Children of Men

Σκηνοθεσία: Αλφόνσο Κουαρόν

Παίζουν: Κλάιβ Όουεν, Τζούλιαν Μουρ, Μάικλ Κέιν

Διάρκεια: 109′

Μεταφρασμένος τίτλος: “Τα παιδιά των ανθρώπων”

Ο αφανισμός του κόσμου μας και η πλήρης εξάλειψη κάθε ικμάδας ζωής έχουν υπάρξει διαχρονικό μοτίβο του sci-fi (και όχι μόνο) κινηματογράφου: ένας βαθιά ριζωμένος και κατά βάθος αγιάτρευτος φόβος χαμού και (αυτό)καταστροφής, που έχει εγγραφεί στον ανθρώπινο ψυχισμό από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ύπαρξής μας στη Γη. Η έλευση αυτού του δυστοπικού Αρμαγεδδώνα συνήθως αποτυπώνεται μέσα από μια επικείμενη εξωγενή ή ενδογενή απειλή, η οποία πιάνει απροετοίμαστη την ανθρωπότητα, αναγκάζοντάς την να επαναπροσδιορίσει τις συστατικές της έννοιες και τις βαθύτερες αξίες της προκειμένου να επιβιώσει.

Εξωγήινη εισβολή, ανταρσία της φύσης απέναντι στον βιασμό της από την αχόρταγη ανθρώπινη απληστία, πυρηνικός όλεθρος, πανδημίες και θανατηφόροι ιοί (λογικά, θα υπάρξει νέο κύμα ταινιών αυτού του subgenre στο προσεχές μέλλον), θεόσταλτες και ουρανοκατέβατες (κατά κυριολεξία) συμφορές, αυτονόμηση και επιβολή της τεχνολογίας και των μηχανών στον άνθρωπο, ξύπνημα των νεκρών, οι παραλλαγές είναι πραγματικά ποικίλες και συνήθως βαθιά αλληγορικές. Και το στοιχείο που χαρίζει στο Children of Men μια ξεχωριστή γοητεία έγκειται στο ότι δεν μας φέρνει αντιμέτωπους ούτε με το πριν ούτε με το μετά μιας πρωτόγνωρης και βιβλικής λαίλαπας, αλλά μας τοποθετεί in media res ενός ψυχοφθόρου, παρατεταμένου, αργόσυρτου και αναπόδραστου τέλους.

Στο Children of Men, δεν βλέπουμε την άμμο να λιγοστεύει επικίνδυνα στην κλεψύδρα σε αναμονή μιας επαπειλούμενης D-day, ούτε όμως κινούμαστε σε ένα καθημαγμένο post-Apocalyptic τοπίο, όπου ο άνθρωπος καλείται να επανεφεύρει τη θέληση για ζωή, την έννοια της ανθρώπινης ιδιότητας και την πίστη για ένα υποτυπώδες μέλλον. Αντιθέτως, είμαστε παγιδευμένα στα στάσιμα νερά μιας εφιαλτικής εποχής, όπου κυριαρχεί ένα βασανιστικό και ατελείωτο παρόν, χωρίς καμία υπόνοια συνέχειας.

Σε αυτό το σύμπαν με ημερομηνία λήξης, το ανθρώπινο είδος θα εκλείψει αργά και βασανιστικά, μέσα από μια διαδικασία προσαρμογής τρόπον τινά «αντι-δαρβινική». Η ανθρωπότητα, ως αποτέλεσμα της ακατάσχετης μόλυνσης του πλανήτη, κουβαλά την κατάρα της στειρότητας, σχεδόν ως προσαρμογή στο ζοφερό τοπίο, παρά ως σύμπτωμα: η ζωή έχει γίνει τόσο αφόρητη, η πνευματική ξηρασία και η συναισθηματική ανομβρία τόσο απελπιστικές που θαρρείς απουσιάζει ο οποιοσδήποτε λόγος για διαιώνιση. Ένας κόσμος, όμως, δίχως μέλλον, δίχως την παιδική αθωότητα και τη δίψα για το αύριο, βιώνει έναν οιονεί και επαναλαμβανόμενο θάνατο.

Ο Αλφόνσο Κουαρόν μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα του P.D. James, και με αρωγό τη φωτογραφία του Εμάνουελ Λουμπέτσκι χρωματίζει το φουτουριστικό Λονδίνο του 2027 (οι sci-fi δυστοπίες σταθερά τοποθετούν το σύμπαν τους λιγάκι πιο νωρίς απ’ όσο πρέπει) με πινελιές εμπόλεμης ζώνης της Μέσης Ανατολής. Η Μεγάλη Βρετανία αποτελεί μια από τις τελευταίες νησίδες κρατικής οντότητας σε ένα σύμπαν απόλυτου χάους, έχοντας μετατραπεί όμως σε χωματερή ανθρώπων: μια διακεκαυμένη no man’s land παραίτησης, καταστολής, βίας και παράλυσης, όπου οι βόμβες και οι ταραχές είναι στην ημερησία διάταξη, όπου οι «ξένοι» στοιβάζονται σε κλουβιά σαν άγρια θηρία, σε στρατιωτικές βάσεις που φέρνουν κατά νου Γκουαντάναμο ή Άμπου Γκράιμπ.

Η κοινωνία, έμπλεη τρόμου μπροστά σε αυτό το σχεδόν αυτο-επιβαλλόμενο τέλος, αδυνατεί να διαχειριστεί έναν τρόμο που εδράζεται περισσότερα σε υπαρξιακά θεμέλια παρά σε βιολογικά: το προσδόκιμο ζωής δεν έχει μειωθεί, ούτε η θνητότητα είναι μια καινούργια συνθήκη, εντούτοις οι άνθρωποι τσακίζονται και συντρίβονται μπροστά στην προοπτική ενός συλλογικού φινάλε. Αναζητούν ενόχους, ερωτοτροπούν με την τυραννία, παλεύουν να σηκώσουν το βάρος μιας ακαθόριστης προπατορικής αμαρτίας, η οποία έχει προφανώς δρομολογήσει αυτή την εκδικητική τιμωρία. Σχεδόν επικυρώνοντας την αναγκαιότητα αποφυγής κάθε ελπίδας, το κράτος χορηγεί στους πολίτες του τη μόνη πιθανή ανακούφιση, χάπια αυτοκτονίας με τη σχεδόν σαιξπηρική επωνυμία Quietus.

Όσο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, παρότι η πλοκή της ταινίας εκτυλίσσεται σε ένα ανήλιαγο μέλλον, η ατμόσφαιρά και η αισθητική της περισσότερο αποπνέουν την αίσθηση ενός βαθιά ηττημένου και ολότελα μακρινού παρελθόντος. Το Children of Men δεν χτίζει κάποια παραβολή που βασίζεται σε hi-tech τεχνάσματα, αλλά μάλλον αφουγκράζεται τον απόηχο μιας μάχης που χάθηκε πολύ νωρίτερα. Πινελιά αριστοτεχνικής ειρωνείας το μπλουζάκι του κεντρικού ήρωα για τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου του 2012, ένα γεγονός μελλοντικό για την εποχή που γυρίστηκε η ταινία (2006), το οποίο ενσωματώνεται στην αφήγηση ως επώδυνη ανάμνηση μιας νοσταλγικής εποχής ψευδεπίγραφης συλλογικής ευφορίας.

Μιας που αναφερθήκαμε στον βασικό πρωταγωνιστή, αυτός δεν είναι άλλος από τον Θίο (ένας υπέροχος Κλάιβ Όουεν, γεμάτος σωματοποιημένη πίκρα, φορέας μιας αφυπνισμένης γενναιότητας που δεν χάνει ποτέ την ανθρωπιά της αμφιβολίας), έναν αποκαμωμένο πρώην στρατευμένο ακτιβιστή, που περιφέρει την αυτολύπησή του σε έναν κόσμο που θεωρεί πως δεν αξίζει ούτε ένα δευτερόλεπτο πένθους.

Όταν πέσει θύμα απαγωγής από μια φράξια τρομοκρατών στην οποία ηγείται (;) η πρώην σύντροφός του, με την οποία μοιράζονται τον πόνο της απώλειας ενός παιδιού, γίνεται κοινωνός ενός τρομερού μυστικού, το οποίο πασχίζουν να καπαρώσουν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές σε αυτό τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Ένας απρόθυμος σωτήρας, σε αυτή τη θεολογική παραβολή καταιγιστικής δράσης (υπέροχα χορογραφημένης, στην οποία ανά πάσα στιγμή αισθάνεσαι πως πρωταγωνιστούν κανονικοί άνθρωποι και όχι υπεράνθρωπα όντα), που επωμίζεται τον ρόλο του αληθινού εκλεκτού: του Ιωσήφ που θα προστατέψει μέχρι τέλους την Παναγία μιας νέας εποχής. Τούτη τη φορά, ο εκλεκτός δεν θα είναι ο Υιός του Θεού, αλλά το Παιδί όλων των Ανθρώπων.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑