What's On Beast

19 Οκτωβρίου 2018 |

0

Beast

Σκηνοθεσία: Μάικλ Πηρς

Με τους: Τζόνυ Φλιν, Τζέσι Μπάκλεϊ, Τζέραλντιν Τζέιμς

Διάρκεια: 107’

Το τολμηρό, φιλόδοξο και πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο του Βρετανού Μάικλ Πηρς (σενάριο-σκηνοθεσία), δημιούργησε αίσθηση στη φεστιβαλική πιάτσα. Στοιχείο άκρως ενθαρρυντικό για ένα indie νεο-νουάρ χαμηλού προϋπολογισμού που δεν πρωτοτυπεί ως προς το θέμα ή τις βασικές του ιδέες. Προς τι λοιπόν ο θόρυβος και το αυξημένο ενδιαφέρον; Ο σκηνοθέτης οικειοποιείται ευφυέστατα τα στοιχεία και δάνεια που χρησιμοποιεί, δημιουργώντας ένα εντελώς ξεχωριστό, προσωπικό σύμπαν (ένα ατμοσφαιρικό μείγμα ερωτισμού και παράνοιας που ακροβατεί μεταξύ νευρωτικού, ψυχολογικού θρίλερ και σκοτεινού παραμυθιού) διαθέτοντας παράλληλα ένα εξαιρετικό πρωταγωνιστικό δίδυμο που λογικά θα μας απασχολήσει στο μέλλον, όπως κι ο ίδιος.

Γοητευτικά υποβλητικό, βραδυφλεγές (ιδίως ως προς την ανάδειξη της αληθινής φύσης των χαρακτήρων), υπαρξιακού τόνου και βαθύτατης αμφιταλάντευσης, περισσότερο εντυπωσιακό για τα επιμέρους στοιχεία που το συνθέτουν και όχι τόσο ως τελικό αποτέλεσμα. Τα μέγιστα συμβάλλει και το επιβλητικό σκηνικό (βρίσκουν φλέβα οι βρετανοί με τα νησιά του Καναλιού της Αγγλίας : μετά το πρόσφατο «The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society», ιδού άλλο ένα φιλμ που επιλέγει ως φόντο το συγκεκριμένο τοπίο – αυτή τη φορά τη νήσο Jersey).

Η 27χρονη Μολ (Τζέσι Μπάκλεϊ) ζει στο σπίτι των δικών της, μοιράζοντας τον χρόνο της στην φροντίδα ενός εξαρτημένου πατέρα και την περιστασιακή απασχόληση ως (τουριστική) ξεναγός. Η ίδια νιώθει σαν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και αναζητεί διέξοδο. Η αυταρχική, δεσποτική μάνα (κλέβει σκηνές η Τζέραλντιν Τζέιμς) κάνει κουμάντο στα πάντα, κυρίως πάνω της (εκμεταλλευόμενη ένα ακραίο περιστατικό που στιγματίζει και αμαυρώνει την εφηβεία της ηρωίδας).

Την μια την πατρονάρει και την ταπεινώνει, την άλλη υποδύεται την στοργική. Μια ασφυκτική σχέση που (σχεδόν) αγγίζει την καταπίεση. Παρόλο που η Μολ προσπαθεί να ανακάμψει απ’ το προβληματικό παρελθόν που την στοιχειώνει (και στο οποίο έχει τις θλιβερές του ρίζες το άγρυπνο βλέμμα της μάνας), τίποτα απ’ όσα κάνει δεν φαίνεται να ικανοποιούν την τελευταία. Τίποτα δεν μοιάζει σωστό ή αρκετό στα μάτια της.

Η φυγή-απόδραση απ’ το πληκτικό και αποπνικτικό πάρτυ γενεθλίων της (ευθυγραμμισμένο με τα γούστα της χειριστικής οικοδέσποινας) – στο οποίο περνάει απαρατήρητη – αναπόφευκτη και επιβεβλημένη. Η γνωριμία (μετά από ολονύχτια περιπλάνηση) με τον Πασκάλ (Τζόνυ Φλιν), έναν ντόπιο περιθωριακό, την κάνει να αναθαρρήσει, την ώρα που τριγύρω τους στο νησί μαίνεται το κυνηγητό επικίνδυνου σίριαλ κίλερ που δολοφονεί αγρίως νεαρά κορίτσια.

Μαζί ξεκινούν ένα σθεναρό ταξίδι αυτογνωσίας, με απρόβλεπτες προεκτάσεις και συνέπειες. Η Μολ ερωτεύεται τον μοναχικό, αινιγματικό Πασκάλ, για τον οποίο νιώθει απροσδόκητη και απροσδιόριστη (σχεδόν ακαταμάχητη) έλξη. Κι ας βρίσκεται ο τελευταίος στην κορυφή της λίστας των υπόπτων. Κι ας εδρεύει κείνη η (παρατεταμένη) σκιά αμφιβολίας στο πίσω μέρος του μυαλού της. «Τι σ’ αρέσει σ’ αυτόν;», ρωτάει ο τσιμπημένος μαζί της μπάτσος που ερευνά την υπόθεση των φόνων. «Η μυρωδιά του!», αποκρίνεται εκείνη.

Ο Πασκάλ αγνοεί επιδεικτικά την ψυχρή αποδοκιμασία της μάνας (και της υπόλοιπης οικογένειας), κι αυτό ωθεί την Μολ περισσότερο κοντά του. Η απόρριψη τον κάνει στα μάτια της ακόμη πιο ελκυστικό. Πρωτόγονος, ατημέλητος, συναρπαστικός, μ’ ένα μόνιμο ερωτηματικό χαραγμένο στο βλέμμα, συμπυκνώνει όλα όσα οι δικοί της αποστρέφονται. Η μεταξύ τους χημεία, εξαιρετική. Δυο ευάλωτες ψυχές, λαβωμένες απ’ το παρελθόν (το δικό της κηλιδωμένο, το δικό του με ποινικό μητρώο), που βρίσκουν η μια την άλλη.

Στο πρόσωπό του εκείνη εντοπίζει, αναγνωρίζει κάποιον όμοιό της : κάποιον που νιώθει εξίσου απομονωμένος και ξένος στον τόπο του, που αισθάνεται την ίδια μοναξιά. Οι δυο τους γρήγορα θα μετατρέψουν τη σχέση τους σε ένα «νησί» (μες στο νησί) για τους ίδιους. Μαζί θα μοιραστούν την πολύτιμη αίσθηση της ελευθερίας, βαθιά μέσα στα δάση ή στις απόκρημνες, βραχώδεις ακτές – απόλυτο κοντράστ με την αποστειρωμένη γειτονιά στην οποία ζει η ηρωίδα.

Όμως ένα φιλμ που φέρει τον τίτλο Beast, αυτομάτως εγείρει το ερώτημα : Και ποιο είναι το… «Τέρας» (τελικά); Εκείνος ή μήπως (με όλα όσα αποκαλύπτονται για το παρελθόν της) … Εκείνη; Το φιλμ φλερτάρει τόσο έντονα με την αμφιβολία, που ακόμη κι όταν δείχνει να παρέχει κάποια απάντηση… η τελευταία παραμένει. Διότι ενδιαμέσως έχει θέσει τόσα πολλά ερωτήματα που ούτε το ίδιο δείχνει πρόθυμο να ξεδιαλύνει, αλλά ούτε κι ο θεατής επιθυμεί (έχοντας φτάσει ως εδώ) : προτιμά την δική του ερμηνεία, να αποφασίσει (μέσα του) ο ίδιος ή να παραμείνει με τις υπόνοιες που δεν επιβεβαιώνονται ποτέ. Και που (σε τελική ανάλυση) φαντάζουν πολύ πιο συνεπείς με τον τόνο και τον βηματισμό της ταινίας.

Ο σκηνοθέτης βυθίζει τους ήρωες σε μια διαβρωτική ατμόσφαιρα με φόντο το κλειστοφοβικό (παρά την άπλα του) και αφιλόξενο σκηνικό που συνθλίβει, στο οποίο τα θύματα του σίριαλ κίλερ κάνουν (ανατριχιαστικά) την εμφάνισή τους στις άκρες των δρόμων ή σε λάκκους χωραφιών. Από κοντά κι οι ντόπιοι που χρησιμοποιούν τους φόνους ως βολικό πρόσχημα για την εκδήλωση ξενοφοβίας απέναντι στους εποχιακούς εργάτες (χαρακτηριστική η περίπτωση του πορτογάλου μεροκαματιάρη στους αμπελώνες).

Το φιλμ χαιρετίζεται κυρίως για την προσπάθεια της σκηνοθεσίας να μεταλαμπαδεύσει στην ατίθαση και αμφιλεγόμενη ηρωίδα του (όσοι την έχουν δει να κεντάει ως μηχανορράφος θεατρίνα στο εξαιρετικό τηλεοπτικό Taboo, πλάι στον Τομ Χάρντι, καταλαβαίνουν) την αμφισημία αρχετυπικού αντιήρωα του νουάρ. Ο χαρακτήρας της παραμένει απρόβλεπτος στο μεγαλύτερο μέρος του έργου : το πλατύ, αισθησιακό στόμα, το άγρυπνο βλέμμα στο οποίο εγκλωβίζεται κάθε συναισθηματική μετάπτωση (καθώς η ενοχή κι η τύψη μετατρέπεται σε ανυπακοή και περιφρόνηση, η δειλία σε αυτοπεποίθηση και εν συνεχεία σε επιθετικότητα – η στιγμή της έκρηξής της, για παράδειγμα, ως εξωτερίκευση ενός βαθύτατα καταπιεσμένου ψυχισμού, αποτελεί ερμηνευτικό ξέσπασμα μεγατόνων).

Ο χαρακτήρας της Μπάκλεϊ ξεδιπλώνεται σαν στοιχείο της φύσης. Μερικές φορές θαρρείς πως είναι εκείνος που δίνει και τον ρυθμό στο φιλμ. Όπως οι πυκνοί, κατακόκκινοι (σαν αίμα) βόστρυχοι και οι παστέλ ενδυμασίες της απελευθερώνονται (σταδιακά) απ’ τα βαρίδια ενός σχεδόν ξέπνοα απολογητικού σαρκίου, έτσι κι ο ψυχισμός της (μπολιασμένος απ’ το ενδιαφέρον του Πασκάλ) παύει να νιώθει στραπατσαρισμένος κι ευνουχισμένος.


Η ηλεκτρισμένη ερμηνεία της συλλαμβάνει υποδειγματικά τους αντιφατικούς (εσωτερικούς) κραδασμούς της ηρωίδας. Σε μια σκηνή, τον ακολουθεί νύχτα στο δάσος όταν άξαφνα παγώνει, κοκαλώνει, σαν ζώο που οσμίζεται τον κίνδυνο. Ο θεατής, όπως κι ο Πασκάλ, υποθέτει ότι φοβάται, στην πραγματικότητα όμως είναι η επιθυμία (το αρχέγονο ένστικτο) εκείνη που σκοτεινιάζει το βλέμμα της και την κάνει να χιμήξει επάνω του. Ενδεχομένως ακόμη πιο δυνατή, η σκηνή που ακολουθεί : πίσω στο σπίτι, βουτηγμένη στο χώμα και τον ιδρώτα, μπήγει απαλά τα λασπωμένα της νύχια στον …άσπιλο οικογενειακό καναπέ, αναπολώντας την αίσθηση της σάρκας του εραστή της.

Το να μεγαλώνεις και να ζεις σε έναν μικρό τόπο, σε ένα περιοριστικό και συντηρητικό περιβάλλον, δεν σε βοηθάει να αποτινάξεις τα δεσμά και να ξεφύγεις απ’ το παρελθόν σου. Η σύγκρουση είναι εκρηκτική : μερικές φορές ο θεατής έχει την αίσθηση πως ο νατουραλιστικός, γήινος αισθησιασμός του Wuthering Heights προσκρούει στον κουμπωμένο καθωσπρεπισμό του Archipelago. Το παιχνίδι της σκηνοθεσίας με τις φαντασιώσεις-εφιάλτες της ηρωίδας λειτουργεί εξαιρετικά (ειδική μνεία εδώ για την απαιτητική δουλειά της κάμερας, με πολύ ενδιαφέρουσες επιλογές και καδραρίσματα που ενισχύουν απίστευτα τη διαχείριση του άβολου). Το ενήλικο παραμύθι του Πηρς φρεσκάρει τολμηρά το χιτσκοκικό του δάνειο (ο σαγηνευτικός εραστής που μπορεί να είναι και δολοφόνος ή ο ρομαντικός ήρωας που δεν αργεί να αποκαλύψει τη σκοτεινή πλευρά του), παίζοντας με τις προσδοκίες του θεατή που συγχρόνως απολαμβάνει τις άγριες εξάρσεις της σχέσης των πρωταγωνιστών.

Βαδίζοντας προς το τέλος, ο δημιουργός παίρνει το ρίσκο (που δυστυχώς δεν ευοδώνεται) : υπονομεύοντας την (σφικτής και υποδειγματικής διαχείρισης) δυναμική του θέματός του, επιχειρεί ανεπιτυχώς να προσφέρει μια mainstream κάθαρση. Η αλλαγή πλεύσης και ρυθμού αποκτά απρόσμενα διαδικαστική χροιά, δίνοντας την αίσθηση πως το όλο πράγμα ξεδιπλώνεται υπερβολικά, σχεδόν γλιστρά απ’ τα χέρια του σκηνοθέτη.

Στην καρδιά του φιλμ σταλάζει το ερώτημα εάν μπορείς να αγαπήσεις κάποιον που κουβαλά κάτι σκοτεινό απ’ το παρελθόν του και το βασικό ατόπημα του Πηρς είναι πως επιχειρεί να το απαντήσει. Όταν αίρεται η αμφισημία, αυτό που εκκινεί και εξελίσσεται ως συναρπαστικό πορτραίτο ψυχολογικής στρέβλωσης και κοινωνικού εξοστρακισμού, ως πειραγμένο (καίτοι διεισδυτικό) σχόλιο για την «ζωώδη» πλευρά της ανθρώπινης φύσης που συχνά ανακτά τον (πλήρη) έλεγχο της αθωότητάς μας, επιδίδεται στην κλιμάκωση ενός (ελάχιστα αξιόπιστου) φινάλε που ξορκίζει άγαρμπα και άδοξα το στοιχειωμένο κομψοτέχνημα που με τόσο μεράκι έχτιζε ως τότε.

Το Beast ωριμάζει μέσα απ’ τις ίδιες τις προοπτικές που ανοίγει, αλλά από ένα σημείο και μετά δεν ξέρει τι να κάνει με το ψυχολογικό και δραματουργικό έδαφος στο οποίο κινείται. Προς τα πού να πάει. Οι πρωταγωνιστές του υπηρετούν εξαιρετικά τους ανατρεπτικούς χαρακτήρες τους, εν τούτοις το σενάριο στο τέλος τους αφήνει (επί της ουσίας) ξεκρέμαστους. Όπως μετέωρο αφήνει και το φλερτ με τον συσχετισμό μητρικής χειραγώγησης και μισογυνισμού (ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για τον χαρακτήρα της ηρωίδας που – δυστυχώς – δεν αναπτύσσεται, ούτε αξιοποιείται επαρκώς). Η μεγαλύτερη πάντως έκπληξή του μοιάζει να είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης του, για τον οποίο – σαν την ηρωίδα του – αδυνατείς να προβλέψεις που θα τραβήξει από δω και μπρος…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑