Ασανσέρ για δολοφόνους

Σκηνοθεσία: Λουί Μαλ

Παίζουν: Ζαν Μορό, Μορίς Ρονέ, Ζορζ Πουζουλί, Λίνο Βεντούρα

Διάρκεια: 88’

Δύο παράνομοι εραστές καταστρώνουν ένα δολοφονικό σχέδιο, το οποίο, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, μοιάζει αλάθητο και εγγυημένο. Το υποψήφιο θύμα, ο επιχειρηματίας Σιμόν Καραλά, πέρα από σύζυγος της Φλοράνς (Ζαν Μορό) είναι και το αφεντικό του Ζουλιάν (Μορίς Ρονέ). Ο Καραλά είναι ο επικεφαλής ενός εργοστασίου παραγωγής όπλων, ο οποίος πλούτισε μέσα από τους αποικιοκρατικούς πολέμους της Γαλλίας στην Ινδοκίνα και στην Αλγερία, στους οποίους είχε πάρει μέρος ο επίδοξος δολοφόνος του.

Ο Ζουλιάν, αρπάζοντας τη γυναίκα του Καραλά και αφαιρώντας του τη ζωή, ξεπαστρεύει κάτι πολύ βαθύτερο από έναν αντίζηλο ή έναν έμμεσο καταπιεστή: αναμετράται με ένα βαθιά ένοχο παρελθόν, τόσο συλλογικό όσο και ατομικό, ξεπληρώνει χρωστούμενα γραμμάτια και ανταποδίδει τη φρίκη που βίωσε από πρώτο χέρι.

Ο Λουί Μαλ, στη σοκαριστική ηλικία των 25 ετών, σκαρώνει ένα ντεμπούτο που θα μείνει στο πάνθεον της κινηματογραφικής ιστορίας, λειαίνοντας το έδαφος για την έλευση της nouvelle vague δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο Μαλ φρόντισε να κρατήσει επιμελώς αποστάσεις από το Νέο Κύμα που σάρωσε το γαλλικό σινεμά στις αρχές των 60s, είναι όμως οφθαλμοφανές ότι πολλές από τις ταινίες του νέου ρεύματος επηρεάστηκαν εμφατικά από τις αυθάδεις καινοτομίες Ασανσέρ για δολοφόνους (1957), το οποίο σμιλεύει δύο βασικές επιρροές: την «μπρεσονική» παιδεία στην οποία μυήθηκε ο Μαλ ως βοηθός σκηνοθέτη του Ρομπέρ Μπρεσόν και την αδιαπραγμάτευτη αγάπη του τόσο για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ όσο και για αμερικάνικα noir b-movies.

Το Ascenseur pour l’échafaud δομείται και περιστρέφεται γύρω από τη συμβολική έννοια του ατυχήματος, η οποία αποκτά διαστάσεις οντολογικού ντετερμινισμού. Το ατύχημα, ως παρέκκλιση από κάθε υπόνοια πρόβλεψης και ανταποδοτικότητας, λειτουργεί ως αμετάκλητη υπενθύμιση της αδυναμίας του ανθρώπου να ευτυχήσει και να χαράξει τη δική του απρόσκοπτη πορεία. Οι δύο εραστές-δολοφόνοι είναι καταδικασμένοι στη μοναξιά και στην απελπισία, αναγκασμένοι να βιώσουν την πλήρη ματαίωση.

Όταν η Φλοράνς αντικρίσει το σπορ αμάξι του Ζουλιάν (το οποίο έχει κλαπεί από ένα νεαρό ζευγάρι, που θα διαπράξει φόνο στην πορεία της νύχτας), το σαράκι της αμφιβολίας έχει ήδη αρχίσει να τη σιγοτρώει. Η αναζήτηση που θα ακολουθήσει, στην καρδιά της νύχτας, είναι εξαρχής μάταιη. Η Φλοράνς δεν ψάχνει ακριβώς τον Ζουλιάν, αλλά προσπαθεί η ίδια να χαθεί.

Ο Μαλ τεμαχίζει την ταινία του στα δύο (όχι χωρίς μικροπροβλήματα στη μετάβαση από τη μία τονικότητα στην άλλη) και τραβά θαρραλέα χειρόφρενο ακριβώς στο σημείο όπου η αρχική πλοκή του αστυνομικού σασπένς βρίσκεται ένα βήμα πριν την κορύφωσή της. Ξαφνικά, τα πάντα μοιάζουν να πελαγοδρομούν και να αιωρούνται, σε απόλυτη σύμπνοια με τους δύο πρωταγωνιστές, οι οποίοι εγκλωβίζονται ο καθένας στο δικό του αδιέξοδο και αφήνονται βορά στη λαίμαργη ματιά του σκηνοθέτη και το βλέμμα του θεατή.

Από τη μια ο Ζουλιάν, σε μια περίκλειστη φυλακή, δέσμιος μιας νοσηρής ειρωνείας (η παγίδευσή του στο ασανσέρ τον αθωώνει για τον φόνο που εντέλει κατηγορείται, αλλά τον ενοχοποιεί για τον αρχικό φόνο από τον οποίο θα είχε ξεγλιστρήσει με ευκολία), ενώ η Φλοράνς ασφυκτιά και πνίγεται σε καθεστώς πλήρους ανοιχτωσιάς. Το νυχτερινό Παρίσι, πολύβουο και απειλητικό, γεμάτο ξελογιάστρες υποσχέσεις, είναι ένας κόσμος αφιλόξενος και αδιάφορος για τις προσωπικές τραγωδίες που συντρίβουν τσακισμένους εραστές.

H Ζαν Μορό, σαν άγαλμα που αφήνεται στη φθορά και στην παρακμή καθώς η βροχή τη μαστιγώνει, αναπνέει θλίψη και ξεφυσά απελπισία. Βαδίζοντας σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο αυτολύπησης, καταλήγει να περπατά σαν νωχελικό φάντασμα μεταξύ εφιάλτη και ονείρωξης. Ας μην λησμονούμε ότι είναι αμέτρητες οι φορές που το σινεμά έχει αδιαφορήσει για τους ήρωές του για να θρέψει τις δικές μας ονειροπολήσεις. Ενόσω η Φλοράνς καταρρέει υπό το βάρος ενός ανέφικτου έρωτα και μιας ατελείωτης ενοχής, οι εικόνες που μας εντυπώνονται είναι θαρρείς βγαλμένες από μια υγρή φαντασίωση εξιδανίκευσης της εποχής και του πλαισίου αναφοράς.

Ένας ξέπνοος περίπατος, που φωτίζεται μονάχα από τις νέον πινακίδες και τα φώτα των παριζιάνικων δρόμων που τάζουν όνειρα και ταΐζουν απογοητεύσεις. Ένας μονόλογος παραίτησης (όχι απρόσβλητος από μια τεχνητή και κάπως εκβιαστική αίσθηση ομορφιάς) που αποκτά υπόσταση μέσα από τα κλαξόν των κάμπριο της εποχής και τον ανεπαίσθητο βόμβο της ζωής που περνά και χάνεται. Την ίδια στιγμή, ο Μορίς Ρονέ, αποδεικνύει πως καμιά φορά τα πληγωμένα θηρία σιωπούν, αντί να αλυχτούν και οδύρονται. Τα τσιγάρα που ανάβει, ρουφά και σβήνει το ένα μετά το άλλο, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο ορόφους-κόσμους, ένα διαχρονικό κάδρο ήττας και συνθηκολόγησης.

Το Ασανσέρ για δολοφόνους, όσο κι ακούγεται κλισέ, είναι μια ταινία που γιγαντώνεται μέσα από τη δική μας αγάπη και πίστη στις μεταφυσικές δυνάμεις του σινεμά. Καθώς το score του Μάιλς Ντέιβις βρυχάται σαν άγριο θηρίο και αφήνει έναν επιθανάτιο ρόγχο, γινόμαστε κι εμείς ένα με αυτή τη νύχτα απώλειας. Τρυπώνουμε μέσα της και βαυκαλιζόμαστε ότι κάποτε ζήσαμε κι εμείς κάτι αντίστοιχο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑