Amadeus (1984)

Σκηνοθεσία: Μίλος Φόρμαν

Παίζουν: Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ, Τομ Χαλς

Διάρκεια: 161΄

Ο Αντόνιο Σαλιέρι, πάλαι ποτέ σημαντικός συνθέτης και αυλικός του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ της Αυστρίας, βρίσκεται έγκλειστος σε ψυχιατρικό άσυλο, έπειτα από μια απόπειρα αυτοκτονίας. Από το κελί του θα προβεί σε μια σημαντική ομολογία, στο πλαίσιο της επιβεβλημένης εξομολόγησης σε έναν νεαρό ιερωμένο, καθώς το τέλος πλησιάζει: δηλώνει ένοχος για τον προ τριακονταετίας φόνο του ξακουστού συνθέτη Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Κάπως έτσι εκκινεί η αναδρομική αφήγηση μιας ιστορίας γεμάτης φθόνο και εκδίκηση, μεγαλείο και μετριότητα, δολοφονική πίκρα και εξωπραγματική έμπνευση.  Το σκηνικό του Amadeus είναι η Βιέννη στα τέλη του 18ου αιώνα (τα γυρίσματα, ωστόσο, πραγματοποιήθηκαν στην Πράγα). Ο καταξιωμένος Σαλιέρι απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα και έχει αφιερώσει τη ζωή του στη σύνθεση, απαλλαγμένος από απολαύσεις και πειρασμούς, ακολουθώντας τη μέθοδο μιας «εγκόσμιας» μοναστικής ζωής.

Η ευλάβεια με την οποία υπηρετεί ο Σαλιέρι τη μουσική χαρακτηρίζεται από μια θρησκευτικότητα: στις νότες του αναζητά τη θεϊκή μελωδία, μια μορφή ηχητικής τελειότητας που θα μπορέσει να καθαγιάσει την πεζή πραγματικότητα της αυτοκρατορικής αυλής. Μοιραία, όταν έρχεται σε επαφή με το πρώιμο έργο του νεαρού Μότσαρτ και αναγνωρίζει την αλλόκοσμη τελειότητά του («It seemed to me that I was hearing the voice of God», κατά τα δικά του λεγόμενα), επιζητά να γνωρίσει αυτόν τον εκλεκτό θαυματουργό. Αντί όμως για έναν θεοφοβούμενο καλλιτέχνη που σέβεται τα ήθη της εποχής, συναντά έναν έφηβο στο σώμα ενός νεαρού ενήλικα, μια φιγούρα κωμική, η οποία  σαχλαμαρίζει ασύστολα μακριά από τα μουσικά όργανα και τις συνθέσεις. Κι αυτό συνιστά στα μάτια του εμβρόντητου Σαλιέρι μια ευθεία και ασυγχώρητη προσβολή. Πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο δώρο να προσφέρεται σε έναν καταφανώς ανάξιο παραλήπτη; Η τραγικότητα του Σαλιέρι είναι πολλαπλή: δεν είναι κυρίως ο αποκλεισμός του από τη διανομή του υπεράνθρωπου ταλέντου που τον τσακίζει, όσο η διορατικότητά του να το εντοπίσει σε έναν ποταπό και χαμερπή (κατά τα δικά του κριτήρια) ανθρωπάκο που παλιμπαιδίζει ασταμάτητα.

Είναι άλλωστε ο μόνος που έχει την ικανότητα να διακρίνει αυτό που όλοι, του ίδιου του Μότσαρτ συμπεριλαμβανομένου, αγνοούν: την επουράνια υπόσταση των μελωδιών του. Ο νεαρός συνθέτης μοιάζει με εκτελεστικό βραχίονα μιας άνωθεν έμπνευσης, καθώς οι μελωδίες του δεν προκύπτουν από τη φυσική διαδικασία. Αντίθετα, είναι λες και έχει μεταλάβει μυστικιστικά και ακούσια το χρίσμα να εκφράσει μια υψηλότερη τέχνη. Η μουσική του Μότσαρτ είναι ο Λόγος Θεού για τον Σαλιέρι, αυτός που ουδέποτε κατόρθωσε ο ίδιος να προφέρει. Και η ευκολία με την οποία προκύπτει τον διαλύει ανελέητα. Εκείνος  δεν υπήρξε ποτέ ευλογημένος δημιουργός ώστε να συνθέσει κάτι ανάλογο, αλλά την ίδια στιγμή είναι πέρα για πέρα προικισμένος μουσικός ώστε να αντιληφθεί το μεγαλείο του αλαφροΐσκιωτου Μότσαρτ.

Η λατρεία του Σαλιέρι για τη μουσική του Αμαντέους (στοχευμένος ο τίτλος της ταινίας, αφού το ενδιάμεσο όνομα του Μότσαρτ αποδίδεται περίπου ως «ο αγαπητός του Θεού») είναι η μήτρα ενός ψυχωτικού μίσους. Ο φθόνος του Σαλιέρι αγγίζει την ύβρι, οδηγώντας τον στη μοναδική λύση που μπορεί να ικανοποιήσει το μένος του. Αφού δεν μπορεί ο ίδιος να γεννήσει μια θεία μελωδία, θα τη σφετεριστεί και θα την εξαφανίσει από προσώπου γης. Σαν προσωποποίηση μιας αιώνιας αντίφασης, σαν μια εξαντλητική συνισταμένη αθανάτου θαυμασμού και μανιασμένης ζήλιας, ξεκινά έναν αυτοκαταστροφικό αγώνα στον οποίο κατά βάθος αποζητά την ήττα και τη συντριβή της μετριότητάς του. Και πάλι, με τα δικά του λόγια: «All I wanted was to sing to God. He gave me that longing… and then made me mute».

Η ταινία του Μίλος Φόρμαν φέρνει σε τραγικοκωμική όπερα, με τη στιγμή της δραματικής κορύφωσης να αφιερώνεται στη σύνθεση του πιο θρυλικού ημιτελούς έργου της κλασικής μουσικής, του μοτσαρτικού Ρέκβιεμ. Ταυτόχρονα, ως μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού του Πίτερ Σάφερ (που το διασκεύασε ο ίδιος και αντλεί την έμπνευση του από το έργο Μότσαρτ και Σαλιέρι που έγραψε ο Αλεξάντερ Πούσκιν το 1830), συνιστά ένα από τα σπουδαιότερα και πι διάσημα δείγματα κινηματογραφικού ρεβιζιονισμού. Το Amadeus δεν αποτελεί βιογραφία ούτε του Μότσαρτ ούτε του Σαλιέρι, καθώς δεν υπήρξε ποτέ σχέση μεταξύ τους με τον τρόπο που απεικονίζεται στην ταινία. Επιπλέον, ακόμη και ο δήθεν μοναστικός βίος του Σαλιέρι είναι αποκύημα μυθοπλασίας, αφού ο Ιταλός συνθέτης είχε οκτώ παιδιά! Ευτυχώς, λοιπόν, Φόρμαν και Σάφερ ουδέποτε ευαγγελίζονται ότι καταγράφουν κινηματογραφικά την Ιστορία. Αντ’ αυτού, επιχειρούν κάτι πολύ πιο βαθύ και ουσιώδες: την εξιστόρηση του πιο μάταιου θριάμβου, αυτού της μετριότητας σε βάρος του απροσμέτρητου ταλέντου, ενστερνιζόμενοι μια θεολογική προσέγγιση στο ζήτημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Τι σόι Θεός είναι αυτός που δεν δύναται να κατανοήσει το μέγεθος της θυσίας του Σαλιέρι και να τον επιβραβεύσει με λίγο περίσσιο ταλέντο; Σαφέστατα, ένας Θεός στον οποίο ο Ιταλός συνθέτης δεν οφείλει καμία συγγνώμη για τις πράξεις του και από τον οποίο δικαιωματικά υφαρπάζει μία από τις εξουσίες του. Στις επάρατες μετριότητες της οικουμένης, τη συγχώρεση μπορεί να τη δώσει μόνο ο συνθέτης Σαλιέρι, ένας άνθρωπος που διήνυσε όλη την επίπονη διαδρομή της ανεπάρκειας και των συμπλεγμάτων που δημιουργεί η βασανιστική απουσία του αληθινού χαρίσματος. Ο Φόρμαν φιλοτεχνεί μια ταινία εποχής απαλλάσσοντάς την από τη συνήθη φορτική επισημότητα. Ο Μότσαρτ είναι ένας πρώιμος ροκ σταρ, σαν αυτούς από τους οποίους ήταν γεμάτη η δεκαετία του 1980, δίχως συνείδηση του έργου του. Μια φιγούρα που από ανοίκεια (ο τιτάνας της κλασικής μουσικής Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ) γίνεται προσιτή και φιλική για τον θεατή της ταινίας (ο σαχλαμάρας «Βόλφι» της ταινίας).

Το Amadeus έκανε κτήμα της 80s pop κουλτούρας το έργο του Μότσαρτ, χρησιμοποιώντας τη μουσική του Αυστριακού συνθέτη ως σπουδαίο δραματουργικό παράγοντα και όχι ως στοιχείο «επένδυσης» της ταινίας. Όπως είπε και ο Μορίς Ζαρ, παραλαμβάνοντας το Όσκαρ Μουσικής για την ταινία Το πέρασμα στην Ινδία, στην τελετή όπου σάρωσε το Amadeus με 8 βραβεία μεταξύ των οποίων αυτό της Καλύτερης Ταινίας: «Είμαι τυχερός που δεν μπορεί να είναι υποψήφιος ο Μότσαρτ αυτή τη χρονιά».

Το φιλμ του σπουδαίου Τσέχου δημιουργού θαρρείς δεν ανήκει στη δεκαετία του 1980, κατά την οποία το αμερικάνικο σινεμά κατέφυγε σε ελαφρότερες τάσεις, μιας και ορθώνει ένα άχρονο και οικουμενικό καλλιτεχνικό ανάστημα. Και καταφέρνει να εξυψωθεί σε κάτι πολύ ευρύτερο από μια ταινία εποχής, σε κάτι πολύ πιο δαιδαλώδες και πολυσύνθετο από τις απανταχού νερόβραστες βιογραφίες. Μια μυθικών διαστάσεων κινηματογραφική διαδρομή που συνδυάζει την κλασική της καταγωγή με έναν συναρπαστικό και ευφάνταστο εκμοντερνισμό. Τελικά και ίσως πάνω απ’ όλα, μία από τις αρτιότερες εκδοχές ιστορικής παραχάραξης που έχει γνωρίσει ποτέ το σινεμά.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑