Reviews Fight Club

28 Αυγούστου 2018 |

0

Fight Club

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ

Παίζουν: Έντουαρντ Νόρτον, Μπραντ Πιτ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ

Διάρκεια: 139′

Έτος παραγωγής: 1999

Κάθε φορά που ξαναβλέπω το Fight Club, μου φαίνεται όλο και μεγαλύτερο, όλο και πιο σπουδαίο. Όχι επειδή είναι μια από τις τέσσερις, πέντε ταινίες που με έχουν διαμορφώσει ως άτομο (υπάρχουν οι ταινίες -αρκετές αυτές- που φτιάχνουν το κινηματογραφικό μας γούστο, κι οι άλλες οι σπάνιες, οι πολύτιμες, οι αληθινά καθοριστικές που -σε συνδυασμό με κάποια, ανάλογης σπουδαιότητας, βιβλία και ορισμένες μουσικές- ευθύνονται, σε μεγάλο βαθμό, μέχρι και για τον χαρακτήρα μας), αλλά νομίζω πως για το αριστούργημα του Ντέιβιντ Φίντσερ, αντικειμενικά μπορεί να λεχθεί κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε πει ο Σαρτρ για το φιλοσοφικό σύστημα του Μαρξ.

Eφόσον οι -κοινωνικοπολιτικές, ψυχολογικές, υπαρξιακές και ιδεολογικές- συνθήκες που το γέννησαν παραμένουν, επί της ουσίας, ίδιες, εφόσον τα προβλήματα, οι αντιφάσεις και οι αντινομίες του συστήματος που δημιουργήθηκε για να κριτικάρει, δεν έχουν ξεπεραστεί, εφόσον η ταραγμένη ψυχή του μοντέρνου ανθρώπου βλέπει τις πιο αβυσσαλέες πτυχές της να καθρεφτίζονται σ’ αυτό, εφόσον συμβαίνουν όλα τα παραπάνω και ακόμα περισσότερα, τότε δεν έχει ξεπεραστεί. Mας αφορά και θα μας αφορά μέχρι να σταματήσουμε να αναγνωρίζουμε τον θραυσματικό εαυτό μας, το ιλαρό δράμα και την κωμικοτραγική αποτυχία του, στις εικόνες του.

Το Fight Club δεν είναι απλώς μια μεγάλη ταινία. Είναι ένας παραμορφωτικός καθρέφτης που ο Φίντσερ στήνει απέναντι στη μοντέρνα δυτική κοινωνία και την καλεί να κοιτάξει το είδωλό της. Ένα αλλοιωμένο είδωλο δεν παύει να αποτελεί αντανάκλαση εκείνου που κοιτάζεται. Απλώς κάποια σημεία υπερτονίζονται, αλλάζουν ενδεχομένως οι διαστάσεις και το σχήμα, όμως αν είσαι σε θέση να δεις, αναγνωρίζεις την καρικατούρα σου.

Όλα είναι εδώ: η μεταφυσική καταδίκη του μοντέρνου αρσενικού στη ματαίωση -που το μεγάλωσαν γυναίκες και τηλεόραση, με την ιδέα ότι το περιμένει ένα λαμπρό μέλλον εξουσίας, πλούτου και διασημότητας- κι η θηριώδης οργή που τη συνοδεύει. Το ψέμα της αυτοπραγμάτωσης που βλακωδώς συνδέσαμε με την υλική πληρότητα (και το πληρώνουμε βυθιζόμενοι σαν πέτρες μέσα στον καταθλιπτικό κομφορμισμό που μας πνίγει αργά και σταθερά).

Οι θλιβερά στερημένες τραγωδίας ζωές μας. Το τόσο σύγχρονο –και τόσο δυτικό- υπαρξιακό κενό που πρέπει να πληρωθεί έστω με τη βία και τον πόνο γιατί οτιδήποτε είναι προτιμότερο απ’ το να μην αισθάνεσαι τίποτα. Η ανάγκη μιας κάποιας πίστης, οσοδήποτε γελοίας, που ακόμα κι όταν καθιστά εφικτή την επανάσταση ή την υπέρβαση του απολιτικού ατομοκεντρισμού, τοποθετώντας ένα μαζικό υπερ-εγώ στη θέση του εγώ, καταλήγει να υποβιβάζει το συλλογικό εγχείρημα στις διαστάσεις της επικολυρικής φάρσας και του μακάβριου αστείου (γι’ αυτό κάποιοι έγραψαν, μάλλον σωστά, ότι το Fight Club δεν είναι μια ταινία για την προοπτική της επανάστασης αλλά για την αδυναμία της: η σκηνή όπου οι «στρατιώτες» του project mayhem τιμούν τον νεκρό Bob -«his name is Robert Paulson»- είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό).

Ο νιτσεϊκός θάνατος του Θεού ως αναγνώριση της ενδεχομενικότητας μιας πατρικής φιγούρας, οι εντολές της οποίας έχουν χάσει οποιοδήποτε νόημα. Ο ιδανικός Άλλος εντός του εαυτού, πηγή σαρκοβόρου άγχους και απόγνωσης αλλά και προϋπόθεση για εκείνη τη σχάση στον πυρήνα του ατόμου που ενδέχεται να φέρει το χάος και τον όλεθρο ως εξαγνισμό και ελπίδα αναγέννησης (αν ο ήρωας του Νόρτον δεν είχε δημιουργήσει τον Tyler Durden με ύλη το χάος των συμπλεγμάτων του, πώς θα μπορούσε να δραπετεύσει από μια αδιέξοδη, ομφαλοσκοπική ζωή ακραίου σολιψισμού, κι έπειτα, σκοτώνοντάς τον, να την υπερβεί προς την κατεύθυνση του εναγκαλισμού της ετερότητας, κατακτώντας το δικαίωμα να ερωτευτεί τη Μάρλα;)

Το μείζον πρόβλημα της καπιταλιστικής κοινωνίας που ενώ ορίζει την ευτυχία με καταναλωτικούς όρους και μπορεί να μετατρέψει, πρακτικά, τα πάντα σε αντικείμενο προς πώληση, αλέθοντας μέσα στα γρανάζια της οικονομίας της αγοράς ακόμα και τον τρόμο της θνητότητας, αδυνατεί να αποσύρει απ’ την κυκλοφορία το μοναδικό προϊόν που παράγει ακούσια (τη δυστυχία του ανθρώπου που τα έχει όλα).

Η επιθυμία για δημιουργία που εφόσον προσκρούει στο εμπόδιο ενός κόσμου που έχει δημιουργήσει τα πάντα, είναι πλήρης και δεν έχει ανάγκη από τίποτα, εκτρέπεται και γίνεται πόθος (αυτό)καταστροφής (γι’ αυτό οι άντρες του Fight Club αισθάνονται υπεράριθμοι, περιττοί, αναλώσιμοι και στο πρόσωπο του άλλου, τιμωρούν τον εαυτό τους για το αμάρτημά του να μην είναι τίποτα άλλο παρά καταναλωτές -είναι ανταλλάξιμοι μεταξύ τους, άλλωστε, σ’ έναν πολιτισμό που, ακριβώς μέσω της ιδεολογίας της κατανάλωσης, έχει καταργήσει τις διαφορές τους).

Χρειάζεται να πω κι άλλα; Είναι ξεκάθαρο ότι εδώ και είκοσι χρόνια, το σινεμά (και δη το αμερικανικό), δεν έχει ξαναφανεί τόσο θαρραλέο, τόσο βαθύ, τόσο επί της ουσίας πολιτικό, τόσο άγρια κριτικό, τόσο αποφασισμένο να μιλήσει γι’ αυτά που πονάνε (η προσταγή του Χέμινγουεϊ -«write hard and clear about what hurts»- έχει τηρηθεί κατά γράμμα απ’ τον Palahniuk κι ο Φίντσερ την ακολουθεί χρησιμοποιώντας την κάμερά του με τον αντίστοιχο τρόπο), να βάλει το μαχαίρι βαθιά στην πληγή, να τελειώνει με τις ψευδαισθήσεις και να θίξει τα πραγματικά σημαντικά ζητήματα.

Συνειδητοποιώ ξανά με δέος, ότι αυτό το αβυσσαλέο φιλμ (που, περισσότερο κι από τον «Αντί-Οιδίποδα» των Ντελέζ και Γκουαταρί, απαιτεί τον υπότιτλο, «Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια»), εξακολουθεί να είναι πιο επίκαιρο, πιο κρίσιμο, πιο ανελέητο απέναντι στους καιρούς μας και πιο εύστοχο ως προς το τι αληθινά τους συνιστά, από το 99% της τρέχουσας κινηματογραφικής παραγωγής.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑