Reviews Οι Απέναντι

8 Αυγούστου 2017 |

0

Οι Απέναντι

Σκηνοθεσία: Γιώργος Πανουσόπουλος

Παίζουν: Άρης Ρέτσος, Μπέτυ Λιβανού

Διάρκεια: 121’

Το καλοκαίρι στην πόλη θαρρείς και δεν έχει άλλη επιλογή από το να γίνει ερωτικό. Τα παράθυρα και τα πατζούρια ανοίγουν διάπλατα και χωρίς ενδοιασμούς. Οι κλεφτές ματιές γίνονται με συνοπτικές διαδικασίες φανερές. Η κλειδαρότρυπα απενεχοποιείται. Η ζέστη ζητά απεγνωσμένα ανακούφιση. Όχι, δεν ψάχνει κάποιο λυτρωτικό ψύχος, αλλά κατά βάθος αναζητά με λύσσα κι άλλη κάψα, κι άλλον ιδρώτα.

Το αστικό καλοκαίρι μεταμορφώνει καθημερινά στιγμιότυπα αδράνειας σε λάγνους πίνακες ακινησίας. Το άπλωμα ρούχων στο μπαλκόνι. Το δρόσισμα κάτω από μία βρύση ή ένα λάστιχο. Το ξαλάφρωμα από τα περιττά ρούχα. Οι αναστεναγμοί υπό το βάρος του καύσωνα, που μοιάζουν με ανθρώπινο οίστρο. Η ρέμβη υπό τον ήχο της σιωπής, πίσω από έναν ορίζοντα που τρεμοπαίζει στο βάθος. Το καλοκαίρι, όταν έχεις ξεμείνει στο λιοπύρι του τσιμέντου, είναι αναπόφευκτα ερωτικό, διότι κουβαλά μέσα του μιαν απέραντη προσμονή και μιαν ανάφτρα συνενοχή με όσους το μοιράζονται μαζί σου.

Οι φίλοι του Χάρη τον φωνάζουν «Φάντασμα», και όχι αδίκως. Είναι η διαμετρικά αντίθετη εικόνα από κάθε στερεοτυπική φαντασίωση θερινής σεξουαλικότητας και σαγήνης. Είναι κάτωχρος και χλωμός, σαν να πάσχει από κάποια ασθένεια. Ζει απομονωμένος σε έναν οικειοθελή εγκλεισμό, παρέα με τις εμμονές και τα όνειρά του. Ο Χάρης απεχθάνεται το φως και τον ήλιο, με φανατισμό δογματικού οπαδού. Ο Χάρης έχει πείσει τον εαυτό του πως μονάχα αν γίνει αστρονόμος θα μπορέσει να αγγίξει επιτέλους τα αστέρια. Ο Χάρης έχει χτίσει ένα βασίλειο ιδρωμένης αποκοτιάς και μοναξιάς στο δωμάτιό του, και το τηλεσκόπιό του είναι η μυστική πύλη για την ευτυχία. Ο Χάρης μελετά συστηματικά τους πλανήτες, τους μετεωρίτες, τους κομήτες, όλα τα ουράνια σώματα και τις τροχιές τους, προσπαθώντας να ρεφάρει για τη δική του έλλειψη προσανατολισμού.

Ο Χάρης δεν βρίσκει κανένα σημείο επαφής με την υποτονικά παλλόμενη καλοκαιρινή μεγαλούπολη που τον περιβάλλει. Με τα φλιπεράκια που κουδουνίζουν, τα ροκ τραγούδια στα τζουκ μποξ και το ραδιόφωνο, τις πειραγμένες μηχανές, τις κόντρες των «γρήγορων» στην παραλιακή, τα πάρτυ και τις μαζώξεις των συνομήλικών του. Ο Χάρης έχει αποφασίσει να ερωτευτεί μία αδελφή ψυχή που μένει ακριβώς απέναντι. Η Στέλλα είναι μπλεγμένη στη μέγκενη μίας δυστυχισμένης καθημερινότητας. Η θλιμμένη της ομορφιά παραλύει τον Χάρη. Του χαρίζει το διαβάτηριο για νέους κόσμους, όχι όμως απρόσιτα μακρινούς, αλλά τόσο γειτονικούς που σχεδόν μπορείς να τους ακουμπήσεις. Το τηλεσκόπιο δεν θα ατενίζει πια απέραντους ουρανούς με φωτεινά αστέρια, αλλά θα διαπερνά γκρίζους τοίχους και θα τρυπώνει σε διαμερίσματα που συσσωρεύουν την καταπίεση σαν σκόνη, σε έπιπλα και πατώματα. Τα αστέρια δεν βρίσκονται πια στο υπερπέραν, αλλά στην απέναντι μεριά μιας λεωφόρου.

Οι απέναντι (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου περιδιαβαίνουν λαχανητό προς λαχανητό και ξεφύσημα προς ξεφύσημα μία πανέμορφη διαδρομή ενηλικίωσης ενός αφόρητα γοητευτικού ήρωα. Ο Άρης Ρέτσος προσδίδει στον ιδρώτα υπόσταση ψυχική και όχι σωματική (φημολογείται πως τις μέρες των γυρισμάτων ήταν συνεχώς τυλιγμένος με μία μάλλινη κουβέρτα εν μέσω αποπνικτικής ζέστης, προκειμένου να μπει στο πετσί του ρόλου) και μοιάζει με πρωτόπλαστος που αναγκάζεται να αντικρίσει το φως της ζωής για πρώτη φορά, εξερχόμενος διστακτικά από την προστατευτική σπηλιά του. Μόνο που αυτό το φως φαινόταν εκτυφλωτικό μονάχα μέσα από το σκοτάδι.

Στον έξω κόσμο, το φως είναι θαμπό, όχι τόσο λαμπερό και πέρα για πέρα θνησιγενές. Οι απέναντι εκμηδενίζουν τη νοητή, τεχνητή και παραπλανητική απόσταση, σμίγουν δύο επιθυμίες που γεννήθηκαν μέσα στην κάψα και τη στέρηση, και αμέσως μετά, μας υπενθυμίζουν πως κάθε υλοποιήση εμπεριέχει μία αιματηρή ματαίωση. Ο Χάρης και η Στέλλα είναι δύο χαμένες ψυχές του καλοκαιριού, δύο εφήμεροι εραστές που τράκαραν μετωπικά ανάμεσα σε εκείνες τις αδιόρατες και κρυμμένες στιγμές που μόνο το σινεμά μπορεί να φανερώσει.

Ο Χάρης και η Στέλλα είναι δύο ξένοι, που βίωσαν ένα στιγμιαίο ακραίο έρωτα, ακριβώς στο σημείο όπου ισορροπεί η διογκωμένη εμμονή με την επικείμενη πραγμάτωση. Και κατέληξαν δύο οικείοι και γνώριμοι άγνωστοι, ανώνυμοι πρωταγωνιστές σε μία από εκείνες τις ιστορίες που κανείς δεν θα μπει ποτέ στον κόπο να μοιραστεί ή ανακαλύψει. Μία ιστορία για δύο ανθρώπους που διέσχισαν την τάφρο που μας χωρίζει από απέναντι και επέστρεψαν γρήγορα στα λημέρια τους, δικαιωμένοι μέσα στη λειψή τους καρδιά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑