Festivals 49ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας – Εθνικό Διαγωνιστικό Day 5

11 Σεπτεμβρίου 2026 |

0

49ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας – Εθνικό Διαγωνιστικό Day 5

Αρκάνσας

Φτιαγμένο με crowdfunding, ανεξάρτητο δηλαδή από τη μεγάλη παραγωγή ή από τους επίσημους πόρους, το φιλμ του Γιάννη Καρπούζη έχει κατ’ αρχάς τη συμπάθειά μας και μόνο γι’ αυτό. Προσθέστε όμως κι έναν δεύτερο λόγο: από νωρίς αντιλαμβάνεσαι την αγάπη του δημιουργού του για τον Ντέιβιντ Λιντς, καθώς οι φωτισμοί, τα ντεκόρ, τα χρώματα που επιλέγει για να μας μπάσει στο εσωτερικό του Αρκάνσας είναι άκρως επηρεασμένα από τον σχετικά πρόσφατα χαμένο μεγάλο Αμερικανό σκηνοθέτη. Σε ένα σκυλάδικο, σαν τα πολλά που πλημμύρισαν ιδιαίτερα παλιότερα την ελληνική επαρχία, μας μεταφέρει το έργο του Καρπούζη. Ένα «ζευγάρι», τουλάχιστον όπως επιθυμεί ο άνδρας να καταλήξει η σχέση των δύο, έχει πάει για να ακούσει τον «Μεγάλο», το πρώτο όνομα, τον ακριβοθώρητο. Κάθε λογής ταλαίπωρος υπάρχει εκεί, οι περισσότεροι μάλιστα νομίζουν ότι είναι κάποιοι, ότι αξίζουν πιο πολλά από όσα τους έδωσε η ζωή και ο χώρος τους. Σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο, έξοχα κινηματογραφημένο με το λιντσικό στιλ που προαναφέραμε από τον Γιώργο Φρέντζο (ας θυμηθούμε και το σκετς στο Όλα είναι δρόμος), μάταια όλοι περιμένουν έναν… Γκοντό, όπως μας εκμυστηρεύεται ο σκηνοθέτης με τη ρήση «Τίποτα δεν είναι πιο πραγματικό από το τίποτα» του Μπέκετ, που παραθέτει στο ξεκίνημα. Το αρσενικό ψάχνει τρόπο να εξομολογηθεί ερωτικά στο θηλυκό ή να ανυψωθεί στα μάτια του με μια εφετζίδικη φασαριούλα, αλλά τελικά κερδίζει (;) την ευχαρίστηση του πρώτου τραπεζιού πίστα. Με δεύτερους ρόλους από τον Βασίλη Μπισμπίκη και τον Αργύρη Μπακιρτζή, αλλά και ανοικονόμητο χρονικά, καθώς δεν δικαιολογείται από άποψη εξέλιξης και ρυθμού το 30λεπτο, το Αρκάνσας κουράζει και μας στερεί τελικά τη χαρά να το χειροκροτήσουμε θερμά. Συγχωρείται όμως, ας περιμένουμε την επόμενη δουλειά του σκηνοθέτη.

Ορίζοντας

Ένας πατέρας και ο μικρός γιος του. Σχέση τρυφερή, αλλά και με ξεσπάσματα. Σχέση ταραγμένη, που υποδηλώνει από τα πρώτα πλάνα ότι κάτι κρύβεται πίσω από το ξένοιαστο ψάρεμα στην ελληνική θάλασσα. Ο μπαμπάς μυεί τον γιο στις ομορφιές της ζωής μ’ αυτό, αλλά και στις ασχήμιες της με τον ιδιότυπο εγκλεισμό που του επιβάλλει κάθε φορά που εκείνος αποπειράται να πει όχι σε κάτι. Η μητέρα απουσιάζει από το κάδρο, όμως υπάρχει και καλεί στο κινητό, όπως μας αποκαλύπτει το παιδί. Όσο αρχίζουν να αυξάνονται αυτές οι κλήσεις τόσο καταλαβαίνουμε ότι κάτι τρέχει. Μια αρπαγή τέκνου από τον πατέρα, που έχει προφανώς χάσει την επιμέλεια ή δεν αρκείται στην αραιή επικοινωνία; Ευτυχώς η Αφροδίτη Ταυρή δεν ακολουθεί την πεπατημένη, δεν τραβάει στα άκρα τις ενέργειες του γονιού, δεν επιλέγει κάποια τραγική κορύφωση, όπως συνηθίζεται. Έχοντας επίγνωση των ορίων, ο μπαμπάς χάνεται τελικά στον ορίζοντα, αφήνει στον γιο το τιμόνι, δεν οδηγούμαστε στο απευκταίο τέλος, που ίσως να ήταν δυνατό κινηματογραφικά, αλλά μάλλον θα αποτελούσε σεναριακή ευκολία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Καλοφτιαγμένο, χωρίς διδακτισμούς και μελοδράματα, ήταν μάλλον το καλύτερο φιλμ της Πέμπτης.

Μη με φας

Λέσβος 2008. Φαντάσματα, bullying, τραγωδίες που συγκαλύφτηκαν. Πιθανά ο Κωνσταντίνος Καλογερίδης να ξεκινά από προσωπικά του βιώματα, διηγούμενος μια ιστορία για… ιστορίες για αγρίους, που όλοι ακούσαμε ή και ζήσαμε όταν φορέσαμε τα χακί. Από τους μύθους στην πραγματικότητα και από τον υπαρκτό κίνδυνο στον εφευρεθέντα ή σ’ αυτόν που έρχεται ως ερινύα να στοιχειώσει την καθημερινότητα του (Έλληνα και όχι μόνο) φαντάρου, η γραμμή είναι λεπτή. Φιλίες γεννιούνται κατ’ ανάγκην, αλλά και έχθρες είναι αναπότρεπτες στο σκηνικό του στρατού: μια ταινία δυνατών προθέσεων, με ελλείψεις στην ανάλυση των χαρακτήρων, φυσιολογικά σε κάποιο βαθμό εφόσον πρόκειται για μικρού μήκους, προσανατολισμένη στο να καυτηριάσει. Το πετυχαίνει; Ναι μεν, αλλά…

Αμάραντη

Η Ανθή Δαουτάκη θα καταπιαστεί με… άνθη. Αυτά που φρόντιζε η μητέρα της ηρωίδας της, την οποία υποδύεται η πάντα υπέροχη Όλια Λαζαρίδου (πόσα χρόνια είχαμε άραγε να τη δούμε στη μεγάλη οθόνη;), αυτά που έχουν μείνει στην κόρη, η οποία σκάβει βαθιά στη μνήμη για να θυμηθεί τη χαμένη μάνα. Έντονη η εικαστική ματιά της δημιουργού της Αμάραντης, σαφέστατα τρυφερή η οπτική της απώλειας και η αναζήτηση μέσω συμβόλων. Όπως το νερό, που διαβρώνει τοίχους, ποτίζει κρεβάτια, πνίγει τις θύμησες. Το 2020 η σκηνοθέτις βραβεύτηκε με το Όπως θα συνέβαιναν μέσα στο νερό, άρα ο ρόλος του υγρού στοιχείου δεν είναι τυχαίος, η θέση του στο έργο της είναι σταθερή και κυρίαρχη. Μινιμαλιστική η μουσική επένδυση, όχι αναγκαίο το τραγούδι των τίτλων τέλους που μοιάζει εκτός κλίματος, συμπαθητική η προσπάθεια, αλλά μάλλον προβληματικό το μοντάζ και το εσωτερικό τέμπο.

Η έρημος

Έχοντας κάνει πρεμιέρα διεθνώς στο φεστιβάλ του Σαράγεβο, το φιλμ της Ιωάννας Διγενάκη αρχίζει με μια αγγελία αναζήτησης για ένα σκυλάκι. Η μεγαλούπολη, η Αθήνα το κατακαλόκαιρο, όταν μικροί και μεγάλοι αναζητούν λίγη δροσιά κυριολεκτικά ή μεταφορικά, είναι στο κέντρο του φακού της Διγενάκη. Κι εδώ, όπως και στην Αμάραντη πρωταγωνιστεί το νερό, μόνο που εδώ απουσιάζει, είναι μακριά ή κόβεται. «Είν’ η κρυφή σου η ατέλειωτη δίψα, είν’ η δίψα που σε κρατά ζωντανό. Είν’ η κρυφή σου η ατέλειωτη δίψα, είν’ η δίψα για καθαρό ουρανό» κατά Πορτοκάλογλου. Έρημος ψυχών, μοναξιά μέσα στην πολυκοσμία και στην ανταλλαγή από κενές περιεχομένου κουβέντες… Με γυρίσματα και στην Τυνησία, Η έρημος είναι μέσα στην κοπέλα που παρακολουθούμε να τριγυρνά μόνη ή με παρέα, χαμένη σαν το σκυλάκι της αρχής. Γι’ αυτό άλλωστε και τελειώνει με την εύρεσή του στο ερημωμένο φανταστικό και φαντασιακό της νεαρής ηρωίδας. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, με πρόβλημα (και εδώ) στη φιλμική αφήγηση.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑