Reviews The Swimmer

31 Αυγούστου 2017 |

0

The Swimmer

Σκηνοθεσιά: Φρανκ Πέρι

Παίζουν: Μπαρτ Λανκάστερ (ναι, μόνο αυτός!)

Διάρκεια: 96′

To διήγημα The Swimmer (1964) του Τζον Τσίβερ, το οποίο αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την ομότιτλη θρυλική ταινία (1968) του Φρανκ Πέρι, συμπυκνώνει και συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία του διέπει το έργο του διάσημου Αμερικάνου συγγραφέα, που έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο «Τσέχοφ των προαστίων». Η βία μίας σκληρής και βαθιάς ματαίωσης. H συντριβή της αποτυχίας, το αγκάθι της ντροπής για τα όσα χάθηκαν σε μία μάχη που παρέμεινε αόρατη και αθόρυβη. H αφόρητη πίεση απόκρυψης της ήττας και της ανικανοποίητης προσμονής μιας ακαθόριστης λαχτάρας. Οι ήρωες του Τσίβερ δεν επαναστατούν ποτέ, δεν επιζητούν κάποια ηρωική έξοδο δικαίωσης ή χάους, δεν ρίχονται σε κάποια μάταιη μάχη με την καταπίεση που τους περιτριγυρίζει. Αντιθέτως, συνεχίζουν να παραπατούν και να προχωρούν με βήμα ολίγον ξεκούρδιστο, σε ένα μόνιμο καθεστώς αθέατης δυσλειτουργίας.

Οι ήρωες του Τσίβερ δεν λαχταρούν για κάποιο χαμένο παράδεισο της μνήμης ή για κάποια μελλοντική κάθαρση. Αντιθέτως, βιώνουν ένα angst άχρονο και σχεδόν μεταφυσικό, που δεν απευθύνει κάποιο δριμύ κατηγορώ. Στον αντίποδα, προσπαθεί δειλά να συλλαβίσει ένα μπερδεμένο στοχασμό. Να τείνει μία παρακλητική χείρα φιλίας και συμπόνιας, να βρει ένα στοιχειώδη μπούσουλα. Ο Τσίβερ δεν ρίχνει το αμάξι απότομα σε κάποιο γκρεμό εν μέσω μίας ήρεμης βόλτας, αλλά το αφήνει κοκαλωμένο να συγκρουστεί με ένα τοίχο που κάθε τρεις και λίγο έρχεται καταπάνω του. Όχι με ορμή, όχι με φόρα, με βήμα σταθερό και διάθεση επαναληπτική.

Η ιστορία μας ξεκινά ένα πανέμορφο και ηλιόλουστο καλοκαιρινό πρωινό, κάπου στα καλοβαλμένα και τακτοποιημένα προάστια του Κόνεκτικατ. Ένας ώριμος, επιβλητικός και αρχοντικός άνδρας κυριαρχεί και δεσπόζει άμεσα στον χώρο, καθώς εμφανίζεται στην πισίνα ενός φιλικού σπιτιού, την ώρα του καθιερωμένου μεσημεριανού κοκτέιλ. Η φαινομενικά αψεγάδιαστη εικόνα ευθύς εξαρχής γεννά την αμυδρή υποψία μίας πιο σκοτεινής πραγματικότητας. Μετά από τις πρώτες χαιρετούρες, παραμένει επί της ουσίας αδιευκρίνιστο αν ο πρωταγωνιστής είναι προσκεκλημένος ή απρόσκλητος, αν είναι καλοδεχούμενος ή ανεπιθύμητος, αν η όλη κατάσταση είναι κομμάτι μίας τρυφηλής ρουτίνας ή μιας αναπάντεχης περέκκλισης από την καθημερινότητα. Αυτή η χροιά του υπαινικτικού διφορούμενου ενισχύεται από τη θαυμαστή λεπτολογία μίας φινιρισμένης φωτογραφίας. Που αποπνέει συνεχώς την αίσθηση του ευπαρουσίαστου, αλλά ποτέ του αληθινά όμορφου. Που μεταδίδει μία ηρεμία γεμάτη καλλιέπεια, που μοιάζει όμως περισσότερο ζωγραφισμένη παρά χειροπιαστή. Μία εικόνα εντυπωσιακής γυαλάδας, αλλά ποτέ ουσιαστικής λάμψης.

Λίαν συντόμως, μία τρελή ιδέα καρφώνεται στο μυαλό του ήρωά μας. Οι πισίνες της εύρωστης γειτονιάς του σχηματίζουν ένα ιδιόμορφο μονοπάτι που οδηγεί απευθείας στην πόρτα του σπιτιού του και, ξάφνου, η προοπτική του να κολυμπήσει ώς εκεί φαντάζει ονειρεμένη. Μία ιδιόμορφη Οδύσσεια ξεκινά, όπου ο ξενιτεμένος ήρωας, βουτιά με τη βουτιά και στέγνωμα με το στέγνωμα, τρυπώνει ολοένα περισσότερο στη σπηλιά της ζωής του. Χαρτογραφεί μία επιστροφή που θα έπρεπε πάση θυσία να αποφύγει, σε μία παλλινόστηση κλιμακούμενου άγχους και ασθμαίνουσας λύτρωσης. Σε αυτή τη διαδρομή που έχει τερματικό σταθμό το σούρουπο, την υγρασία, το γήρας, τον φόβο, τον οριστικό αποχαιρετισμό των υποτιθέμενων, αλλά πάντα επισφαλών, κεκτημένων, και τις κλειδαμπαρωμένες αναμνήσεις μίας αλλοτινής ευδαιμονίας, τα πάντα μοιάζουν να έχουν τοποθετηθεί ιδανικά.

Σε βαθμό υπερβολικό και απατηλό, τα πάντα στέκουν ακριβώς στο σημείο που πρέπει, ακούγονται ακριβώς όπως πρέπει, φαίνονται και αντανακλούν ακριβώς όπως πρέπει. Μεταδίδοντας, δηλαδή, με τρόπο πανέμορφα υπαινικτικό την εικόνα της απόλυτης πλαστογραφίας, όπως περίπου μία υπογραφή που είναι 100% πανομοιότυπη σε κάθε έγγραφο και δεν μπορεί παρά να είναι προϊόν απάτης. Σαν ένα όνειρο που είναι υπερβολικά αληθινό για να ξεφουσκώσει με το ξύπνημα, σαν ένας χλιαρός εφιάλτης που δεν μπορεί να εκτονωθεί πουθενά. Μία πλάγια αλληγορία για ένα κόσμο όπου τα πάντα οφείλουν να είναι αψεγάδιαστα, όπου το παραστράτημα και η αστοχία είναι δια ροπάλου απαγορευμένα. Χαμόγελα που τρέμουν το συνοφρύωμα, ο εξοστρακισμός κάθε ασχήμιας που χαλάει το ντεκόρ. Οι άνθρωποι που παρευλάνουν είναι φιγούρες, τα λόγια που εκστομίζουν είναι ατάκες, τα όσα βλέπουμε επί της οθόνης είναι μία αλληγορία που προσφέρει μονάχα επώδυνη κι ανεπιθύμητη σοφία.

Ο Μπαρτ Λανκάστερ επωμίζεται κιμπάρικα και γενναία το βάρος και την αποστολή ενός ήρωα που ξεκινά ως επικός κατακτητής και καταλήγει αποσβολωμένο θύμα μίας μοίρας τραγικής που διάλεγε να αγνοεί. Η άγνοια, όμως, νόμου, ταυτότητας, σκοπού και ριζικού, δεν συγχωρείται ποτέ. Η μεγαλοπρέπειά του εξατμίζεται, το σφρίγος του εκλείπει, η γοητεία του χωλαίνει. Σε κάθε του βήμα, όμως, προς την κόλαση της Ιθάκης, η τρυφερότητά μας για αυτόν τον καταραμένο Κολυμβητή φουντώνει. Είναι τόσο λυπητερό ότι ούτε ένας δεν βρέθηκε να τον προειδοποιήσει, είτε από αγάπη είτε από μίσος, είτε από ελεημοσύνη είτε από χαιρεκακία. Ούτε καν εμείς που ήμασταν έτοιμοι να φωνάξουμε «σταμάτα», αλλά κατά βάθος θέλαμε να τον δούμε φτάνει ώς το τέρμα του δρόμου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑