They Shoot Horses, Don’t They

Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Πόλακ

Παίζουν: Τζέιν Φόντα, Μάικλ Σάραζιν, Τζιν Γιανγκ

Διάρκεια: 120′

Παγωμένα χαμόγελα, αγκυροβολημένα σε απελπισμένα πρόσωπα. Σώματα που στροβιλίζονται αδιάκοπα, χωρίς κανένα διάλειμμα, χωρίς σταματημό. Αγόρια και κορίτσια, ντυμένα στα καλά τους, με φροντισμένα μαλλιά και γυαλισμένα παπούτσια. Φιγούρες, άλματα, λικνίσματα, ο ήχος από τις σόλες που αφήνουν χνάρια στο παρκέ. Ένα γκροτέσκο τσίρκο, με σαρκοβόρους θεατές. Μια σύγχρονη αρένα, καλλωπισμένη με φρου φρου και αρώματα και σημαιοστολισμένη, για να κρύψει τα κανιβαλιστικά ένστικτα που ικανοποιεί. Οι θεατές, σε αυτό το θλιμμένο και θλιβερό καρναβάλι, δεν πλήρωσαν εισιτήριο για να θαυμάσουν κάποιον καλλιτέχνη ή για να παρασυρθούν από τον φρενήρη ρυθμό της μουσικής.

Αντιθέτως, έχουν καταθέσει τον οβολό τους έχοντας την κρυφή ελπίδα πως κάποιος από τους συμμετέχοντες θα καταρρεύσει σε κοινή θέα. Το κοινό μπορεί να μην επιζητά πλέον άγρια θηρία και μονομάχους, αλλά δεν θα πει ποτέ όχι σε ένα ζουμερό κλονισμό. Θέλει κλάμα και απελπισία, ενθουσιάζεται στην ιδέα να αντικρίσει πόδια να καταρρέουν σαν κλαράκια, σώματα να διπλώνονται στα δύο, μακιγιάζ να καταστρέφονται από λυγμούς. Ένα κουκλόσπιτο γεμάτο από κούκλες που είναι έτοιμες να ξεσπάσουν σε δάκρυα και να χτυπιούνται καταγής.

Οι μαραθώνιοι χορού που άνθισαν στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του ’30, στον απόηχο του Κραχ του ’29 και της μεγάλης οικονομικής ύφεσης, είχαν εγγραμμένη στο καταστατικό τους μια ισχυρή δόση σαδισμού. Αφενός, προσέφεραν ένα χρηματικό δέλεαρ στους ταλαιπωρημένους διαγωνιζόμενους, αφετέρου λειτουργούσαν ως πνιγηρή διέξοδος για όλους τους υπόλοιπους. Σε κάθε περίοδο γενικευμένης συλλογικής κατάθλιψης, εξάλλου, οι δύο πόλοι του άξονα είναι οι ίδιοι. Η βία της ανάγκης και η αποκτήνωση της θλίψης. Πίσω από τα γλυκανάλατα hits της εποχής, τα μπαλόνια, τα αναψυκτικά, τις περίτεχνες κουπ, την μπριγιαντίνη, τα έπαθλα και το χιούμορ των παρουσιαστών, κρυβόταν μια αίσθηση ασφυκτικού εγκλωβισμού και μια υπόνοια τσακισμένου ονείρου.


Ο Σίντνεϊ Πόλακ, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα They Shoot Horses, Don’t They του Χόρας ΜακΚόι, στριμώχνει θαρρείς ολόκληρο το σύμπαν στους τέσσερις τοίχους της αίθουσας χορού, που μοιάζει με κιβωτό που επιτελεί τον αντίστροφο σκοπό από την αντίστοιχη βιβλική: λες και θέλει να επισπεύσει τον κατακλυσμό, φανερώνοντας στον άνθρωπο την κατάντια του, παρά να προστατέψει από αυτόν. Ο Πόλακ αφαιρεί κάθε υπόνοια παρελθόντος χρόνου και πρότερων βιωμάτων, ενώ παράλληλα εξαλείφει κάθε πιθανότητα μέλλοντος, διαφυγής και αλλαγής. Τα πάντα προϋπήρχαν, τα πάντα θα ζήσουν και θα αφανιστούν σε αυτή τη πίστα πεισιθάνατου χορού.

Ο Πόλακ μας υποβάλλει ευθύς εξαρχής σε ένα τόνο απόλυτης αποξένωσης από το φυσιολογικό, σε μια ολοκληρωτική ρήξη με οτιδήποτε το αναμενόμενο και αναγνωρίσιμο. Και έχοντας ως αφετηρία την άκρη του γκρεμού, αφηνόμαστε σε μια ελεύθερη πτώση. Σταδιακά, μοιραζόμαστε τη σωματική εξάντληση, την απελπισία της κούρσας δίχως τερματικό προορισμό, την πνευματική και υπαρξιακή ισοπέδωση των σωμάτων που εξακολουθούν να πάλλονται, αλλά έχουν αδειάσει από κουράγιο και ψυχή. Ένας θίασος από περιφερόμενα φαντάσματα που τρομάζουν από τις ιαχές των ζωντανών που φτιάχνονται με τον θάνατο.

Ο κονφερανσιέ της βραδιάς, πανίσχυρος και ακλόνητος, τραβολογά τους χορευτές και τις χορεύτριες σαν μαριονέτες, παίζει μαζί τους, χλευάζει την άγνοιά τους. Ένας θεός μικρής κλίμακας, βαριεστημένος και απογοητευμένος από τα παιχνίδια του, τα οποία βαρέθηκε και έχει βαλθεί να χαλάσει, μπας και του προσφέρουν κάποια ικανοποίηση. Σε θεωρητική βάση, κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί τα βροντήξει και να φύγει ανά πάσα στιγμή, τίποτα δεν τον αναγκάζει να φτάσει μέχρι τέλους.

Ξάφνου, όμως, αυτός ο διαγωνισμός μοιάζει με την ίδια τη ζωή, από την οποία σπανίως μπορεί να διαφύγει κανείς, ακόμη και τις στιγμές που μοιάζει αφόρητη. Η εξάντληση και η ματαιότητα συσσωρεύονται, τα καταπίνουν όλα. Και το τέλος μοιάζει αναπόδραστο και προδιαγεγραμμένο, όπως εξάλλου μας είχε ενημερώσει και ο τίτλος της ταινίας. Ο οποίος κουβαλά μέσα του μια πλάγια ειρωνεία, έναν πικρό σαρκασμό. Μια υποτιθέμενη πράξη ελέους που καμουφλάρει όλη την κτηνωδία που έχει προηγηθεί.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest