Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση

Σκηνοθεσία: Ντίνος Κατσουρίδης

Παίζουν: Θανάσης Βέγγος, Κατερίνα Γώγου, Έφη Ροδίτη, Αντώνης Παπαδόπουλος, Μανώλης Δεστούνης

Διάρκεια: 85′

Από τα εναρκτήρια πλάνα, βασιλεύει μια απόκοσμη σιωπή. Ένας αέρας πηχτός και βαρύς, εκείνη η μουντάδα του θανάτου που αδρανοποιεί τα πάντα: ανθρώπους, φύση, κτίρια και αντικείμενα. Η ανακουφιστική φιγούρα του Θανάση Βέγγου ξεπροβάλλει στην οθόνη, προμηνύοντας (μάταια) μια ψυχολογική εκτόνωση. Ο Βέγγος, εξάλλου, είχε ήδη από χρόνια ξεφύγει από στενά όρια του ηθοποιού, έχοντας μετατραπεί σε σύμβολο χαράς και παρηγοριάς.

Με τα ατελείωτα τρεχαλητά, τη μόνιμη αίσθηση κατεπείγοντος που οδηγεί σε κάποιου είδους ματαίωση, τις πηγαίες αντιδράσεις απόλυτης έκπληξης απέναντι στις αναποδιές και τα απρόοπτα, σωματοποιούσε την αδυναμία, αλλά και το αναγκαίο κουράγιο, του απλού ανθρώπου απέναντι στις κατατραπακιές της ζωής. Ο Βέγγος μεταμορφωνόταν ψυχή τε και σώματι σε έναν κυματοθραύστη της κάθε είδους σφαλιάρας, κυριολεκτικής και μεταφορικής, που μας επιφυλάσσει η τύχη. Ένας αληθινός κήρυκας του σλάπστικ, μάγος του συγχρονισμού της γλωσσολαλιάς και του έντρομου βλέμματος, ο Βέγγος είχε ήδη αγγίξει το στάτους του λαϊκού ήρωα. Είχε έρθει, όμως, η ώρα να εισέλθει στη σφαίρα του αρχέτυπου.

Επιστρέφοντας στα εναρκτήρια πλάνα της ταινίας, ακόμη και μετά την πρώτη εμφάνισή του Βέγγου στο κάδρο, η αίσθηση μιας υπόκωφης θλίψης και αγωνίας δεν απαλύνεται. Η κάμερα, διακριτικά και αιθέρια, τον παρακολουθεί να διασχίζει ένα τοπίο καθημαγμένο και ισοπεδωμένο. Η πρώτη κωμική έκρηξη, στην ταβέρνα (κάποια στιγμή ίσως θα πρέπει να γραφτεί κάποιος παιάνας για τους αφανείς ήρωες της ελληνικής κωμωδίας, όπως ο ογκόλιθος Νικήτας Πλατής), αποπνέει ένα γέλιο πικρό και αμήχανο. Αμέσως μετά, σε μια σεκάνς υπόδειγμα ρυθμού και μοντάζ, ξεκινά ένα παράλληλο και φρενήρες κυνηγητό.

Ο Βέγγος τρέχει, όπως έκανε πάντα, μόνο που αυτή τη φορά τα πάντα είναι διαφορετικά, τα πάντα είναι επίφοβα και όχι καθησυχαστικά. Χωρίς να τον κυνηγά κανείς, την ίδια στιγμή που ένα δίκυκλο με οπλισμένους στρατιώτες έχει βάλει στο κατόπι έναν νεαρό αντιστασιακό, ο Βέγγος, τρέχει αφηνιασμένα. Τρέχει για τη ζωή του, τρέχει με εκείνη την έξαψη που μόνο η λαχτάρα της επιβίωσης μπορεί να πυροδοτήσει. Σε αυτή τη συνθήκη βαρβαρότητας και υποταγής, άπαντες είναι κυνηγημένοι και κανείς δεν είναι ασφαλής. Οι πορείες των δύο φυγάδων θα συγκλίνουν και το μοιραίο θα επέλθει σαν κορύφωση ενός αθέατου δράματος: ο θάνατος, ή πιο σωστά τα στυγνά φονικά, είναι ένα θέαμα καθόλα σύνηθες και καθημερινό, τίποτα το αξιοπερίεργο, τίποτα το σοκαριστικό.

Όταν όλα έχουν πια τελειώσει, η κάμερα αγκυροβολεί σε πλάνα κοντινά και ψυχοφθόρα: δύο χαμίνια, ξελιγωμένα από την πείνα και βγαλμένα θαρρείς από το Ξυπόλητο Τάγμα ή κάποιο ορφανό κάδρο του Ιταλικού Νεορεαλισμού, ορμάνε στον χυλό που έχει χυθεί στο πεζοδρόμιο. Σε μια σπαρακτική σκηνή, που επικυρώνει την οριστική μεταστροφή του βέγγικου σύμπαντος, ο Θανάσης κουλουριάζεται και παλεύει με τα δυο αγόρια για τις τελευταίες σταγόνες χυλού που έχουν γίνει ένα με τη σκόνη, τη βρομιά και το τσιμέντο. Είναι πλέον οριστικό και αμετάκλητο: η περσόνα, το ειδικό βάρος, η μανιέρα, η φρενήρης παλαβομάρα, η εγγενής καλοσύνη, η τρεμάμενη φωνή, όλα όσα απαρτίζουν το φαινόμενο Βέγγος έχουν μετακομίσει σε ένα κόσμο πιο σκοτεινό, πιο λυπημένο, πιο απαισιόδοξο.

Το Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση του Ντίνου Κατσουρίδη λειτούργησε ως σημείο τομής στην πορεία του Θανάση Βέγγου στον ελληνικό κινηματογράφο. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, οι ταινίες του έφεραν στον τίτλο το «Θανάσης» και όχι το «Βέγγος» και οι ρόλοι του κινούνταν στο μεταίχμιο της χαρμολύπης και του κλαυσίγελου: από ένας φορέας αβίαστης οικειότητας και ταύτισης σε μια συνθήκη κωμικής απορρύθμισης, ο Βέγγος έγινε το πρόσωπο που κουβαλά μέσα του το παράλογο της ύπαρξης.

Η εύθραυστη μορφή του -που είναι συνεχώς έτοιμη να γίνει χίλια κομμάτια, αλλά πάντα βρίσκει τον τρόπο να ανασυντίθεται- ενσάρκωνε τον αγώνα του απλού ανθρώπου που συνθλίβεται από κάποια αόρατη εξουσία, από την αμείλικτη Ιστορία ή γενικότερα από δυνάμεις που τον υπερβαίνουν και τις οποίες αδυνατεί να αποκωδικοποιήσει.

Η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς και απέσπασε τα τρία σημαντικότερα βραβεία, μεταξύ των οποίων και αυτό της Ανδρικής Ερμηνείας για τον Θανάση Βέγγο, με το κοινό να εκδηλώνει τη λατρεία προς το πρόσωπό του αχόρταγα και αυθόρμητα, φτάνοντας στο σημείο να τον σηκώσει στους όμως και να τον περιφέρει σαν νικητή μποξέρ έξω από το Παλέ ντε Σπορ, όπου απονεμήθηκαν τα βραβεία.

Το εμφανέστατο αντιδικτατορικό, αγωνιστικό (και συνάμα πανανθρώπινο και συναδελφικό) μήνυμα της ταινίας δεν γινόταν να περάσει απαρατήρητο ακόμη και από τους περιορισμένης ευφυίας μηχανισμούς λογοκρισίας της Χούντας, η οποία όμως τράκαρε σε ένα απροσπέλαστο εμπόδιο. Ακόμη και μια στρατιωτική δικτατορία δεν μπορούσε να τα βάλει με ένα λαϊκό ίνδαλμα καθολικής αποδοχής χωρίς να πυροδοτήσει ένα επικίνδυνο κύμα λαϊκής αγανάκτησης.

Ο Ντίνος Κατσουρίδης, στον οποίο ο Βέγγος δεν παρέλειπε ποτέ να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη δημιουργική στροφή της καριέρας του, κατορθώνει έναν άθλο φαινομενικά ακατόρθωτο: εντάσσει το ιλιγγιώδες ντελίριο του Βέγγου σε ένα τέμπο μπάσο και «παγωμένο», ακριβώς σαν την όψη του θανάτου, της υποδούλωσης και του λιμού. Ο Θανάσης πλέον δεν επιστρατεύει πλέον εκείνο το γάργαρο γέλιο, το αυτοσαρκαστικό γούρλωμα, το περίλυπο ύφος παιδιού που του έσπασε το παιχνίδι. Κάθε του χαμόγελο ρίχνει χάδι στη φρίκη, κάθε του δάκρυ την υπενθυμίζει με πάταγο.

Ο Θανάσης βασανίζεται, κλαίει, παλεύει για τη ζωή του, φορά τα πιο ταπεινά του κουρέλια και μπλέκεται σε καταστάσεις που όχι απλώς τον ξεπερνούν, αλλά τον πνίγουν. Κι όμως, βρίσκει τη δύναμη και το κουράγιο να κολυμπήσει. Να στραγγίξει το θάρρος που κρύβει μέσα του, να αγαπήσει στα χρόνια του ολέθρου (οι σκηνές που κόβει και προσφέρει το λουλούδι στην Έφη Ροδίτη, αλλά και όταν της γνέφει το πρώτο ευχαριστώ στο ιατρείο, λυγίζουν και την πιο σκληρή καρδιά), και, φυσικά, να ενσαρκώσει ένα άδολο πνεύμα ουμανισμού, που είναι ικανό να διακρίνει την ανθρωπιά ακόμη και μέσα στην καρδιά της κόλασης. 

Ο Κατσουρίδης προσδίδει μια πινελιά σουρεαλιστικής φαιδρότητας ακόμη και στις πιο επώδυνες στιγμές της ταινίας, όπου το γκροτέσκο ισορροπεί με την παρωδία. Πέρα από απάνθρωπο, κάθε καθεστώς που καταλύει τόσο αδιαπραγμάτευτα οποιαδήποτε υπόνοια ελέους, αγάπης και ομορφιάς, δεν μπορεί παρά είναι εγγενώς γελοίο, σαν θίασος από σαδιστές παλιάτσους (η σκηνή των βασανιστηρίων με μουσική υπόκρουση από τον Κουρέα της Σεβίλης είναι στιγμή ανθολογίας για το ελληνικό σινεμά).

Το Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση είναι συγχρόνως ακέραιο στο αγωνιστικό του πνεύμα, συνεπέστατο στον ανθρωπισμό του και αδιανόητα θαρραλέο στην ειρωνεία του, η οποία είναι ικανή να τρυπώσει ακόμη στις πιο «ιερές» στιγμές, σαν μπουφονική και ξεχαρβαλωμένη κωμωδία που μασκαρεύει την πιο σκληρή πίκρα και υπαινίσσεται την πιο άδολη γενναιότητα.

Με ένα φινάλε που εκτοξεύει την αίσθηση του σπαρακτικού παράλογου, καθώς ο Βέγγος κυριεύεται από εκστατική μανία απέναντι σε βουβά, άβουλα και βάρβαρα ανθρώπινα αγάλματα. Με το πάθος για την ελευθερία, σε μια σχεδόν μαγική αλληγορία κωμικής υπέρβασης, να «γεννιέται» κυριολεκτικά μέσα από την πιο απλή κι αυθόρμητη αυταπάρνηση. Μέσα από μια αγάπη που δεν πρόλαβε να ανθίσει όπως της έπρεπε.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑