Reviews Sweet Smell of Success

19 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

Sweet Smell of Success

Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Μάκεντρικ

Παίζουν: Μπαρτ Λανκάστερ, Τόνι Κέρτις

Διάρκεια: 96′

Έτος παραγωγής: 1957

Ένας άνδρας επιβλητικός, δεσποτικός, κυρίαρχος επί ορατών και αοράτων που εμπίπτουν στο βεληνεκές του. Με μακιαβελικό νου, εξουσιαστικά αντανακλαστικά, προορισμένος να τον υπηρετούν και να τον τρέμουν. Η πένα του μπορεί να ανυψώσει ή να κατακρεμνίσει καριέρες, η σχέση του με τους ανθρώπους – δεκανίκια που τον περιτριγυρίζουν είναι εκβιαστική και χειριστική. Ο JJ Hunsecker αποκτά ρώμη, όγκο και υπόσταση μέσα στο εκφοβιστικό εκτόπισμα του Μπαρτ Λανκάστερ, μέσα από το παγωμένο του βλέμμα που θωρακίζεται πίσω από μία πανοπλία γυαλιών, μέσα στο ακριβόλογο, μονίμως ακονισμένο και δηλητηριώδες στόμα του.

Η Νέα Υόρκη είναι η πόλη του, αλλά όχι αυτή της γκλαμουριάς και των στρας. Ο JJ Hunsecker αγαπά το σάπιο κομμάτι του Μεγάλου Μήλου, εκεί που βασιλεύουν η μούχλα και τα σκουλήκια. Κοιτάζει εποπτικά αυτή τη «βρώμικη πόλη που τόσο αγαπά», την ώρα που το σκοτάδι επιβάλλεται στο φως και οι νέον επιγραφές λαμποκοπούν θαρρείς πένθιμα. Είναι ο άρχοντας ενός κόσμου χωρίς ηθική, ενός κόσμου γεμάτου διαβολικά χέρια που κινούν τα νήματα, αμοραλιστές καιροσκόπους που δεν έχουν καν ψυχή για να πουλήσουν στον διάβολο, και αθώα θύματα που σχεδόν μας κάνουν να πλήττουμε μέσα στην άχρωμη καλοσύνη τους.

Στη δεύτερη κατηγορία, αυτή των χθόνιων και μίζερων αριβιστών, συγκαταλέγεται ο Sidney Falco, ένα παράσιτο που αυταπατάται ότι θα μπορέσει να ανέλθει κλίμακα στην τροφική αλυσίδα, προσκολλημένος στο μεγαλύτερο διαθέσιμο κήτος. Ο Τόνι Κέρτις καρφώνει ένα μικροπρεπές μειδίαμα στο πρόσωπο, στέκεται, περπατά, αναπνέει, μιλάει και καπνίζει σαν ύαινα που περιμένει τα αποφάγια. Είναι αναξιοπρεπής βάσει πεποίθησης, διαθέτοντας εντούτοις μία παράδοξη αίσθηση αξιοπρέπειας στην προφανή αδιαφορία του για εύρεση ελαφρυντικών ή δικαιολογιών. Αντιμετωπίζει τον JJ Hunsecker ως πατέρα που πρέπει να ξαποστείλει προκειμένου να βγει ο ίδιος στο προσκήνιο, ως μέντορα που του διδάσκει έλλειψη δισταγμών και αναστολών, ως το λιοντάρι το οποίο σέβεται και φοβάται, αλλά δεν θα διστάσει να ξεκοκαλίσει όταν αυτό πάψει να είναι ο βασιλιάς αυτής της ζούγκλας.

Η σχέση τους είναι ένα παιχνίδι αμφίδρομης αρρωστημένης εξάρτησης, παρά την αρχική υπόνοια ότι ο Falco είναι στο έλεος του Hunsecker. Ο ηγέτης της αγέλης δεν μπορεί ποτέ να πιστοποιήσει επαρκώς τη θέση του, αν δεν υπάρξουν πρόθυμα κουτάβια που τον περιτριγυρίζουν με την ουρά στα σκέλια, πειθήνια σε κάθε του κέλευσμα. Η σεξουαλικότητα του Hunsecker είναι εκ πρώτης όψεως συνώνυμη με την επιβολή ισχύος, θρέφεται και θεριεύει μέσα της, αποκλειόντας την οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη βερσιόν ερωτισμού.

Στην πραγματικότητα, αυτή η λυσσασμένη ανάγκη για έλεγχο της μοίρας όσων βρίσκονται γύρω του συνιστά ένα συγκεκαλυμμένο υποκατάστατο μίας σεξουαλικότητας που αδυνατεί να βρει διέξοδο. Ο Falco είναι ένα καχέκτυπο αγοραίου έρωτα (ως έννοια, η εκπόρνευση διατρέχει υπογείως τη ραχοκοκαλιά της ταινίας), ενώ η αιμομικτική επιθυμία περισσεύει στο σκοτεινό και σκληρόκαρδο μέγαλο των Hunsecker (η βασική πλοκή που κινεί τα νήματα είναι, εξάλλου, η πάση θυσία διάλυση του ειδυλλίου της αδερφής του Hunsecker με ένα τζαζίστα, αποστολή την οποία αναθέτει ο «κίτρινος» μεγιστάνας στον Falco).

Το Sweet Smell of Success γεννήθηκε στα λοίσθια του Μακαρθισμού, και αφήνει μία υπόκωφη κραυγή δικαίωσης και αηδίας απέναντι στον παραλογισμό της λογοκρισίας και την υστερία που είχαν κυριαρχήσει τα προηγούμενα χρόνια. Είναι αυθάδες και πνιγηρό, εξοπλισμένο όμως, παράλληλα, με μία αίσθηση υποδόριου αστεϊσμού ώς τη στερνή στιγμή. Ένα ιδιόμορφο και ιδιόρρυθμο βελούδινο hard-boiled δημοσιογραφικό νουάρ, που αποστρέφεται την αλήθεια, δεν βρίσκει δίοδο σε κανένα απελπισμένο ξέσπασμα ηθικής, και βυθίζεται σε ένα κόσμο αναπόδραστης -όχι ακριβώς καταδίκης- αλλά ειρωνείας. Μία ταινία που απέκτησε κοινό, δημοφιλία, αναγνώριση και εγκώμια, αφότου πρόλαβε να βυθίσει στα τάρτατα την καριέρα του σκηνοθέτη Αλεξάντερ Μάκεντρικ. Σχεδόν διττός ο σαρκασμός του τίτλου, καθώς η επιτυχία είναι όχι μόνο δύσοσμη και πικρή, αλλά πολλές φορές βασανιστικά ετεροχρονισμένη.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑