Reviews L’avventura

15 Οκτωβρίου 2018 |

0

L’avventura

Σκηνοθεσία: Μικελάντζελο Αντονιόνι

Παίζουν: Μόνικα Βίτι, Γκαμπριέλε Φερτσέτι, Λέα Μασάρι

Διάρκεια: 145′ 

Μεταφραμένος τίτλος: «Η περιπέτεια»

Έτος παραγωγής: 196

– Πες μου ότι μ’ αγαπάς

– Σ’ αγαπώ

-Πες μου ότι δεν μ’ αγαπάς

-Δεν σ’ αγαπώ

Οι ήρωες σε αυτή την Περιπέτεια (σε έναν από τους πλέον ειρωνικούς τίτλους στην ιστορία του κινηματογράφου) δεν είναι σε θέση να διακρίνουν τις διαφορές ακόμη και σε διαμετρικά αντίθετα μεγέθη. Αντιμετωπίζουν την αγάπη, τον έρωτα, τις ενοχές, το πένθος, τη ζωή και τον θάνατο βαριεστημένα, αδιάφορα, οκνηρά και υποτιμητικά. Σαν κομπολόι σε ώρα σιέστας. Σαν μηχανικό μάδημα μαργαρίτας. Κάθε τους κίνηση κι απόφαση, κάθε απόπειρα αισθήματος και πάθους δεν είναι παρά ένα κακέκτυπο. Ένα παιχνίδι ανιαρό κι ανούσιο που προκαλεί χασμουρητά αντί για χαμόγελα.

Ερωτοτροπούν στερημένοι από οποιαδήποτε υπόνοια αληθινής όρεξης. Αντιμετωπίζουν την επαφή -σαρκική και πνευματική- ως ένα μάταιο αντίδοτο σε μια ανία που τσακίζει ό,τι πιάνουν στα χέρια τους. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι τόσο ρηχοί που αδυνατούν να βιώσουν τον οποιοδήποτε πόνο, να εξοπλιστούν με το παραμικρό κίνητρο. Είναι βαλτωμένοι και στάσιμοι, απλές πινακίδες σε ένα ταξίδι που υποτίθεται ότι βρίσκονται στη θέση του οδηγού.

Το L’Avventura του Μικελάντζελο Αντονιόνι εισέπραξε εκκωφαντικά γιουχαΐσματα στην παγκόσμια πρεμιέρα του στις Κάννες, έφυγε όμως με το Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στις αποσκευές του, χτίζοντας αργά αλλά μεθοδικά τον μύθο του. Νικητής του βαρύτιμου Χρυσού Φοίνικα εκείνη τη χρονιά το Dolce Vita του Φεντερίκο Φελίνι, με τις εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ των δύο ταινιών (πέρα από την κοινή τους ιταλική προέλευση) να βγάζουν μάτι από χιλιόμετρα. Ένα συναίσθημα πνιγηρής δυσφορίας, χαρακτήρες που βουλιάζουν στην κενότητα, αδυνατώντας να συνδεθούν με οτιδήποτε χειροπιαστό, ένα φινάλε αποκαρδιωτικής απαισιοδοξίας με φόντο ένα ζοφερό ξημέρωμα.

Οι ήρωες, όμως, του L’Avventura, σε αντίθεση με τους φελινικούς τους Διόσκουρους, δεν διαθέτουν καν το αποκούμπι μιας απατηλής και ψεύτικης ελπίδας. Δεν έχουν ποντάρει όλες τους τις μάρκες στην ευτυχία της μεγάλης ζωής, της χλιδής, των λούσων και της καλοπέρασης. Για τους ήρωες της Περιπέτειας όλα τα παραπάνω είναι κεκτημένα και πέρα για πέρα άχρηστα. Δεν τους επιφυλάσσεται καν το προνόμιο της απογοήτευσης ή της οργής. Σε πλήρη αντιστοιχία με τους λογοτεχνικούς Αδιάφορους (1929) του Αλμπέρτο Μοράβια, τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει την αδράνειά τους, να τους ξυπνήσει από τον απόλυτο λήθαργο.

Η Περιπέτεια (που, όπως προείπαμε, δεν έχει τίποτα το περιπετειώδες με την παραδοσιακή έννοια του όρου) ξεκινά με ένα ιδιοφυές σεναριακό εύρημα, μια παραλλαγή του οποίου απολαύσαμε πρόσφατα στο εξαιρετικό Τι απέγινε η Έλι; (2009) του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί. Κάπου κοντά στη Σικελία, μια παρέα καλοζωισμένων προνομιούχων που πραγματοποιεί κρουαζιέρα, αποφασίζει να κατέβει από το γιοτ και να εξερευνήσει μια ακατοίκητη βραχονησίδα. Η Άννα, που μόλις έχει καυγαδίσει με τον αρραβωνιαστικό της Σάντρο, ξεμακραίνει από τη φίλη της Κλαούντια (την οποία υποδύεται η μούσα του Αντονιόνι, η μεθυστική Μόνικα Βίτι), αναζητώντας λίγη ιδιωτικότητα.

Κι ως δια μαγείας, παρόλο που το νησί δεν διαθέτει κρυψώνες ή αθέατα σημεία, εξαφανίζεται ολωσδιόλου, λες και άνοιξε η Γη και την κατάπιε. Αυτή η μυστηριώδης εξαφάνιση, που εκ πρώτης όψεως μοιάζει παντελώς ανεξήγητη κι αλλοπρόσαλλη, είναι στην πραγματικότητα η μόνη λογική απόρροια του σύμπαντος στο οποίο κατοικούν οι ήρωες της ταινίες. Παραδομένοι σε μια ζωή τόσο υποκριτική και φαύλη, ακροβατούσαν ούτως ή άλλως στη συνοριογραμμή της ανυπαρξίας. Δεν είναι παρά σκιές που θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να εξαϋλωθούν, να σβήσουν και να χαθούν οριστικά.

Στις βασανιστικές στιγμές της συνειδητοποίησης και της μάλλον προσχηματικής αναζήτησης, οι άνθρωποι κινηματογραφούνται θαρρείς και στριμώχνονται να χωρέσουν στο τοπίο. Παγιδευμένοι από τα απόκρημνα βράχια, απειλούμενοι από την ορμητική θάλασσα, έτοιμοι να καταβροχθιστούν από τον μουντό ουρανό. Είναι φιλοξενούμενοι σε αυτό το σκηνικό, το οποίο τους καταπίνει αργά αλλά σταθερά. Η φύση είναι προϋπάρχουσα κι αιώνια, με μια αυτοδίκαιη ομορφιά, ερχόμενη σε ευθεία αντίστιξη με τους εφήμερους ανθρώπους και τα ευτελή τους πάθη και λάθη.

Κάποια στιγμή, ακούγεται ένα πλοίο στο βάθος, το οποίο ίσως και να βλέπουμε φευγαλέα, ίσως και όχι. Έξι χρόνια αργότερα, ο Αντονιόνι θα παιχνιδίσει ακόμη περισσότερο με αυτή την ανατριχιαστική αμηχανία που δημιουργεί η φευγαλέα εντύπωση, που δεν μπορεί μήτε να επικυρωθεί μήτε να διαψευσθεί. Αληθινή εικόνα ή μια ψευδαίσθηση που γεννά το μετείκασμα; Η Άννα έχει όντως εξαφανιστεί ή απλώς επιβιβάστηκε σε ένα άλλο πλοίο, ρίχνοντας μια για πάντα μαύρη πέτρα σε μία ζωή που δεν της προσέφερε τίποτα το αληθινό; Δεν θα μάθουμε ποτέ και πολύ σύντομα θα εξατμιστεί κάθε υπόνοια ενδιαφέροντος και από τους ίδιους τους άμεσα εμπλεκόμενους.

Ο πατέρας της αγνοούμενης σπεύδει στον τόπο της εξαφάνισης, χωρίς καμία διάθεση να καμουφλάρει την ενόχλησή του. Έχει σημαντικότερες δουλειές από τα παιδιάστικα νάζια. Ο Σάντρο και η Κλαούντια, δίχως να αποπνεύσουν το παραμικρό καταπιεσμένο πάθος, θα συνδεθούν σχεδόν ρομποτικά, αποστειρωμένα και μηχανιστικά. Οι άνθρωποι είναι έτσι κι αλλιώς σημαδούρες, καλύπτουν τον χώρο που έχει αδειάσει, συμπληρώνουν τα κενά.

Πασχίζουν να γοητεύσουν, να επιβληθούν, να δείξουν όμορφοι, ευτυχισμένοι και αρεστοί όταν τα βλέμματα καρφώνονται πάνω τους κι αποσύρονται ράθυμα όταν δεν αποτελούν πλέον θέαμα. Είναι μια Περιπέτεια δίχως κορύφωση, δίχως σύγκρουση και κινητήριο δύναμη, χωρίς την οποιαδήποτε ανάγκη για λύτρωση και κατακλείδα. Μια μελαγχολική έρημος απουσίας, όπου κανείς δεν κινδυνεύει και κανείς δεν σώζεται ποτέ.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια θεωρείτε πως είναι η καλύτερη ταινία του Λαρς Φον Τρίερ;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts