Le Feu Follet (The Fire Within): The Café Scene

Το Le Feu Follet (Η φλόγα που τρεμοσβήνει, 1963), που αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ και αντλεί έμπνευση από τον σύντομο βίο του Γάλλου ποιητή Ζακ Ριγκό, σηματοδότεί την επανένωση των Λουί Μαλ, Μορίς Ρονέ και Ζαν Μορό (έστω και σε μικρό ρόλο η τελευταία), πέντε μόλις χρόνια μετά το Ασανσέρ για δολοφόνους, που αποτέλεσε το εκκωφαντικό σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μαλ.

Ο κεντρικός ήρωας ονόματι Αλέν Λερουά, ένας καταθλιπτικός αλκοολικός που βρίσκεται σε μία κατάσταση μόνιμου ιδρυματισμού, διατρανώνει την επιθυμία του να δώσει ένα τέλος στη ζωή του, έχοντας θέσει ως τερματικό σταθμό την 23η Ιουλίου. Προτού όμως υλοποίησει τη μακάβριά του υπόσχεση, ο Αλέν Λερουά δίνει το περιθώριο μίας μικρής διορίας προκειμένου να μεταπείσει τον εαυτό του. Θα περιδιαβεί αγαπημένα παρισινά στέκια του παρελθόντος, θα συναντήσει παλιούς φίλους και ξεχασμένες ερωμένες, θα προσπαθήσει να κρατηθεί στη ζωή από οτιδήποτε σήμαινε κάτι για αυτόν στο παρελθόν. Θα παλέψει να μετατρέψει τον νεκρό χρόνο των αναμνήσεων σε ζώντα χρόνο ελπίδας. Και θα συντριβεί ολοκληρωτικά.

Στη παρακάτω σκηνή που εκτυλίσσεται σε ένα υπαίθριο πολυσύχναστο και πολύβουο καφέ του Παρισιού, η κάμερα δηλώνει αρχικά την παρουσία της διακριτικά, σχεδόν καμουφλαρισμένα. Ωσότου ξεπετάγεται περίπου σαν απρόσκλητος επισκέπτης και ερασιτέχνης ηδονοβλεψίας. Τρία σώματα θα μετακινηθούν και θα μας αποκαλύψουν τον αληθινό πρωταγωνιστή, που θαρρείς και ήθελε να παραμείνει καταχωνιασμένος στο πιο ακριανό τραπεζάκι.

Ένα απότομο κατ και ένα κοντινό πλάνο που καλύπτει όλο το κάδρο αποτυπώνουν την ψυχική κατάσταση του Λερουά. Είναι ανάστατος, αγχωμένος, σαν ψάρι έξω από το νερό. Αμέσως μετά, το κοντινό πλάνο στο πρόσωπο του Μορίς Ρονέ αντικαθίσταται από μία σειρά από point of view πλάνα, που μας φανερώνουν την οπτική που υιοθετούν τα μάτια του πρωταγωνιστή. Την ίδια στιγμή, πεφτουν οι πρώτες νότες της επουράνιας μελωδίας του υπέροχου Gnosienne 1, του Ερίκ Σατί. Μία θεία μελωδία που αποτυπώνει μία ανθρώπινη κόλαση.

Ένας απελπισμένος άνδρας που πασχίζει να επανασυνδεθεί με τον κόσμο γύρω του. Που αγκομαχά να ξεκλέψει λίγη από την καθημερινότητα των περαστικών. Να ενωθεί με τα χαμόγελά τους, την αφηρημάδα, τη βιασύνη, τις σκέψεις, τα βλέμματα και το περπάτημά τους. Να ρουφήξει λίγη ζωή, να εμβολιαστεί με μία ελαφρά δόση ψυδαίσθησης πως θα τα καταφέρει να βγει από αυτή την άβυσσο αλώβητος. Ο Λερουά θα αιχμαλωρίσει τη λαγνεία και την ντροπή τους, θα παλέψει με την δυσβάσταχτη κανονικότητα που τον περιβάλλει. Το πνεύμα, η ψύχη, η σάρκα, τα μάτια, όλα εκφράζουν την προθυμία τους, αλλά οι υποδοχείς της ζωής είναι πλέον ελαττωματικοί. Τίποτα δεν μπορεί να λυτρώσει έναν από τους πιο καταραμένους ήρωες που έχουμε ποτέ αντικρίσει στο σινεμά.

Κι ακριβώς πριν από τη στιγμή της ολοκληρωτικής ήττας και παράδοσης, το πλάνο θα ανοίξει, λες και κάνει χώρο για τη μεγάλη στιγμή. Ο Λερουά θα παραδοθεί εκ νέου στο ποτό, με μία απλούστατη και ανεπαίσθητη κίνηση που αποτελεί προάγγελο της οριστικής ήττας. Όλα έχουν χαθεί, όλα ήταν ήδη προδιαγεγραμμένα. Οι στερνές νότες του Σατί επισφραγίζουν την παράδοση. Ένα ρέκβιεμ για μία χαμένη ψυχή που έδωσε τον μάταιο αγώνα της.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑