Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
Πρωταγωνιστούν: Τομ Γουέιτς, Άνταμ Ντράιβερ, Μαγίμ Μπιάλικ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Κέιτ Μπλάνσετ, Βίκι Κριπς, Ίντια Μουρ, Λούκα Σάμπατ
Διάρκεια: 111′
Οι πινακίδες «Wrong Way» και «Do Not Enter» στις χιονισμένες και γλιστερές στροφές εκπέμπουν το προειδοποιητικό σήμα ήδη από τα εναρκτήρια πλάνα: ο δρόμος που οδηγεί τα δύο αδέλφια στο σπίτι του διαχρονικά απόντα, αλλοπρόσαλλου και ζήτουλα πατέρα τους θα είναι γεμάτος δύσβατη αμηχανία. Στη διαδρομή, μέσα από λιγοστές ατάκες και σκόρπια νεύματα, γίνεται αντιληπτό ότι η συζήτηση για τα λάθη και τις παραλείψεις των γονέων είναι η πιο ισχυρή κόλλα για κάθε (ιδίως για μια σχετικά απόμακρη, όπως στην περίπτωσή μας) αδελφική σχέση. Μόλις το αμάξι φτάσει στον προορισμό του, θα φανερωθεί μια οικουμενική αλλά κατά βάση ανομολόγητη αλήθεια: εντός των οικογενειακών τειχών, η οικειότητα και η αποξένωση περπατούν χεράκι χεράκι, ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζονται όσο πιο βαθιά αλλά και όσο πιο επιφανειακά γίνεται.

Επιστρέφοντας στο υπο-είδος της σπονδυλωτής ταινίας, το οποίο έχει υπηρετήσει με συνέπεια στο παρελθόν (Mystery Train [1989], Night on Earth [1991], Coffee and Cigarettes [2003]), ο Τζιμ Τζάρμους μάς μεταφέρει στην καρδιά ενός σκαληνού τριγώνου οικογενειακής δυσλειτουργίας, φτιαγμένο από υπερβατικά –και όχι λογικά– συνδεόμενες ιστορίες στις οποίες προσγειωνόμαστε περίπου σαν αλεξιπτωτιστές. Τα τραυματικά γεγονότα περισσότερο υπονοούνται και διακωμωδούνται παρά ξεπροβάλλουν ανοιχτά στην κουβέντα, κι εμείς αρκούμαστε σε υποθέσεις και εικασίες, προσπαθώντας να ενώσουμε μια σειρά από αόρατες τελείες. Σαν τρεις στροφές ενός τραγουδιού που αφηγείται ελλειπτικά μια ιστορία, τα τρία κεφάλαια του Father Mother Sister Brother συγκροτούν μια ολότητα λειψή και ατελή, ακριβώς δηλαδή σαν την οικογένεια, που άλλοτε φαντάζει καταφύγιο κι άλλοτε θυμίζει ναρκοπέδιο.
Ο Τζάρμους όχι απλώς δεν κρύβει σε κανένα σημείο τις συνδέσεις ανάμεσα στις τρεις ιστορίες, αλλά φροντίζει να τις μοστράρει φόρα παρτίδα, εν είδει αστεϊσμού και αυτοσαρκασμού. Από την επωδό της αγγλικής έκφρασης «and Bob’s your uncle» (κάτι ανάμεσα σε «αυτό είναι όλο» και «ιδού», που μετατρέπεται διόλου τυχαία σε «and Robert’s your uncle» από τον posh χαρακτήρα της Σάρλοτ Ράμπλινγκ) μέχρι τις εισαγωγικές συζητήσεις στο αυτοκίνητο. Από τις αδόκιμες προπόσεις και τα αντισυμβατικά τσουγκρίσματα μέχρι τη (σχεδόν αλληγορική) διερώτηση για τη σημασία και την ποιότητα του νερού. Κι από το Rolex (που άλλοτε είναι αυθεντικό και παριστάνει τη μαϊμού, κι άλλοτε είναι πλαστό και καμώνεται το γνήσιο) μέχρι τους σκεϊτάδες που θαρρείς χορεύουν σε αργή κίνηση, σαν μια ουρανοκατέβατη εισβολή ομορφιάς και αρμονίας σε ένα σκηνικό σύγχυσης, ζοχάδας ή στεναχώριας.

Βέβαια, ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχουν οι ουκ ολίγες αδιόρατες γέφυρες. Όπως το οπτικό-ηχητικό distortion πρελούδιο (το score υπογράφουν ο ίδιος ο Τζάρμους και η Ανίκα Χέντερσον), που προαναγγέλλει κάθε σκέλος, υπονοώντας μια ψυχική-ονειρώδη εγγύτητα. Η ανεπαίσθητη μετάβαση από τον χειμώνα της πρώτης ιστορίας στο φθινόπωρο της δεύτερης και από εκεί στην ανοιξιάτικη ζεστασιά της τρίτης. Τα inside jokes, που παραπέμπουν στους αληθινούς ηθοποιούς του επόμενου κεφαλαίου (σαν τη φωτογραφία της απούσας μητέρας στο πρώτο επεισόδιο, που απεικονίζει τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ σε νεαρή ηλικία). Και, φυσικά, ο συντονισμός της χρωματικής παλέτας των ηρώων του κάθε κεφαλαίου, που αξίζει μια περαιτέρω ανάλυση, πέρα από την προφανή (και διατυπωμένη από τους ίδιους τους ήρωες) διαπίστωση.

Στο Father, η μπορντό συμμετρία ανάμεσα στον πατέρα Τομ Γουέιτς, τον γιο Άνταμ Ντράιβερ και την κόρη Μαγίμ Μπιάλικ διαταράσσεται ήδη από την πρώτη στιγμή συνύπαρξης των τριών, όταν η –σαφώς πιο αποστασιοποιημένη και λιγότερο δεκτική στα ψευτοδράματα του μπαμπά– κόρη κρεμάει το παλτό της στην είσοδο. Στο Mother, σε ένα παραπλήσιο μοτίβο, η μητέρα Σάρλοτ Ράμπλινγκ, η μεγάλη κόρη Κέιτ Μπλάνσετ και η μικρή κόρη Βίκι Κριπς συγκλίνουν φαινομενικά στο κόκκινο χρώμα, μόνο που στο τέλος της βασανιστικά μακρόσυρτης –μολονότι συντομότατης– επίσκεψης μόνο το ένα από τα δύο παιδιά θα λάβει σακουλάκι με λιχουδιές ταιριαστό με τα ρούχα του. Όπως όλοι γνωρίζουμε, ακόμη και αν σπανιώς το παραδεχόμαστε φωναχτά, τα παιδιά δεν έχουν ποτέ ισότιμη ή ταυτόσημη θέση στα μάτια των γονιών, καθώς αναλαμβάνουν διακριτούς ρόλους, επωμίζονται διαφορετικές απαιτήσεις, εισπράττουν διαφορετική αντιμετώπιση. Στο Sister Brother, αντιθέτως, το κενό και η απορία που συνοδεύουν τη γονεϊκή απώλεια, φέρνουν τα δίδυμα αδέρφια Ίντια Μουρ και Λούκα Σάμπατ κοντά με έναν πρωτόγνωρο –και αδιατάρακτο– τρόπο.
Το Father Mother Sister Brother προφανώς και συγκαταλέγεται κάπως αυτεπάγγελτα στις πιο «ήσσονες» στιγμές του Τζάρμους, ωστόσο κρύβει πολλά περισσότερα καλούδια στο εσωτερικό του απ’ όσα αφήνει να διαφανούν με μια πρώτη ματιά. Εξοπλισμένο με το σήμα κατατεθέν offbeat χιούμορ, τις λαλίστατες άβολες σιωπές και τη βαθιά πίστη στην ομορφιά του τετριμμένου, στήνει αρχικά δύο φάλτσες οικογενειακές καμεράτες, όπου τον τόνο δίνουν τα μισόλογα, οι σπόντες, τα ουσιώδη ανείπωτα και τα ανούσια ειπωμένα, η αστεία μασκαράτα της προσποίησης, ο φόβος του κραξίματος και της επίκρισης, το νοιάξιμο που έχει θαφτεί κάτω από τα παράπονα, τους τύπους και τα καμώματα.

Η τρίτη πράξη, κινούμενη στην ίδια οκτάβα αλλά στην πραγματικότητα σε πιο θερμά ημιτόνια, συμπυκνώνει όλο το ζουμί. Οι οικογενειακές σχέσεις είναι καταδικασμένες να παραμείνουν για πάντα ένα άλυτο μυστήριο, κατά κυριολεξία ασύλληπτο και απρόσιτο, περίπου όπως η ζωή των γονέων μας πριν τον δικό μας ερχομό. Σε ένα ευφυές εύρημα, τα δύο αδέρφια που μόλις έχασαν τους γονείς τους (με έναν γουντιαλενικής κωμικότητας τρόπο) αναμοχλεύουν φωτογραφίες, έγγραφα και αντικείμενα, προσπαθώντας να βρουν την άκρη στον λαβύρινθο του πένθους. Και καθώς φτιάχνουν το παζλ δύο γνώριμων αγνώστων, θα καταλήξουν να αμφισβητούν ακόμη την εγκυρότητα των δικών τους πιστοποιητικών γέννησης.
Πράγματι, στο πέρασμα του χρόνου, και όχι αναγκαστικά λίγο πριν το δειλινό, ένα εξωφρενικό και παράλογο ερώτημα σχηματίζεται δειλά, κάπου στο βάθος. Τι και ποιος μπορεί να επιβεβαιώσει πως όντως υπήρξαμε; Μήπως όλα αυτά που ζήσαμε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ιστορία που διηγούμαστε στον εαυτό μας; Και τι απομένει άραγε όταν αναχωρήσουμε; Μια αποθήκη φορτωμένη με χνάρια, αναμνήσεις κτερίσματα και συσσωρεύσεις, βάρος και εφόδιο μαζί για όσους αφήσαμε πίσω, μια ολόκληρη ζωή που παλεύει να στριμωχτεί και να ξαναζήσει σε κούτες και φακέλους, σε κάδρα και συρτάρια. Κι όμως, επιμένει ο Τζάρμους, ίσως να απομένει και κάτι ακόμη: το τελικό πλάνο μιας ζεστής αγκαλιάς.












