Once Upon a Time in the West

Σκηνοθεσία: Σέρτζιο Λεόνε

Παίζουν: Πίτερ Φόντα, Τσαρλς Μπρόνσον, Κλαούντια Καρντινάλε, Τζέισον Ρόμπαρντς

Διάρκεια: 165’

Τρεις άνδρες σε έναν έρημο σταθμό. Καμουφλάρουν την αγωνία τους, παλεύουν με τη διαστολή του χρόνου. Ένας ανεμόμυλος τρίζει παραπονιάρικα. Μια κουνιστή καρέκλα τρεκλίζει. To contre champ πλάνο στην πλάτη του ενός πιστολέρο (που αποπνέει μια αίσθηση δέους και υποταγής απέναντι στον απειλητικό άνδρα) δίνει τη θέση του σε ένα πανοραμικό εποπτικό πλάνο αντίθετης φοράς. Ο ίδιος άνθρωπος μετατρέπεται ξαφνικά σε μια μικροσκοπική σκιά που την καταπίνει ο καυτός ορίζοντας, που εξατμίζεται μπροστά στο αχόρταγο πουθενά. Μια σταγόνα από έναν σωλήνα που στάζει προσγειώνεται σε ένα καπέλο, ακολουθούμενη από μια δεύτερη, από μια τρίτη…

Μια μύγα βουίζει και παγιδεύεται στην κάννη ενός εξάσφαιρου, προκαλώντας ένα χαιρέκακο μειδίαμα. Οι θηρευτές πιστεύουν πως έχουν στριμώξει για τα καλά το θύμα τους, που δεν έχει καμία διαφυγή. Το τρένο σφυρίζει από μακριά. Οι τρεις φονιάδες γυαλίζουν τα όπλα τους, παίρνουν θέση, μοιάζουν με μαριονέτες που κρέμονται από αόρατα σκοινιά. Εν τέλει, η δική τους μοίρα είναι προδιαγεγραμμένη και όχι του υποτιθέμενου μελλοθάνατου.

Σαν μια στατική χορογραφία, σαν ένα tableau vivant από ήλιο και σκόνη, η εναρκτήρια μονομαχία του Κάποτε στη Δύση έχει ήδη δώσει τον τόνο. Η εκστατική έκρηξη της βίας δεν νοείται χωρίς την μυσταγωγική ιεροτελεστία της αναμονής. Ποτέ άλλοτε σε ένα γουέστερν μια μονομαχία δεν είχε σκαλιστεί μια μονομαχία τόσο μεθοδικά, τόσο βασανιστικά και μερακλίδικα. Το ίδιο ράθυμο και ελεγειακό τέμπο κυριαρχεί σε ολόκληρη την ταινία, φέρνοντας νέα ήθη στο σπαγγέτι γουέστερν, το οποίο κινούταν ανέκαθεν σε up-tempo ρυθμούς.

O Σέρτζιο Λεόνε, μετά την ολοκλήρωση της επονομαζόμενης «Τριλογίας του Δολαρίου», με την ταινία Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος (1966), είχε ανακοινώσει την απόσυρσή του από το είδος που δόξασε (και τον δόξασε), δηλώνοντας πως δεν είχε να προσφέρει τίποτα περισσότερο, απορρίπτοντας μια πλειάδα προσφορών και προτάσεων από όλα τα μεγάλα χολιγουντιανά στούντιο. Ο Λεόνε είχε βάλει ήδη από τότε στο μάτι το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα The Hoods, όπου ο συγγραφέας -με το ψευδώνυμο- Χάρι Γκρέι εξιστορεί τις περιπέτειες του ως μέλος της εβραϊκής γκανγκστερικής μαφίας στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης.

Όπως ίσως υποθέσατε ήδη, πρόκειται για την ταινία στην οποία ρίχτηκε με τα μούτρα για μια ολόκληρη δεκαετία ο Λεόνε, προετοιμάζοντάς την ώς την τελευταία λεπτομέρεια, αψηφώντας ακόμη και την πρόταση να σκηνοθετήσει το Godfather. Το Once Upon a Time in America, όμως, μια επική εξερεύνηση στον αθέατο κορμό της αμερικάνικης ψυχής, θα μας απασχολήσει κάποια άλλη στιγμή, σε κάποιο άλλο κείμενο.

Επιστροφή στο Once Upon a Time in the West, με το οποίο ο Λεόνε μας χάρισε έναν τελευταίο γουέστερν χορό, υποκύπτοντας στην προσέγγιση της Paramount, η οποία τράβηξε έναν άσσο στο μανίκι, προκειμένου να αποσπάσει το πολυπόθητο «ναι» από τον Λεόνε: τον Χένρι Φόντα, τον διαχρονικά αγαπημένο ηθοποιό του Ιταλού σκηνοθέτη, τον οποίο πάλευε για μια ολόκληρη ζωή να συμπεριλάβει στο καστ κάποιας ταινίας του.

Κι όταν εν τέλει το κατόρθωσε, χάρισε στον Φόντα τον ίσως πιο αξιομνημόνευτο ρόλο της μυθικής του καριέρας. Η καθησυχαστική φιγούρα στιβαρής προάσπισης των υψηλών ιδανικών και υπεράσπισης των απανταχού αδύναμων ξαφνικά πραγματοποιεί στροφή 360 μοιρών και ενσαρκώνει το απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο Κακό. Στα παγωμένα γαλάζια του μάτια καθρεφτίζεται ο απόλυτος μηδενισμός και ο κρυστάλλινος αμοραλισμός μιας εποχής αρπαγής και ποταπών σκοπών που αγιάζουν τα απάνθρωπα μέσα.

Το ανεστραμμένο είδωλο του Φόντα (μια ακόμη καινοτομία είναι το γεγονός πως το «πρώτο» όνομα του καστ υποδύεται τον «κακό» της ταινίας) δεν είναι άλλωστε η μόνη απομάγευση που επιφύλασσε στο αμερικάνικο κοινό το Κάποτε στη Δύση. Πέρα από την προαναφερθείσα σχεδόν ιερατική σκηνή μονομαχίας, που απλώνεται στον χρόνο και στο αχανές τοπίο κι όπου κυριαρχούν οι σιωπές, οι ανάσες και οι εξωτερικοί ήχοι, μια ακόμη λεπτομέρεια της πλοκής έχει τη δική της ξεχωριστή σημασία. Ο θάνατος, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, των χαρακτήρων που υποδύονταν ο Γούντι Στρόουντ και ο Τζακ Ίλαμ, δύο παραδοσιακές φιγούρες του αμερικάνικου γουέστερν φανερώνουν, ξάστερα και καθαρά, το γενικό πρόσταγμα.

Η χροιά της εποποιίας είναι πια ξεφτισμένο παρελθόν, ο ηρωισμός των πιονέρων δεν είναι τίποτα άλλο από ένα καλλωπισμένο ξέπλυμα μιας βάρβαρης κατάκτησης κάθε διαθέσιμης σπιθαμής. Διόλου τυχαία, ο Φόντα υποδύεται το δεκανίκι ενός αδίστακτου επιχειρηματία, ο οποίος θα ισοπεδώσει τα πάντα στο πέρασμά του, προκειμένου οι σιδηροδρομικές ράγες της εταιρίας του να φτάσουν στην άλλη άκρη της ηπείρου, τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η επέλαση δεν είναι πλέον επική, μεγαλοπρεπής και πομπώδης. Είναι ανήθικη, χυδαία και βάρβαρα ιδιοτελής.

Πλέον, ο εχθρός δεν είναι οι αυτόχθονες ερυθρόδερμοι που πρέπει να εξοντωθούν, αλλά οποιοσδήποτε τυγχάνει να βρεθεί στον δρόμο των κατακτητών. Η μηχανή του νέου κόσμου λαδώνεται με το παμπάλαιο καύσιμο της απληστίας κι αντί για ελευθερία αυτό που προσφέρεται χωρίς φειδώ είναι ασυδοσία και η ατιμωρησία. Σε αυτό τον ζοφερό κόσμο, η βία είναι -και πάλι- το μόνο μέσο αποκατάστασης μιας στοιχειώδους και θλιμμένης δικαιοσύνης.

Ο Λεόνε φτιάχνει ένα γουέστερν που μοιάζει να αξιοποιεί, αλλά και την ίδια στιγμή να σαρκάζει, όλη την κληρονομιά του σπαγγέτι γουέστερν, το οποίο φυσικά είχε πάντοτε μια διάθεση ειρωνείας απέναντι στον μύθο της Άγριας Δύσης, όπως εκφραζόταν μέσα από τον παιχνιδιάρικο τόνο του και τους περιπαικτικούς διαλόγους του, εισπράττοντας a little help from his (talented) friends. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε μια short story που είχαν σκαρώσει οι τότε νεανίες Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και Ντάριο Αρτζέντο (!), οι διάλογοι χρωστούν το αιχμηρό και κατάμαυρο whit που διαθέτουν στον εξαίρετο Σέρτζιο Ντονάτι, ενώ η μουσική του -επιστήθιου παιδιόθεν φίλου του Λεόνε- Ένιο Μορικόνε λειτουργεί (για πολλοστή φορά) όχι απλώς ως συνοδευτικό ντεκόρ, αλλά ως κυρίως μοχλός της αφήγησης.

Kάθε χαρακτήρας της ταινίας είναι ενδεδυμένος με ένα ξεχωριστό και πλήρως αναγνωρίσιμο μουσικό θέμα, από την αρμόνικα του Τσαρλς Μπρόνσον ώς τη θηλυκή χορωδία που συνοδεύει την Κλαούντια Καρντινάλε. Τα μουσικά μοτίβο αλληλεπιδρούν, αλληλοεξουδετερώνονται, αντιμάχονται, διαπλέκονται και σμιλεύονται, χάνονται στη σιωπή, μετατρέποντας τη μουσική επένδυση σε φορέα συγκρούσεων, αλλαγών, προοικονομίας, τελικής κατακλείδας. Χαρίζοντας μια ακόμη πινελιά ασύλληπτης φινέτσας σε ένα κομψοτέχνημα που έμοιαζε ικανό να σβήσει το γουέστερν από τον κινηματογραφικό χάρτη μια για πάντα. Εξαιτίας της άφταστης τελειότητάς του.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το "Pet Sematary" βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, ευκαιρία λοιπόν να μάθουμε την άποψή σας. Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική μεταφορά έργου του Στίβεν Κινγκ;
  • FB Cinedogs

  • Latest