Rashomon

Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα

Παίζουν: Τοσίρο Μιφούνε, Ματσίκο Κίο, Μασαγιούκι Μόρι

Διάρκεια: 88′

Ο καλλιτεχνικός-επιστημονικός-ακαδημαϊκός όρος “The Rashomon Effect” παραπέμπει στο (σύνηθες) φαινόμενο κατά το οποίο το ίδιο γεγονός αναπλάθεται με διαφορετικούς τρόπους από τους ανθρώπους το παρακολούθησαν να συντελείται μπροστά στα μάτια τους. Στην πραγματικότητα, οι ερμηνείες ενός συμβάντος είναι μέγεθος ευθέως ανάλογο με τους εκάστοτε αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες: όσο αυτοί πληθαίνουν τόσο αυξάνονται και οι εκδοχές μιας πραγματικότητας που ξάφνου μοιάζει ευμετάβλητη και ρευστή. Η αλήθεια, από την ετυμολογική της κιόλας διάσταση, ορίζεται ως αυτό που δεν υποπίπτει στη λήθη, που διαφεύγει από τη λησμονιά.

Επομένως, η αλήθεια είναι δέσμια ενός νοθευμένου μηχανισμού. Το μνημονικό μας, ιδίως όταν καλούμαστε να διατυπώσουμε με σαφήνεια τα όσα καταγράφηκαν στα πρακτικά του, δεν μπορεί ποτέ να μείνει ασάλευτο. Μετακινείται, αδρανεί και καλπάζει, ανάλογα με τα όσα επιτάσσουν οι εμμονές, οι τύψεις, οι ευσεβείς πόθοι, τα συμπλέγματα, οι ντροπές και τα απωθημένα μας. Η πραγματικότητα είναι εντέλει ανθρώπινη, άρα ελαττωματική. Όπως ίσως αντιληφθήκατε, το σινεμά μπόρεσε να συμπυκνώσει και να διατυπώσει τις συνιστώσες και τις πτυχές μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς στην εντέλεια. Εκεί που θα χρειάζονταν τόμοι γραπτών αναλύσεων, μια ταινία τα είπε όλα σε μόλις 88 λεπτά.

Το Ρασομόν του Ακίρα Κουροσάουα απέσπασε Χρυσό Λέοντα στη Βενετία το 1951, τιμήθηκε με το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1952 (ή τέλος πάντων τον προπομπό αυτού του βραβείου, το οποίο καθιερώθηκε επισήμως το 1956), χάρισε στον σκηνοθέτη του διεθνή φήμη και εισήγαγε εμφατικά το ιαπωνικό σινεμά στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη. Κι όλα αυτά ξεκινώντας από μια απλή, αλλά τόσο δυσεπίλυτη αντίφαση: απεξέδυσε την εικόνα από την παντοδυναμία της, της αποστέρησε τον ρόλο του κοινωνού της αλήθειας. Στο Rashomon, το περιστατικό ενός διπλού εγκλήματος (φόνος και βιασμός) διαθλάται μέσα από τις αφηγήσεις των τριών άμεσα εμπλεκόμενων, αλλά όσο το νήμα ξεδιπλώνεται τόσο η ευρύτερη εικόνα θολώνει και ξεθωριάζει.

Ο ληστής (και βιαστής;), η γυναίκα του δολοφονημένου σαμουράι και το πνεύμα του νεκρού (στον ιαπωνικό σιντοϊσμό τα πνεύματα σουλατσάρουν στον κόσμο τον ζωντανών και συνδιαλέγονται με άνεση μαζί τους) ξεδιπλώνουν τη δική τους βερσιόν των ίδιων γεγονότων, υποπίπτοντας σε χίλιες μύριες αντιφάσεις. Μάλιστα, απευθύνονται σε εμάς τους ίδιους, κατεδαφίζοντας τον τέταρτο τοίχο (θυμηθείτε, βρισκόμαστε εν έτει 1950, δεν είναι δα και τόσο δεδομένο) και αναθέτοντας εμάς τους ίδιους τον ρόλο του ερευνητή-δικαστή.

Το flashback από μηχανισμός φανέρωσης μιας ανεξακρίβωτης αλήθειας, αποκατάστασης της τάξης πραγμάτων και υποβοήθησης του θεατή να μπαλώσει τα όποια λογικά και νοηματικά κενά, ξαφνικά μετατρέπεται σε εργαλείο συσκότισης, σύγχυσης και αποσιώπησης της αλήθειας. Και οι τρεις πρωταγωνιστές κουβαλούν τη δική τους αλήθεια για τα όσα διαδραματίστηκαν, διαρρηγνύοντας οριστικά τον δεσμό εμπιστοσύνης ανάμεσα στον θεατή και την κάμερα: ο φακός ψεύδεται, ο φακός υιοθετεί τη ματιά του ομιλητή, αφήνοντάς μας στο σκοτάδι.

Το ακόμη πιο συναρπαστικό σε αυτό το οδοιπορικό αναξιοπιστίας είναι ότι οι τρεις αμφιλεγόμενοι αφηγητές δεν έχουν ως απώτερο σκοπό την απαλλαγή τους από τις κατηγορίες, αλλά την –κατά κάποιον τρόπο- ένδοξη ενοχοποίησή τους. Οι τρεις παραλλαγές της ίδιας ιστορίας δεν ρίχνουν το φταίξιμο αλλού, δεν πασχίζουν να εφεύρουν ελαφρυντικά ή να αποσιωπήσουν τις συνέπειες, αλλά έχουν ένα και μόνο κίνητρο, παντελώς διαφορετικής φύσης: τη ματαιόδοξη περίσωση της τιμής. Ο ληστής, η γυναίκα του δολοφονημένου σαμουράι και το πνεύμα του νεκρού παλεύουν να στριμώξουν τα γεγονότα σε ένα καλούπι όπου θα εξαφανιστεί η ντροπή και η αισχύνη.

Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται σε ένα εικαστικό περιτύλιγμα ονειρώδους πλάνης και αποσύνδεσης με την πραγματικότητα όπου το εκτυφλωτικό φως (με πλάνα που έρχονται σχεδόν τετ-α-τετ με τον ήλιο), η καταρρακτώδης βροχή, οι κοφτερές κιαροσκούρο αντιθέσεις και οι βαριές σκιές που ρίχνει το τροπικό δάσος στους πρωταγωνιστές προετοιμάζουν το έδαφος για την είσοδο σε ένα κόσμο υποκειμενικής ανακρίβειας.

Στο φινάλε, ένας τέταρτος αυτόπτης μάρτυρας, που έχει δολίως αποκρύψει ώς εκείνη τη στιγμή ότι έχει γνώση του περιστατικού, παρουσιάζει μια εκδοχή που κατεδαφίζει κάθε εξωραϊσμό και γκρεμίζει κάθε υπόνοια ηθικού μεγαλείου. Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι γεμάτη πόνο, δάκρυα, φόβο, ενοχές, δισταγμούς και ιδιοτέλεια, και ο πιο άρρηκτος συνεκτικός κρίκος που μας ενώνει είναι μάλλον η ανειλικρινής μας στάση απέναντι στα πεπραγμένα μας, μοιάζει να μας λέει ο Κουροσάουα. Και μάλλον δεν έχει και πολύ άδικο.

Το τελικό επιμύθιο, πάντως, ξεφεύγει από το οδυνηρό παρελθόν, ρίχνει τους τρεις αναξιόπιστους αφηγητές στη λήθη και αντικρίζει το μέλλον, ένα μέλλον που θα καταστεί δυσοίωνο ή ελπιδοφόρο, ανάλογα με τη δική μας στάση απέναντι του. Μια αδρή υπόνοια αχνοφαίνεται σταδιακά. Όλα όσα έχουν προηγηθεί είναι (συν τοις άλλοις) και μια μικρογραφία για τη νωπή φρίκη που βίωσε η χώρα: η οδύνη, οι τύψεις, το άλγος της ήττας, ο όλεθρος που διαφθείρει και μολύνει καρδιές και μυαλά. Το μόνο που απομένει ως γιατρικό είναι η γενναιότητα και η αξιοπρέπεια της πρώτης μέρας ενός άλλου κόσμου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑