Rashomon (1950), του Ακίρα Κουροσάβα

Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάβα

Παίζουν: Τοσίρο Μιφούνε, Ματσίκο Κίο, Μασαγιούκι Μόρι

Διάρκεια: 88′

Ο επιστημονικός-ακαδημαϊκός όρος The Rashomon Effect (που πήρε το όνομά του από τη συγκεκριμένη ταινία, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά τη σαρωτική δύναμη του σινεμά) παραπέμπει στο φαινόμενο κατά το οποίο το ίδιο γεγονός αναπλάθεται με τελείως διαφορετικούς τρόπους από τους αυτόπτες μάρτυρες που το είδαν να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια τους. Αν το καλοσκεφτούμε, εξάλλου, όλα τα γεγονότα -κολοσσιαία ή αδιάφορα, δεν έχει σημασία- αποκτούν νόημα και υπόσταση αποκλειστικά μέσα από τη δική μας ερμηνεία. Κι όσο περισσότερες οι ερμηνείες τόσο αυξάνονται και οι εκδοχές της δύσμοιρης πραγματικότητας, η οποία μοιάζει ξαφνικά να χάνει το αντικειμενικό της κύρος.

Ούτως ή άλλως, η αλήθεια, από την ετυμολογική της κιόλας διάσταση, ορίζεται ως αυτό που δεν υποπίπτει στη λήθη. Επομένως, η αλήθεια είναι εκ των πραγμάτων δέσμια ενός νοθευμένου μηχανισμού. Το μνημονικό μας δεν μπορεί ποτέ να μείνει ασάλευτο ή ανεπηρέαστο, καθώς μετακινείται και διαφοροποιείται, πέφτει σε λήθαργο και καλπάζει, ανάλογα με τα όσα επιτάσσουν οι εμμονές, οι τύψεις, οι ευσεβείς πόθοι, τα συμπλέγματα, οι ντροπές, τα κίνητρα και τα απωθημένα μας. Η πραγματικότητα δεν είναι καρπός της λογικής, των νόμων της φύσης ή μιας αόριστης θεϊκής σοφίας. Η πραγματικότητα είναι μια ανθρώπινη κατασκευή, άρα εξ ορισμού ελαττωματική. Όλα τα παραπάνω, που απαιτούν τόμους αναλύσεων, ο Ακίρα Κουροσάβα κατόρθωσε να τα συμπυκνώσει σε μόλις 88 λεπτά φιλμικού χρόνου.

Το Ρασομόν, που απέσπασε Χρυσό Λέοντα στη Βενετία το 1951, τιμήθηκε με το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1952 (ή τέλος πάντων με τον προπομπό αυτού του βραβείου, το οποίο καθιερώθηκε επισήμως το 1956) και χάρισε στον Ακίρα και στο ιαπωνικό σινεμά, διεθνή ακτινοβολία, εκκινεί από μια απλή, αλλά συνάμα πολυσύνθετη, αντίφαση: η εικόνα, ο κατεξοχής φορέας και κοινωνός της αλήθειας, χάνει οριστικά και αμετάκλητα την αξιοπιστία της. Η εικόνα δεν είναι πλέον παντοδύναμη, ούτε ανεπίδεκτη αμφισβήτησης, είναι κι αυτή τρωτή και φθαρτή, γεμάτη τυφλά σημεία και θολά κίνητρα. Στο Rashomon, το περιστατικό ενός διπλού εγκλήματος (φόνος και βιασμός) διαθλάται μέσα από τις αφηγήσεις των τριών άμεσα εμπλεκόμενων, μόνο που όσο το νήμα ξεδιπλώνεται τόσο πυκνώνει ο λαβύρινθος.

Ο ληστής (και βιαστής;), η γυναίκα του δολοφονημένου σαμουράι και το πνεύμα του νεκρού (στον ιαπωνικό σιντοϊσμό τα πνεύματα σουλατσάρουν στον κόσμο τον ζωντανών και συνδιαλέγονται μαζί τους χωρίς την παραμικρή αμηχανία) αφήτουνται τη δική τους βερσιόν των ίδιων γεγονότων, υποπίπτοντας σε χίλιες μύριες αντιφάσεις. Μάλιστα, κατεδαφίζουν τον τέταρτο τοίχο (θυμηθείτε, βρισκόμαστε εν έτει 1950, δεν είναι δα και τόσο αυτονόητο) και απευθύνονται σε εμάς τους ίδιους, καλώντας μας να επωμιστούμε τον ρόλο του ερευνητή-δικαστή.

Το flashback, από μηχανισμός που αποκαλύπτει ψέματα και ανακρίβειες, αποκαθιστά τη φυσική ροή των πραγμάτων και βοηθά τον θεατή να μπαλώσει τα όποια λογικά και νοηματικά κενά, ξαφνικά μετατρέπεται σε εργαλείο που συσκοτίζει και μπερδεύει, προκαλώντας μονάχα σύγχυση και νέες απορίες. Και οι τρεις πρωταγωνιστές κουβαλούν τη δική τους αλήθεια για τα όσα διαδραματίστηκαν, διαρρηγνύοντας οριστικά τον δεσμό εμπιστοσύνης ανάμεσα στον θεατή και στην κάμερα: ο φακός ψεύδεται και μας περιπαίζει, προμοτάροντας χωρίς καμία ντροπή όποιον του κάνει τα γλυκά μάτια. Το βλέμμα της κινηματογραφικής μηχανής δεν είναι παρά μια βιομηχανία της αποπλάνησης και της ψευδαίσθησης, μοιάζει να λέει ο Κουροσάβα. Κι αν δεν μπορούμε να πιστέψουμε στα ίδια μας τα μάτια, λοιπόν, τι έχει απομείνει όρθιο σε αυτό τον κόσμο; Τίποτα απολύτως, είναι η απάντηση που προσφέρει το σινεμά, το οποίο είναι φτιαγμένο για να καταλύει και όχι να κανακεύει τις παγιωμένες βεβαιότητες.

Το ακόμη πιο συναρπαστικό σε αυτό το οδοιπορικό αναξιοπιστίας είναι ότι οι τρεις αμφιλεγόμενοι αφηγητές δεν έχουν ως απώτερο σκοπό την απαλλαγή τους από τις κατηγορίες, αλλά την -κατά κάποιον τρόπο- ένδοξη ενοχοποίησή τους. Οι τρεις παραλλαγές της ίδιας ιστορίας δεν ρίχνουν το φταίξιμο αλλού, δεν πασχίζουν να εφεύρουν ελαφρυντικά ή να αποσιωπήσουν τις συνέπειες, αλλά έχουν ένα και μόνο πανίσχυρο κίνητρο: τη ματαιόδοξη διάσωση και δικαίωση της τιμής. Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται σε μια δίνη που μοιάζει με ατελείωτο όνειρο, όπου το εκτυφλωτικό φως (με πλάνα που έρχονται σχεδόν τετ-α-τετ με τις ακτίνες του ήλιου), η καταρρακτώδης βροχή, οι κοφτερές κιαροσκούρο αντιθέσεις και οι βαριές σκιές που ρίχνει το τροπικό δάσος στα πρόσωπα των ηρώων προετοιμάζουν το έδαφος για την είσοδο σε ένα κόσμο υποκειμενικής ανακρίβειας.

Στο φινάλε, ένας τέταρτος αυτόπτης μάρτυρας, που έχει δολίως αποκρύψει έως εκείνη τη στιγμή ότι έχει γνώση του περιστατικού, παρουσιάζει μια εκδοχή που κατεδαφίζει κάθε εξωραϊσμό και γκρεμίζει κάθε υπόνοια ηθικού μεγαλείου, καταθέτοντας ένα αδυσώπητο επιμύθιο: η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι διαχρονικά σύμφυτη με τον πόνο, τα δάκρυα, τον φόβο, την ενοχή, τον εγωισμό και τον δισταγμό. Και όπως φαίνεται τελικά, ο ισχυρότερος συνεκτικός κρίκος μεταξύ μας, ο δεσμός που μας ενώνει με κάθε άνθρωπο που πάτησε το πόδι του σε αυτή τη γη, δεν είναι άλλος από τη διαχρονική αδυναμία να φανούμε γενναίοι απέναντι στα πιο μικροπρεπή πεπραγμένα μας. Ένα κοινό ριζικό αιώνιας μεταξύ κατεργαρέων (αν)ειλικρίνειας.

Το τελικό απόσταγμα, πάντως, ρίχνει μαύρη πέτρα στο οδυνηρό και επαίσχυντο παρελθόν, καταδικάζοντας τους τρεις αναξιόπιστους αφηγητές σε μια αμετάκλητη λήθη (επομένως, τους καθιστά μη α-ληθινούς). Εξάλλου, όλα όσα έχουν προηγηθεί είναι (συν τοις άλλοις) και μια μικρογραφία για τη νωπή φρίκη που είχε βιώσει η Ιαπωνία: η οδύνη, οι τύψεις, το άλγος της ήττας, ο όλεθρος που μολύνει καρδιές και μυαλά. Ο Κουροβάσα βυθίζεται στην απελπισία για τη φύση του ανθρώπου, έχοντας ως τελικό προορισμό την ελπίδα. Στο τέλος του δρόμου, πίσω από τις φυλλωσιές αυτού του αδιαπέραστου δάσους, δεν αποκλείεται να κρύβεται η πρώτη μέρα ενός καινούργιου κόσμου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑