The Godfather (1972)

Σκηνοθεσία: Φράνσις Φορντ Κόπολα

Παίζουν: Μάρλον Μπράντο, Αλ Πατσίνο, Τζέιμς Κάαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Νταϊάν Κίτον, Τζον Καζάλ

Διάρκεια: 175’

Πιστός στο πρότυπο που θέλει τις ταινίες – ογκόλιθους να κουβαλούν συμπτώσεις, παράδοξα και απιθανότητες στη φαρέτρα τους, έτσι και Ο Νονός (1972) του τότε (αδιανόητα) νεανία Φράνσις Φορντ Κόπολα έχει αμέτρητες ιστορίες να διηγηθεί, απολαμβάνοντας παράλληλα την αίγλη μιας ταινίας με βεληνεκές που ξεπερνά τον σημερινό ορισμό του σινεφίλ.

O Nονός, προικισμένος με μια στιβαρότητα θαρρείς αξιωματική, κάτι σαν απαρέγκλιτος νόμος που πιστοποιεί ένα φυσικό φαινόμενο έλξης, γοητείας και σαρωτικής υπόγειας δύναμης, αποτελεί σημείο αναφοράς σχεδόν μισό αιώνα μετά την έξοδό του στις αίθουσες: ένα αρχοντικό κατάλοιπο θρησκευτικού δέους ακόμη και για εποχή πλήρους αποχαρακτηρισμού μύθων και συμβόλων, όπως η τωρινή.

Ο συγγραφέας Μάριο Πούτσο είχε πρόβλημα με τα πάντα και κυρίως με το σενάριο του Κόπολα, ο Κόπολα είχε πρόβλημα αρχικά με το βιβλίο του Πούτσο (παρακαλούμε όχι γέλια, μην μας κάνετε να το αλλάξουμε στο λανθασμένο Πούζο), άλλαξε όμως γνώμη όταν το ξαναδιάβασε, η Paramount είχε οικονομικά προβλήματα, αλλά και πρόβλημα με τον Μάρλον Μπράντο, γενικότερα ένα πέπλο ατελείωτου προβληματισμού αιωρούταν πάνω από το πλατό. Κι όμως, όλα τα κομμάτια του παζλ έπεσαν στη θέση τους, όλες οι κουκκίδες ενώθηκαν με μεγαλοπρεπή σοφία.

Αν ήθελε κάποιος να συνοψίσει τις αρετές του The Godfather θα μπορούσε να τις συμπυκνώσει σε μια κεφαλαιώδη διαπίστωση: η ταινία του Κόπολα μιλά όταν δεν αρθρώνει λέξη, φανερώνει τη στιγμή που υποτίθεται ότι συγκαλύπτει, στοχάζεται εν μέσω πανικού, αυξάνει τους σφυγμούς σε καθεστώς νηνεμίας. Διόλου τυχαία, η εναρκτήρια και η καταληκτική σεκάνς της ταινίας απεικονίζουν θρησκευτικά μυστήρια που τελούνται σε οικογενειακό περιβάλλον.

Ο Νονός, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ταινία του αμερικάνικου σινεμά, μιλά για τους δαιδάλους και τους δαίμονες που κρύβει μέσα της η έννοια της οικογένειας. Η οικογένεια, στο σύμπαν του Πούτσο και του Κόπολα, δεν αφορά μονάχα τους δεσμούς αίματος που μοιάζουν με φυλακή, την αγάπη που είναι πάντα δίκοπη, την εξάρτηση, την εκμετάλλευση και την πίστη που φωλιάζουν στα αχανή της σπλάχνα.

Πάνω απ’ όλα, η οικογένεια στον Νονό καθρεφτίζει τις δαιδαλώδεις διαδρομές της δίψας για εξουσία και καταλαμβάνει κάθε σπιθαμή του μυαλού, σαν μια μεσσιανική αποστολή που βαραίνει κορμιά και ψυχές. Εκεί, τρυπώνει από την αθέατη αλλά πάντα ορθάνοιχτη χαραμάδα και η θρησκευτικότητα. Οι ήρωες του Godfather, αυτό το συγκλονιστικό παλίμψηστο αμέτρητων χαρακτήρων, όλοι τους ψηφίδες σε ένα μωσαϊκό αδιανόητης ακρίβειας και λεπτοδουλειάς, φέρουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: έχουν λάβει το χρίσμα μιας αυτόκλητης αλλά συνάμα ανώτερης μοίρας.

Κουβαλούν το στίγμα του προδότη, του προστάτη, του θύματος, του υβριστή, του αμαρτωλού, του φυλακισμένου, του φύλακα-άγγελου, του άγγελου-τιμωρού, του υποτακτικού, του αντίπαλου δέους, του δελφίνου, του αποτυχημένου φυγά, του ατιμασμένου, του εκδικητή. Κι όσο κι αν επιζητούν την αγάπη, τη λύτρωση και τη γαλήνη, η σφραγισμένη τους μοίρα δεν τους επιτρέπει να υπάρξουν άνθρωποι. Ανήκουν στη σφαίρα των συμβόλων, είναι μαριονέτες που άγονται και φέρονται από έναν αόρατο μαριονετίστα.

Από εκεί και πέρα, αν αφεθεί κανείς στη μαγεία μιας ταινίας που εκπληρώνει χίλιες κι έναν χρησμούς, ως επιτομή του New Hollywood, ταφόπλακα των swinging sixties, ανατολή μιας νέας εποχής βίας, αλλά και ταχύρυθμο μάθημα αιματοβαμμένης αμερικάνικης ιστορίας, απλώς θα μείνει έμπλεος δέους: αμετάκλητα μαγεμένος από μια αυτοκρατορική σύζευξη πυκνής ατμόσφαιρας και αυτοφυούς κινηματογραφικής ιδιόλεκτου.

Προσέξτε τις στιγμές που ο Μάικλ Κορλεόνε (Αλ Πατσίνο) συνειδητοποιεί πως το ριζικό του είναι γραμμένο σε τεφτέρια που δεν είναι του χεριού του. Το λεπτεπίλεπτο μοντάζ που προαναγγέλλει τον χαμό του Σόνι Κορλεόνε (Τζέιμς Κάαν). Τη σκοτεινή θέρμη που καλύπτει κάθε σκηνή όπου δεσπόζει ο Βίτο Κορλεόνε (Μάρλον Μπράντο) σε αντιδιαστολή με το αβέβαιο ξεθωριασμένο φως που συνοδεύει τον Μάικλ. Προσέξτε και μαγευτείτε από τη διακριτή στάση σώματος που χαρακτηρίζει κάθε βασικό χαρακτήρα.

Το κεφάλι του Φρέντο (Τζον Καζάλ) που δεν στέκεται καλά στους ώμους του και τον βραχώδη όγκο του Βίτο όπου σπάνε όλα τα κύματα. Το ευθύ τηλεγραφόξυλο που κατοικεί στο σώμα του Κονσιλιέρε (Ρόμπερτ Ντιβάλ), τα χέρια και το βλέμμα του απείθαρχου Σόνι. Τους ζαρωμένους ώμους και το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Μάικλ. Ή ακόμη, τη χρωματική προαναγγελία της αλλαγής στάσης της Κέι (Νταϊάν Κίτον) και την ηχητική προοικονομία της προδοσίας του Κάρλο (Τζάνι Ρούσο). Εν ολίγοις, μια ταινία που σε βομβαρδίζει με ανυπολόγιστες ποσότητες μεγαλείου ακόμη στις πιο ανύποπτες στιγμές. 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑