Shift
Απόφοιτος του τμήματος κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, η Ιωάννα Σκυλογιάννη σκηνοθετεί γήινα, ήπια, νταρντεν-ικά θα λέγαμε, μια ιστορία νυχτερινής εργασίας. Ένα μαγαζί όπου εργάζονται νέοι, μπαράκι που σφύζει από ζωή, με τους κλειστούς μικρούς διαδρόμους του να κρύβουν μέσα τους ένα διόλου επτασφράγιστο μυστικό: την εκμετάλλευση της ανάγκης των φοιτητών, σπουδαστών και λοιπών νέων να βιοποριστούν για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Από το υπόγειο όπου ο αλλοδαπός λαντζιέρης υφίσταται σε μόνιμη βάση λεκτική κακοποίηση, έως τον κυρίως χώρο όπου η πρωταγωνίστρια του φιλμ αντιμετωπίζει την αδιαφορία στην επίκλησή της για πιο ανθρώπινη αντιμετώπισή της, το συμπέρασμα είναι απλό. Ζούμε σε μια χώρα που αντέχει χάρη στα φιλοδωρήματα, είτε λέγονται αγγλιστί tips όπως εδώ είτε βαφτίζονται επιδόματα από τις κυβερνήσεις! Με κάμερα συχνά στο χέρι, αλλά όχι ταρακουνημένη, η γεύση που μας αφήνεται δεν διαφέρει πολύ από αυτήν ενός ντοκιμαντέρ. Κι ας μην πρόκειται σε καμιά περίπτωση για κάτι τέτοιο… Αυτή είναι η μεγάλη επιτυχία της δημιουργού της Βάρδιας (μεταφράζοντας το Shift), η αληθοφάνεια.

Τρύπες
Ο Πέτρος Καλφαμανώλης μάς χάρισε την πιο cult απόλαυση της φετινής διοργάνωσης. Δυο φίλοι αναζητούν τον θησαυρό του μακαρίτη, σκάβουν λάκκους παντού σε μια έρημη γη, βραχώδη και άγονη. Ένα γουέστερν σκηνικό, όπου αναζητείται μάταια η κύρια πηγή της υλικής ευτυχίας. Χαρτονομίσματα, λίρες, πετρέλαιο; Άγνωστο τι μπορεί να κρύβεται στα έγκατα της γης (ή του ανθρώπινου εγκεφάλου)! Με την ψευδαίσθηση ότι σκοπεύει σε κάτι μεγαλεπήβολο ο ήρωάς μας, ένας Δον Κιχώτης με τον (μάλλον) αδερφό και κολλητό του Σάντσο Πάντσα στην πιο βαριά δουλειά του ράβε-ξήλωνε, δηλαδή του σκάβε-θάβε, μας αφηγείται με στόμφο που παραπέμπει σε μεταγλωττισμένο καρτούν τα δρώμενα. Φόρος τιμής στα καουμπόικα που αγάπησαν κυρίως οι πατεράδες και παππούδες μας, αλλά μέσα από ματιά παρωδίας, οι Τρύπες μιλούν για αυτούς που δεν χωρούν σε μια άθλια πατρίδα, αλλά τους φτάνει μια ελπίδα τυφλή… Κι ας είναι άψογα country η επένδυση! Οι μουσικές Τρύπες θα μπορούσαν να ντύσουν κι αυτές το soundtrack μιας υπέροχα γλυκόπικρης δουλειάς.

Μια μικρή ιστορία αντίστασης. Ιουλία Μπίμπα
Κάνοντας πρεμιέρα πριν από έναν μήνα στο Σεράγεβο, το φιλμ του Διαμαντή Αναστασιάδη είχε μεγάλη εγκυκλοπαιδική χρησιμότητα για τον γράφοντα, που ομολογεί ότι αγνοούσε ποια ήταν η Ιουλία Μπίμπα. Με τη σεναριακή ιδέα και την ερμηνεία της Κάτιας Γκουλιώτη ως βάση του, ο σκηνοθέτης μάς παρουσιάζει μια ηρωίδα του αντι-ναζιστικού αγώνα στην Αθήνα της δεκαετίας του ’40. Με επιτηδευμένα διαφορετική δομή από την τετριμμένη, με κινηματογράφηση του Γιώργου Φρέντζου, όπου εικόνες και μοντάζ προσεγμένα προσπαθούν να παρουσιάσουν τα συμβάντα όπως πιθανά τα είδε και τα βίωσε η ίδια η Μπίμπα. Σκόρπιες συχνά οι μνήμες, όμως πάντοτε έντονες και ωφέλιμες. Ασπρόμαυρες ναι, αλλά το σήμερα χρωματίζεται -ή πρέπει να χρωματίζεται- από δαύτες, όπως φανερώνει το έσχατο πλάνο…

Ο σκύλος
Το animation του Κωνσταντίνου Δέμη, φτιαγμένο με πολύ κόπο, μεράκι και έμπνευση στο… blender, όπως διαβάζουμε για τη διαδικασία δημιουργίας του, είναι αδιανόητα σκληρό σε περιεχόμενο. Η πείνα στην Ελλάδα του 2026 οδηγεί τον κεντρικό χαρακτήρα σε μια περιπλάνηση αιματηρή μέσα στα σκοτάδια. Τα ζωώδη ένστικτα ξυπνούν, τα απορρίμματα τροφών φαντάζουν γκουρμέ λιχουδιές, τα πρόσωπα έχουν μια γκροτέσκα αγριάδα. Η αισθητική θυμίζει κόμικ, ο εξπρεσιονισμός δίνει κι αυτός το παρών και, όσο κι αν αντιλαμβανόμαστε ότι το φιλμ δεν μπορεί εύκολα να αρέσει, είναι πολύ εύστοχο στις επισημάνσεις του κι εντυπωσιακό στη γραφή του.

Wheel to live
Ένας νέος βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι εντός κέντρου αποκατάστασης ύστερα από ένα απαίσιο ατύχημα. Το σώμα έχει παραλύσει, η κίνηση είναι αδύνατη, η βοήθεια από τους γύρω απαραίτητη. Η συντροφιά μιας νοσοκόμας που πασχίζει πραγματικά να διευκολύνει στην επανένταξη και κυρίως ενός ομοιοπαθούς άλλου νέου αποτελούν τα σωσίβια πριν ο ήρωάς μας πνιγεί στην κατάθλιψη. Όταν ο κατά συνθήκην κολλητός που απέκτησε εκεί δείξει αρκετή βελτίωση για να απομακρυνθεί και να επιστρέψει σπίτι του, τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, η ζωή μοιάζει αχρείαστη. Η Βίκυ Αναστασιάδου καταγράφει τεκμηριωμένα τη φρίκη της μετάβασης από τη «φυσιολογική» καθημερινότητα των αρτιμελών και υγιών σ’ εκείνη των αναπήρων. Για οποιαδήποτε αιτία. Δεν παίζει ρόλο, σημασία έχει ν’ αγαπάς, όπως θα έλεγε και ο Ζουλάφσκι, όπως ραπάρουν οι φίλοι που δεν εγκατέλειψαν, σε μια εύστοχα μη μελοδραματική σπουδή στην κακιά ώρα και στα επακόλουθά της. Μπράβο σε όλους τους συντελεστές για το πόνημα και ιδίως στον αθλητή Νίκο Τσογγίδη για τις αντοχές του!













