστικά με κάμερες IMAX 70mm αποκτά διαφορετική –και ολίγον προβληματική– χροιά αν συνυπολογίσει κανείς πως υπάρχουν μόλις 39 IMAX αίθουσες σε ολόκληρο τον κόσμο), το The Odyssey, όσο και να ακούγεται παράδοξο, κινδυνεύει να μην αξιολογηθεί με τα κλασικά και προφανή κριτήρια μιας κινηματογραφικής ταινίας.
Τα οποία, εφόσον εφαρμοστούν στην πιο απλή τους μορφή, θα βγάλουν ένα θετικό ζύγι σε πολλά και διάφορα μέτωπα. Στη συνομιλία ενός οικουμενικού και πανανθρώπινου κειμένου όχι ακριβώς με τη σημερινή εποχή αλλά με την τωρινή ενδοσκόπηση για το μέλλον και το παρελθόν της ανθρωπότητας. Στη συμπόρευση μιας εξωπραγματικής blockbuster παραγωγής με μια πιο «γήινη» διάθεση, χωρίς την προσφυγή στην εικονοπλαστική και μονταζιακή εξτραβαγκάντζα.
Επιπλέον, στην καλοδεχούμενη «υποταγή» της φωτογραφίας του Χόιτε φαν Χόιτεμα, της μουσικής του Λούντβιχ Γκόρανσον και της πρωταγωνιστικής ερμηνείας του Ματ Ντέιμον στις λειτουργικές προσταγές του έργου. Η Οδύσσεια του Νόλαν είναι ανήλιαγη, θολή και βυθισμένη σε ένα μόνιμο μισοσκόταδο, πνιγηρή παρά την ανοιχτωσιά της, σισύφεια στατική παρά τη φρενήρη κίνησή της, αγκιστρωμένη σε έναν ήρωα που παλεύει να βυθιστεί στο παρελθόν για να αναδυθεί στο μέλλον, που πασχίζει να ανταλλάξει την πολυμήχανη ευφυΐα του με μια σοφή συντριβή.

Το The Odyssey συνομιλεί φανερά και στοχευμένα με δύο από τις πιο πρόσφατες στιγμές της νολανικής φιλμογραφίας. Αρχικά και πρωτίστως με το Oppenheimer (2023), με το οποίο μοιράζεται την κοινή αγωνία για τη σωτηρία ενός κόσμου βιασμένου από τον ίδιο τον άνθρωπο, για την επαύριο ενός Σημείου Μηδέν στον συνενωμένο ιστορικό-μυθολογικό χρόνο. Έπειτα, και λιγότερο εξόφθαλμα, με το Dunkirk (2017), με το οποίο μοιράζονται σεκάνς ενός μνημειώδους production design (με ευρήματα κλειστοφοβικής αγωνίας) σε αχανείς ερημικές παραλίες, με μία χτυπητή διαφορά: οι αποκαμωμένοι από έναν ανούσιο δεκαετή πόλεμο Αχαιοί απαρνιούνται την επιστροφή για χάρη της άγριας νίκης, ενώ στον αντίποδα οι αποδεκατισμένοι Βρετανοί στρατιώτες λαχταρούν την ηττημένη επιστροφή ως μια ύστατη ελπίδα.
Στο σύμπαν του Νόλαν ο Οδυσσέας του Ματ Ντέιμον βιώνει μια αντίστροφη παλιννόστηση, στην οποία ο πόθος της επιστροφής κατευθύνεται στα περασμένα κρίματα και στις ξεχασμένες αμαρτίες ως μόνη (αλλά και πάλι ημιτελή) διόδο για τη θαλπωρή της προσωπικής πατρίδας. Ηθελημένα παραδομένος σε μια λυτρωτική λήθη, ο Οδυσσέας παλεύει όχι απλώς να θυμηθεί ή να αγγίξει την αυτογνωσία, αλλά να κατανοήσει τις σφαιρικές και συλλογικές επιπτώσεις των πράξεών του. Ο πολύτροπος άνδρας, που ανέκαθεν αρεσκόταν να πιστεύει ότι αντιβαίνει στα κελεύσματα των θεών, συνειδητοποιεί πως τα θύματα της ύβρεως που διέπραξε κατοικούν στη Γη και όχι στον Όλυμπο. Κι αυτή ακριβώς η προθυμία και ικανότητα για αυτοκριτική και αποδόμηση των δικών του χιλιοτραγουδισμένων άθλων είναι που του χαρίζει το πρόσημο του καταραμένου εκλεκτού, πάνω και πέρα από τα πονηρά του τεχνάσματα.

Μία από τις πιο συμβολικά περιεκτικές κινήσεις μετατόπισης του Νόλαν από το πρωτότυπο κείμενο είναι η μεταφορά της μαγευτικής Ραψωδίας λ, γνωστής και ως Νέκυιας, από τον κάτω κόσμο του Άδη στον τόπο των (μετά βίας) ζωντανών. Οι νεκροί θα αποζητήσουν τη μάταιη δικαίωσή τους, ενόσω ο Οδυσσέας επωμίζεται το βάρος της εξομολόγησης και ευθύνης απέναντι σε εκείνους που έβλαψε και αδίκησε. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο νόστος του νολανικού Οδυσσέα ενδύεται με το πραγματικό του νόημα: την αποκατάσταση της διαρραγής των άγραφων συνεκτικών δεσμών ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και οι προφητείες του Τειρεσία αποκτούν σχεδόν δευτερεύουσα σημασία σε σύγκριση με την αποστολή της εξιλέωσης που αναλαμβάνει ένας ήρωας που κουβαλάει το βάρος ενός τσακισμένου και προδομένου (από τον ίδιο) κόσμου στις πλάτες του. Παράλληλα, μέσα από τις συνεχείς επικλήσεις αφενός για σεβασμό απέναντι στον συνεχώς καταπατημένο νόμο του Δία για την παροχή καταφυγίου και βοήθειας στους ξένους και αφετέρου για εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο των «ανθρώπων από τη θάλασσα», ο Νόλαν στρέφει τον καθρέφτη στην (κάθε) εξουσία, έστω και με την προβλεπόμενη πλέον χολιγουντιανή επεξηγηματικότητα: ο φανατικός νομοτηρητής είναι ο συστηματικός παραβάτης, ο πραγματικός εχθρός είναι ο υποτιθέμενος προστάτης.

Ο Νόλαν αναπόφευκτα επιλέγει τι θα κρατήσει, τι θα αφήσει και τι θα συμπυκνώσει από τις περιπέτειες του Οδυσσέα (άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο επιτυχημένα), βρίσκοντας τον τρόπο να μας χαρίσει ορισμένες σκηνές ανθολογίας στην πορεία, όπως τη μεταμόρφωση των ανδρών του Οδυσσέα σε γουρούνια από την Κίρκη, η οποία φέρει έντονα σε γοτθικό παραμύθι τρόμου, εμπλουτισμένο με body horror στοιχεία. Σε αντίστροφο τόνο, το ξεπάστρεμα των αμέτρητων μνηστήρων καλοδεχούμενα παραπέμπει σε old-school κινηματογραφικές μονομαχίες, μακριά από τα καταιγιστικά take ‘em down του σήμερα.
Φυσικά, θα ήταν μάλλον ασυγχώρητο να αποφύγουμε μια εποπτική μνεία στους υπόλοιπους ρόλους του καστ έπειτα από την παραφιλολογία που προηγήθηκε. Ο Τηλέμαχος του Τομ Χόλαντ είναι το πληγωμένο παιδί που κυνηγά την ενηλικίωσή του. Η χωρίς ερμηνευτικά φτιασίδια Πηνελόπη της Αν Χάθαγουεϊ δίνει υπόσταση στη γενναία εγκαρτέρηση, αλλά και στη φυλάκιση στα χέρια άγραφων νόμων που την καθιστούν έρμαιο της ανδρικής εξουσίας. Ο Αντίνοος του Ρόμπερτ Πάτινσον αποπνέει με άνεση την αυτάρεσκη αύρα του νάρκισσου δειλού. Με Darth Vader vibes ο Αγαμέμνονας του Μπεν Σάφντι, με τραυματισμένο προσωπείο αρρενωπότητας ο Μενέλαος του Τζον Μπέρνθαλ. Αιθέρια αλλά κάπως διεκπεραιωτική η Καλυψώ της Σαρλίζ Θέρον, βαθιά ανησυχαστική η πληγωμένη και εκδικητική Κίρκη της Σαμάνθα Μόρτον. Παρηγορητική και όχι παρεμβατική η Αθηνά της Ζεντάγια, που περισσότερο φέρνει σε μουτρωμένη Τίνκερμπελ κανονικών διαστάσεων, με δόσεις latino υπερβολής ο πιστός Εύμαιος του Τζον Λεγκιζάμο.

Όσο για τη Λουπίτα Νιόνγκο (αφότου θυμίσουμε ότι o Όρσον Γουέλς είχε ανεβάσει τον Macbeth το 1936, σε ηλικία μόλις 21 ετών, με all-black καστ, αλλά και αφότου επισημάνουμε ότι ο φιλμικός της χρόνος ήταν δυσανάλογα μικρός σε σχέση με το σούσουρο), η επιλογή της για τον διττό ρόλο της Ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας μοιάζει στοχευμένος, δεδομένου ότι ενσαρκώνει τις δύο όψεις του νομίσματος της γυναικείας εναντίωσης απέναντι στην αντικειμενοποίηση — ένα ιδιότυπο code-breaking ετερότητας εν μέσω ομοιομορφίας. Τέλος, ακόμη και η επιλογή του Έλιοτ Πέιτζ για τον ρόλο του (σεναριακά και όχι ομηρικά επινοημένου) Σίνωνα εξυπηρετεί κι αυτή έναν σκοπό, πέρα από τις όποιες επιταγές μιας σύγχρονης ατζέντας, μιας και αποτυπώνει την αθωότητα ενός παιδιού που αναγκάστηκε να γίνει στρατιώτης και εξαπατήθηκε δόλια από τον άνθρωπο που εμπιστευόταν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο.
Τελικά, για να επιστρέψουμε κι εμείς στο αγωνιώδες ερώτημα που θέτει η Οδύσσεια του Νόλαν, πώς σώζεται ένας ναυαγισμένος και ανεξέλεγκτος κόσμος. Η απάντηση που δίνει η ταινία είναι τριπλή. Συνομιλώντας με τις φρίκες του παρελθόντος και τις επονείδιστες μνήμες. Καταφεύγοντας στην τέχνη, η οποία θα βρίσκει πάντα τρόπο και χώρο να μιλάει τα ανθρώπινα πάθη και λάθη. Κάνοντας πάσο στη ματαιοδοξία της εξουσίας και δίνοντας χώρο στο αύριο για να αναπνεύσει.













