Festivals Amy

12 Απριλίου 2016 |

0

Amy

Έλα Φιτζέραλντ, Μπίλι Χόλιντει, Έιμι Γουαϊνχάουζ. Αν η τοποθέτηση του ονόματος της Βρετανίδας δίπλα στις ιέρειες της τζαζ σας φαίνεται σχεδόν ιερόσυλη, καλά θα κάνετε να ξανακούσετε τη φωνή της. Μπορεί η εποχή στην οποία ήταν καταδικασμένη να ζήσει, έστω για το λίγο που έζησε, να μην της επέτρεψε να αποκτήσει ποτέ το βεληνεκές της μεγάλης κυρίας της τζαζ, αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν αποτέλεσε στην πραγματικότητα μία από αυτές. Γιατί η Έιμι δεν ήταν μια τραγουδίστρια με σπουδαία φωνή. Ήταν μια τζαζ ερμηνεύτρια. Και ποτέ μα ποτέ δεν υπήρξε αυτό που τόσο εύκολα της καταλογίζεται: μια ντίβα.

Amy 2

Το ντοκιμαντέρ του Ασίφ Καπάντια, που έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του προ εξαετίας με το σπουδαίο Senna, ακολουθεί πιστά μια συνταγή επιτυχίας. Ο σκηνοθέτης ξέρει ότι έχει να κάνει με μια προσωπικότητα απέναντι στην οποία όλος ο κόσμος στέκει ενοχικά, καθώς βιώνει, ως μέλος της ανθρωποφάγου κοινωνίας που έσβησε σε χρόνο συγκλονιστικά μικρό αυτή τη φωνή, ένα απροσδιόριστο αίσθημα ευθύνης. Ο θεατής θυμάται κάθε φορά που ειρωνεύτηκε το θλιβερό παρουσιαστικό της Γουάινχαουζ, κάθε στιγμή που, αντί να κλείσει τα μάτια απολαμβάνοντας  την ερμηνεύτρια που όμοια της δεν έχει γνωρίσει ο 21ος αιώνας, επιδόθηκε σε κουτσομπολίστικες ακροάσεις, λησμονώντας πόσο σπάνια είναι μια συνταρακτική φωνή.

Το τέλος της Έιμι, μολονότι πικρό, δεν ήταν απρόβλεπτο, και αυτό είναι το χειρότερο για τον θεατή που τη βλέπει μετά θάνατον. Ο Καπάντια  λοιπόν δομεί την ταινία γύρω από το ποιος «σκότωσε» την Έιμι, δείχνοντας τον πατέρα της, τον σύζυγό της, τους παπαράτσι που της έκαναν το βίο αβίωτο, ενώ παράλληλα, χρησιμοποιώντας πολύ αρχειακό υλικό, δημιουργεί ένα σύνολο που νομοτελειακά θα προκαλούσε αντιδράσεις.

amy2

Τεχνικά, ως αναμενόταν, η ταινία είναι παραπάνω από άρτια. Ο ρυθμός είναι στρωτός και το μοντάζ μεγαλειώδες. Αφήνεται ο αναγκαίος χώρος για να λάμψει η μουσική, χωρίς όμως να παίρνει την πρωτοκαθεδρία από το ιδιωτικό υλικό που προβάλλεται από τη ζωή της τραγουδίστριας, το οποίο είναι βαθύτατα προσωπικό και δημιουργεί μια σχετική, πάντα επιθυμητή σε τέτοιου είδους ταινίες, αμηχανία στο θεατή. Το μόνο αλλά σημαντικό παράπονο που μένει είναι η απουσία της εμβάθυνσης στο χαρακτήρα της  Έιμι. Το κοινό, βλέποντάς την στο πανί σχεδόν συνεχόμενα για 120 λεπτά, στο τέλος του έργου, παρότι αναμφιβόλως συγκινείται, δεν αντιλαμβάνεται ποια ήταν στην ουσία της η τραγουδίστρια, αφού περισσότερο ενδιαφέρον δείχνει ο Καπάντια στα προκλητικά κομμάτια, όπως οι προδήλως αισχροκερδείς συμπεριφορές του πατέρα της ή η total junkie εικόνα της, παρά στην ψυχογραφία.

Amy

Η Έιμι Γουαϊνχάουζ έχει έναν μακρινό συγγενή που δεν γνώρισε ποτέ. Την Τζάνις Τζόπλιν, που έχει κατά διαβολική σύμπτωση το ίδιο όνομα με τη μητέρα της Έιμι. Όπως ο κόσμος των ‘60s βίωσε το κύμα της παρουσίας της Τζάνις, αδιαφορώντας όμως να κοιτάξει στην ψυχή της, έτσι και ο κόσμος του 2000 υποδέχτηκε άστοργα της Έιμι. Μόνο που, επειδή ο καιρός προχωρά, ήταν ακόμα πιο λυσσαλέος απέναντί της. Εδώ και καιρό, ο εφήμερος χαρακτήρας που παλεύει ένα σύστημα βραβείων και αισχρού οπορτουνισμού να επιβάλλει στην τέχνη φαίνεται να καλπάζει ανεξέλεγκτα. Η Έιμι, όπως και η Τζάνις, παρέμεινε ένα κορίτσι μέχρι το τέλος. Το κορίτσι αυτό που, όσους δίσκους και αν πούλησε, γουρλώνει τα μάτια όταν βλέπει τον Τόνι Μπένετ στη σκηνή. Το κορίτσι που για λίγο κατάφερε να κάνει τους δαίμονες της να σωπάσουν με νότες. Μέχρι που και αυτές τις έκλεψε η μουσική βιομηχανία. 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑