Reviews Crash

4 Οκτωβρίου 2020 |

0

Crash

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ

Παίζουν: Τζέιμς Σπέιντερ, Ελίας Κοτέας, Χόλι Χάντερ, Ροζάνα Αρκέτ

Διάρκεια: 100′ 

Το Crash είναι ένα έργο που διαθέτει την «απρόοπτη πρωτοτυπία ότι έχει κατασκευαστεί για να μην αρέσει», έλεγε ο αείμνηστος Γιάννης Δεληολάνης. Κι είναι γνωστό πως όταν προβλήθηκε στις Κάννες το 1996 έφαγε απίστευτο γιουχάισμα, το οποίο ο δαιμόνιος Καναδός Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ λέγεται πως φάνηκε να απολαμβάνει πιο πολύ τις αποδοκιμασίε από τα εμφανώς λιγότερα χειροκροτήματα. Τον καταλαβαίνω. Ήξερε ότι κάτι είχε κάνει πολύ σωστά αφού η ταινία του μπορούσε να προκαλεί μίση – άρα και πάθη.

Το Crash ενόχλησε τόσο πολύ (και ενοχλεί ακόμα) διότι αφορά τον μοντέρνο άνθρωπο. Η «ανωμαλία» της ταινίας, η σαδιστική θα έλεγες εμμονή της στα τραύματα του σώματος, στις πληγές της σάρκας, τα σημάδια της, τη διαστροφική μεταχείριση της, είναι ο τρόπος του Κρόνεμπεργκ να μιλήσει για την αλλοτρίωση του ανθρώπινου όντος στην εποχή της μηχανοκρατίας. Η έμφαση στην κυριολεκτική διείσδυση της μηχανής στο σώμα, καλύπτει ως γκραν γκινιόλ υπερβολή τη συμβολική μετάλλαξη, το γίγνεσθαι-μηχανή (για να χρησιμοποιήσω την ντελεζιανή ορολογία) του αλλοτριωμένου σύγχρονου ανθρώπου. Κι επειδή – αν συνεχίσουμε στον δρόμο του Ντελέζ – τα πάντα είναι Επιθυμία, το Crash γι’ αυτή την μη φυσιολογική επιθυμία θα μιλήσει, θα γίνει ένα υπαρξιακό πορνό γι’ αυτή τη μεταφυσική συνουσία ανθρώπου και μηχανής που είναι η νεωτερική κατάσταση πραγμάτων.

Η λίμπιντο που διαπλέκεται στα μέταλλα των αυτοκινήτων, η σεξουαλική ορμή που διαχέεται σε λαμαρίνες και παλιοσίδερα και αντί να σβήσει επιτείνεται, θεριεύει, διαμέσου της νεκρής ύλης επιστρέφει στα σώματα ενισχυμένη για να τα φλογίσει. Το έμψυχο που αγκαλιάζει το άψυχο σε μια τόσο σφιχτή ένωση που είναι δύσκολο να πεις με σιγουριά πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο, πού ζωντανεύει το ένα και πού πεθαίνει το άλλο, ο «μετασχηματισμός του σώματος μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας» όπως λέει ο Βων του εκπληκτικού Ηλία Κοτέα: τι είναι όλα αυτά αν όχι ο σύγχρονος κόσμος της ερωτοποίησης της ύλης; Ροές επιθυμίας, επιθυμητικές μηχανές, το σώμα ως μηχανισμός παραγωγής ηδονής (και πόνου), η ύλη που βιάζει το πνεύμα, το πνεύμα που βιάζει την ύλη, αλλεπάλληλα περάσματα από το ένα στο άλλο. Αυτή η συνεχόμενη, καθημερινή επαφή του ανθρώπου με τη μηχανή, πώς θα μπορούσε να μην επηρεάσει τον ερωτισμό;

Το έργο ξεκινάει με το κοντινό πλάνο ενός γυναικείου στήθους που χαϊδεύει το απαστράπτον παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου. Ύστερα μπαίνει κι ένας άνδρας στο πλάνο αλλά ήδη το Crash έχει αποσαφηνίσει, σ’ αυτό το κάδρο, πώς θα κινηθεί. Η ενότητα της ερωτικής πράξης έχει διαρραγεί: στο εξής, ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, θα υπάρχει η μηχανή. Όχι απλό φόντο της επιθυμίας αλλά καταλύτης της, διαμεσολαβητής της, μια πλήρης φετιχοποίηση του άψυχου. Και γιατί τα αυτοκίνητα συγκεκριμένα; Γιατί τα αυτοκίνητα είναι επικίνδυνα. Το δυστύχημα, η πιθανότητά του, το διαρκές φλερτ με τον θάνατο, να τι εξιτάρει τους ήρωες του Κρόνεμπεργκ.

Καυλώνουν (κυριολεκτικά) με την άρνηση της ασφάλειας («μετά από αυτό τον ατέλειωτο βομβαρδισμό της προπαγάνδας περί ασφαλούς οδήγησης, το να βρίσκομαι σ’ ένα αυτοκινητιστικό μοιάζει σχεδόν σαν ανακούφιση» λέει κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής). Σ’ έναν κόσμο που ασφυκτιά από προστασία, που έχει πάρει όλα τα πιθανά μέτρα για να αποκλείσει και την ελάχιστη πιθανότητα κινδύνου, η καλουπωμένη, περίκλειστη ζωή εξεγείρεται ως επιθυμία ρίσκου κι αυτοκαταστροφής. Θέλει να βγάλει τη ζώνη ασφαλείας, να πατήσει το γκάζι προς τη μετωπική σύγκρουση. Η απόλυτη τάξη γεννά την επιθυμία της αταξίας. Η απόλυτη ασφάλεια τον πόθο της διακινδύνευσης. Κι έτσι η πιθανότητα του τραύματος φορτίζεται ερωτικά. Η ίδια η πληγή γίνεται εδώ (και πάλι κυριολεκτικά) μια ερωτογενής ζώνη.

Έρως-Θάνατος, το παλιό δίπολο ανασυγκροτημένο στην εποχή της μηχανής, διαμέσου της μηχανής, χάρη στη μηχανή. Με άλλα λόγια: το τέλος της ασφάλειας, η διακινδύνευση, η περίπτωση να σκοτωθείς, ό,τι πιο αφροδισιακό. Το ερεθιστικό άγγιγμα της αυτοκαταστροφής. Ο έρωτας που ξαναγίνεται ρίσκο, που τινάζει στον αέρα τα δεσμά του μικροαστισμού, που βγαίνει από το απόρθητο φρούριο της κρεβατοκάμαρας και κυκλοφορεί ελεύθερος στους δρόμους. Σε έναν κόσμο που πεθαίνει από πλήξη και υπερβολική ασφάλεια, ο κίνδυνος που λυτρώνει: ο έρως ως δυνατότητα θανάτου, όχι αντίθεση στο «ένστικτο θανάτου» αλλά προέκτασή του. Death drive το έλεγε ο Φρόιντ. Εδώ το drive ισχύει με όλες τις έννοιες.

Ωστόσο το σκανδαλώδες με το Crash (κι αυτό που το κάνει μια τόσο μεγάλη ταινία τελικά), δεν είναι ούτε η διαστροφή ούτε η «ανωμαλία» του. Είναι ο ρομαντισμός του. Διότι αυτοί οι ήρωες, αυτοί οι παλαβοί ερωτόληπτοι δυνάμει αυτόχειρες, παραμένουν υπερβολικά ανθρώπινοι μέσα στην ψυχοπαθολογία τους. Είναι γοητευτικοί, όχι ΠΑΡΑ την τρέλα τους αλλά χάρη σ’ αυτήν. Η μεγαλοφυΐα του Κρόνεμπεργκ έγκειται στο ότι στοχάζεται πάνω στην αλλοτρίωση, τη μετάλλαξη του ανθρώπινου σώματος (το αγαπημένο του θέμα), στο γίγνεσθαι-μηχανή, στην φετιχοποίηση της τεχνολογίας και τη λιβιδινοποίηση της ύλης όχι ως φιλόσοφος αλλά ως ποιητής (καταραμένος, έστω).

Δηλαδή ως κάποιος που περισσότερο απ’ τις ιδέες, ενδιαφέρεται -καίγεται είναι πιο σωστή λέξη- για την Ομορφιά. Την Ομορφιά μέσα στο Κακό, την τρέλα, το έγκλημα και τη διαστροφή, σίγουρα (όπως έκαναν οι μεγάλοι ποιητές, ο Μπωντλαίρ, ο Ρεμπώ, ο Ζενέ). Την Ομορφιά παρ’ όλα αυτά. Πριν και πάνω απ’ όλα, η Ομορφιά κι η διαδρομή που οδηγεί σ’ αυτήν. Με το γκάζι πατημένο στο τέρμα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑