Reviews Four Weddings and A Funeral

1 Ιανουαρίου 2019 |

0

Four Weddings and A Funeral

Σκηνοθεσία: Μάικ Νιουέλ

Παίζουν: Χιου Γκραντ, Κριστίν Σκοτ Τόμας, Άντι ΜακΝτάουελ, Σάιμον Κάλοου, Τζον Χάνα

Διάρκεια: 117′

Έτος παραγωγής: 1994

Παρακολουθώντας το (διατηρημένο σε μια απίστευτη φρεσκάδα που δεν λέει να ξεφτίσει) Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία, νιώθει κανείς πως ολόκληρη η ταινία φέρεται, ζει, κινείται και αναπνέει σαν να δίνει το “παρών” σε κάποια κοινωνική συνεύρεση -ευτυχής ή στενάχωρη δεν έχει σημασία. Η κανονική ζωή της παρέας των σαρδανάπαλων χαρακτήρων που βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας μοιάζει εξαφανισμένη, προσεκτικά τακτοποιημένη σε μια συνεχή αποσιώπηση. Οι διευκρινιστικές πληροφορίες για την καθημερινότητά τους, για τις ασχολίες και τα βάσανά τους, για το τι κρύβουν το πριν και το μετά όλων αυτών των μαζώξεων, δεν φτάνουν ποτέ στα μάτια ή στα αυτιά μας. Θα ήταν, εξάλλου, τόσο περιττό, τόσο βαριεστημένα επεξηγηματικό.

Το Four Weddings and A Funeral σε προσκαλεί να ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος όσα (πιστεύεις ότι) πρέπει να γνωρίζεις. Διότι τα πάντα μπορούν να συναχθούν από τα συμφραζόμενα, από τις γκριμάτσες, τις ενστικτώδεις αντιδράσεις, τα αθέατα παραλειπόμενα που αποτελούν τον αληθινό διάκοσμο αυτών των συναθροίσεων. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά φο μπιζού: τα φορέματα και τα κοστούμια, οι προσφωνήσεις κι οι αποφωνήσεις, οι τύποι και οι τρόποι.

Η αληθινή μαγεία έγκειται πάντα στα θαμμένα διαμαντάκια. Στις άβολες στιγμές, την ξαφνική ευφορία που φανερώνεται στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, στις εκρήξεων απωθημένων και ειλικρίνειας που γεννούν αυτές οι ευκταίες και αποφευκταίες συναντήσεις. Με ανθρώπους που δεν αντέχεις στην ιδέα ότι πρόκειται να ξαναδείς και με ανθρώπους που πεθαίνεις να ξαναδείς, αλλά δεν ξέρεις τι να πρωτοκάνεις κι από πού να το πιάσεις, όταν εν τέλει τους αντικρίσεις.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης Μάικ Νιούελ είχε τη διαύγεια, την ευφυΐα, και πάνω απ’ όλα την ικανότητα, να καταστρώσει όλη του την πλοκή σε συνθήκες γάμου. Τι εννοούμε με αυτό; Με μια κάμερα αεικίνητη, που περιδιαβαίνει χώρους, ορόφους και δωμάτια, σε ευμεγέθη σπίτια, αυλές δεξιώσεων, πίστες χορού, στασίδια εκκλησιών, ξενοδοχεία όπου στοιβάζονται καλεσμένοι. Και κοντοστέκεται σε όλα τα μικρά δράματα, θαύματα και κλάματα που συμβαίνουν ακριβώς μπροστά στα μάτια όλων, αλλά θαρρείς εκτός βασικού κάδρου.

Μια κάμερα πάντα διακριτική, εντούτοις επιμελής σαν απόχη, που ρίχνει φευγαλέες ματιές στους πρωταγωνιστές, μας τους συστήνει ελλειπτικά και μας εξοικειώνει μαζί τους υπομονετικά, μέσα από μικρές τζούρες αδέξιας επικοινωνίας. Περνώντας σταδιακά από το στάτους της αμήχανης χειραψίας σε αυτό της γνωριμίας, με τερματικό σταθμό τη συμπάθεια και την επαφή. Ο Νιούελ μας βομβαρδίζει ντελικάτα με ένα πακτωλό πληροφοριών που θεριεύουν στο φόντο, που υπάρχουν συνεχώς εκεί γύρω, αρκεί να δώσεις σημασία σε όλους τους δευτερεύοντες χαρακτήρες – δορυφόρους. Αρκεί να φιξάρεις το βλέμμα σου σε όλα τα μικρά κι ανεπαίσθητα.

Το Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία είναι, τουλάχιστον στο μυαλό και στην καρδιά του υπογράφοντος, αθεράπευτα ξεκαρδιστικό, όχι όμως με τον παραδοσιακό τρόπο. Διότι είναι εξοπλισμένο με ένα καταιγισμό όχι ακριβώς από ντελιριακό χιούμορ, αλλά από ανεξέλεγκτο φλεγματικό wit, βουτηγμένο σε μια αυθεντικά βρετανική αντίφαση: πουθενά αλλού δεν συνδυάζονται τόσο αρμονικά το δυσκοίλιο σφίξιμο και η ανάγκη τήρησης ενός άγραφου πρωτόκολλου με την πλήρη απενοχοποίηση του μπάχαλου και την απελευθερωτική δύναμη που κρύβει μέσα του το ρεζιλίκι σε κοινή θέα. Πάνω απ’ όλα, όμως, όπως υπονοήσαμε και προηγουμένως, το Four Weddings and A Funeral είναι μια ταινία κρυμμένων θησαυρών. Ποιοι είναι αυτοί;

Το αληθινά συγκινητικό ρομάντζο στο οποίο εμπλέκεται ο κωφάλαλος αδερφός του κεντρικού πρωταγωνιστή, που ξεμυτίζει από το πουθενά και καταπίνει μέχρι και τη βασική ερωτική ιστορία της ταινίας. Το πώς προοικονομείται ο θάνατος στην ταινία και το πώς η κηδεία της ιστορίας έρχεται να μπαλαντζάρει ιδανικά με τους γάμους, φτιάχνοντας μια γλυκύτατη και λυτρωτική ισορροπία στην τραμπάλα της ζωής.

Η απόλαυση του να βλέπεις τον Χιου Γκραντ να ενσαρκώνει έναν αληθινό ρόλο (και όχι μια επαναλαμβανόμενη μανιέρα του εαυτού του), ένα χειροπιαστό χαρακτήρα που το μόνο που τρέμει περισσότερο από το να εκφράσει τον έρωτά του είναι το να παραδεχτεί ανοιχτά ότι δεν έχει (πια) ερωτικά αισθήματα. Υπεράνω όλων, ίσως, η απαγγελία του Funeral Blues του W.H. Auden, που ειναι αδύνατον να μην γεμίσει το μάτι σου με σκουπιδάκια.

Stop all the clocks, cut off the telephone,

Prevent the dog from barking with a juicy bone, 
Silence the pianos and with muffled drum 
Bring out the coffin, let the mourners come. 
[...]




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑