All About Eve

Σκηνοθεσία: Τζόζεφ Μάνκιεβιτς

Παίζουν: Μπέτι Ντέιβις, Αν Μπάξτερ, Τζορτζ Σάντερς

Διάρκεια: 138’

Έτος παραγωγής: 1950

Το ρεκόρ των 14 οσκαρικών υποψηφιοτήτων του Όλα για την Εύα παρέμενε σε μία απρόσιτη κορυφή για 47 ολόκληρα χρόνια, μέχρι να το ισοφαρίσουν αρχικά ο Τιτανικός (1997) και μετέπειτα το La La Land (2016). Η ταινία του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς απέσπασε τελικά 6 αγαλματίδια (μεταξύ των οποίων κι αυτά της Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας), ενώ εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να φιγουράρει σε όλες τις λίστες με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, με το American Film Institute να την τοποθετεί στο νούμερο 16.

Μοναδική παραπονεμένη της όλης ιστορίας ίσως να έμεινε η Μπέτι Ντέιβις, η οποία δεν κέρδισε το τρίτο Όσκαρ της καριέρας της, για μια ερμηνεία στα όρια της μέθεξης. Σε ένα ρόλο από αυτούς που συνοδεύονται από τον χαρακτηρισμό «ζωής», υποδύεται τη σταρ του σινεμά Μάργκο Τσάνινγκ, μια ματαιόδοξη και σνομπ ιέρεια της διασημότητας, που βρίσκεται μεν στον κολοφώνα της δόξας της, αλλά είναι αρκετά διορατική για να διακρίνει την άγρια κατηφόρα που παραμονεύει.

Η Μάργκο είναι πικρόχολη και πληγωμένη μπροστά στο φάσμα του αναπόφευκτου ξεθωριάσματος, χωρίς όμως να μεμψιμοιρεί ασύστολα ή να παριστάνει την αδικημένη. Βιώνει τη ζοχάδα της προδοσίας με απαράμιλλο στυλ, σχεδόν απολαμβάνει τον νέο της ρόλο στη σκακιέρα της ζωής. H συντριβή της, και ιδίως ο τρόπος με τον οποίο σαρκάζεται κι αναστοχάζεται για τις glory days που γλιστρούν σαν άμμος από τα χέρια, μετατρέπουν μια καθολική ήττα σε πλάγια και υπόγεια νίκη.  Είναι το εκτοπισμένο είδωλο, είναι η ηττημένη που θα δώσει αξία στη νικήτρια.

Πάνω απ’ όλα είναι η συμπαγής προσωπικότητα, η αληθινή σταρ που ξέρει μέχρι και να σβήνει, κι όχι μια φευγαλέα εικόνα πρόσκαιρης ομορφιάς, με αναλώσιμο λούστρο. H Μάργκο είναι ο αληθινός χαρακτήρας, η κεντρική ηρωίδα που δρομολογεί τα πάντα, εξοπλισμένη με υπόσταση και βάθος, σε αντίθεση με την αντίζηλό της, η οποία λειτουργεί ως έναυσμα και αφορμή. Κατά τρόπο, πάντως, σχεδόν ειρωνικό, η Ντέιβις «αλληλοεξουδετερώθηκε» με την συμπρωταγωνίστρια και συνυποψήφιά της Αν Μπάξτερ (η «Εύα» της ταινίας) στην οσκαρική τελετή του 1951, δίνοντας την ευκαιρία στην Τζούντι Χόλιντεϊ και να τσεπώσει το βραβείο για την ερμηνεία της στο Γεννημένη χθες του Τζορτζ Κιούκορ.

Το All about Eve εμφανίζει μια σειρά από ομοιότητες με το συνομήλικο αδερφάκι του, το υπέροχο Sunset Boulevard (επίσης του 1950) του Μπίλι Γουάιλντερ. Αμφότερα ιχνηλατούν ιστορίες παλαιάς δόξας και ξεπεσμού, αμφότερα απεικονίζουν δύο σταρ που έχουν χάσει την πρότερή τους λάμψη. Με μια, όμως, μικρή διαφορά: όπως υπονοήσαμε και πρωτύτερα, η Ντέιβις ενσαρκώνει ένα χαρακτήρα που βυθίζεται σε μια υπερβολή απτή και χειροπιαστή, που σωματοποιεί την πίκρα, την απώλεια, τη δηλητηριώδη μελαγχολία του χαμένου χρόνου και των αλλοτινών μεγαλείων. Αντιθέτως, η Σουάνσον μοιάζει περισσότερο με κέρινο ομοίωμα, με ένα φάντασμα που περιφέρεται ασκόπως και βασανισμένα σε ένα στοιχειωμένο παλάτι του νου.

Πέρα όμως από τον βασικό καμβά της ιστορίας και τις ηρωίδες που τον πλαισιώνουν, οι δύο αυτές ταινίες μοιράζονται κι ένα ακόμη κοινό στοιχείο: το ξεδίπλωμα του μίτου από έναν τρίτο αφηγητή, μια ανδρική φωνή που τρυπώνει στα άδυτα του γυναικείου ψυχισμού. Κι αν στο Sunset Boulevard ο αφηγητής μας προϊδεάζει από την πρώτη στιγμή για την τραγική κατάληξη της δικής του κοντόφθαλμης αλαζονείας, στο All about Eve, ο αφηγητής είναι αυτός που καρυκεύει την ιστορία με τον απαραίτητο κυνισμό, με τη σαρδόνια αίσθηση του μάταιου και του ευτελούς. Διόλου τυχαία, αυτή την αποστολή επωμίζεται ένας κριτικός θεάτρου, ο οποίος είναι εξοπλισμένος με license to hurt, εποπτεύει και κρίνει τους πάντες, χωρίς να νιώθει ότι πρέπει να λογοδοτήσει οπουδήποτε, διατηρώντας παράλληλα μια κρυφή δική του ατζέντα.

Ποια είναι λοιπόν αυτή η περιβόητη Εύα, γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ, ποιος ο λόγος να μάθουμε τα πάντα γι’ αυτήν; Ό,τι μας παρουσιάζεται δεν είναι παρά μια αλυσίδα αναμνήσεων. Πόσο αξιόπιστες μπορεί να είναι αυτές; Ποιος μας τις προσφέρει; Δεν έχει και μεγάλη σημασία, καθώς σταδιακά θα ανακαλύψουμε πως γνωρίζουμε ήδη την ιστορία. Πως έχουμε ξαναδεί το έργο και θα το βλέπουμε ξανά και ξανά, διότι είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη ζωή και ύπαρξη. Τόσο παλιό όσο και το αρχετυπικό όνομα της πρωταγωνίστριας. Εύα σημαίνει η απαρχή των πάντων. Το πρώτο λάθος, το πρώτο ολίσθημα, το πρώτο αμάρτημα, το οποίο θα επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, χωρίς να μπορεί κανείς να το σταματήσει.

Η Εύα θα βρει τον τρόπο να γοητεύσει τη Μάργκο, μέσα από τον μανδύα της φαινομενικά άδολης λατρείας μιας παθολογικής θαυμάστριας. Η Εύα θα τρυπώσει στο καμαρίνι, στη ζωή, στο σπίτι της. Σταδιακά, από ολόψυχα δοσμένη groupie θα μετατραπεί σε ανταγωνίστρια που υπονομεύει το μέχρι πρότινος είδωλό της. Θα της κλέψει τον ρόλο, θα της κλέψει τον άντρα, θα κάνει το παν για να την εκθρονίσει.

Η Μάργκο θα καταλάβει σύντομα τις προθέσεις της, ακόμη και όταν αυτές δεν είναι οφθαλμοφανείς σε εμάς. Ξέρει τους κανόνες του παιχνιδιού, γνωρίζει πού βρίσκεται, δεν είναι κάποια νιόβγαλτη σε παρθεναγωγείο. Γνωρίζει τι θα επακολουθήσει και μας προειδοποιεί όλους: «Προσδεθείτε, θα είναι μια βραδιά με αναταράξεις». Το θεατρικό παρασκήνιο λειτουργεί ως καθρέφτης όχι μόνο της πραγματικής ζωής, αλλά και ως πρώτη ύλη για μία παραβολή διαχρονική και οικουμενική.

Ο Μάνκιεβιτς στήνει με μαεστρία ένα παιχνίδι ρόλων, στο οποίο εναλλάσσονται ασταμάτητα οι φορεσιές του κυνηγού και του θηράματος, του θαυμαστή και του εχθρού, του . Ποιος παραμονεύει ποιον; Ποιος απειλεί ποιον; Τα πάντα είναι συνεχώς υπό επαναδιαπραγμάτευση. Αγαπημένο παιχνίδι του σκηνοθέτη άλλωστε, όπως πιστοποιεί και το διάσημο κύκνειο άσμα του, το καταπληκτικό Sleuth.

Η απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας ξεθωριάζει απότομα και μπλέκεται σε ένα κύκλο μικροπρέπειας, ανταγωνισμών και φθόνου, που γεννά ασταμάτητα ατάκες με βελούδινο βιτριόλι, αρθρωμένες, φυσικά, με old fashion στόμφο. Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται με τον κόσμο του θεάτρου στο πίσω φόντο και ο Μάνκιεβιτς, σε σύμπνοια με το σκηνικό της «πλοκής εντός της πλοκής» επιλέγει ένα θεατρογενές σκηνικό, το οποίο όμως ούτε για μια στιγμή δεν καθίσταται περιοριστικό.

Αντιθέτως, όσο η ένταση μεγαλώνει τόσο ο Μάνκιεβιτς ανεβάζει το volume των υπαινικτικών του συμβολισμών που εμφανίζονται επιμελώς καμουφλαρισμένοι στο σύνθετο ντεκόρ και τις ατάκες που στάζουν δηκτικότητα και γαμψή ειλικρίνεια. Οι οιωνοί ολοένα και αυξάνονται μέχρι που όλα καταλήγουν στη μονομαχία του γκραν φινάλε, όπου ο νικητής και ο ηττημένος αποκτούν μετατρέπονται σε έννοιες πολύ σχετικές. Ο Μάνκιεβιτς δεν λιθοβολεί την ανθρώπινη φύση ούτε κρίνει τους χαρακτήρες του. Απλώς μας υπενθυμίζει πως όλοι μας ζούμε σε ένα κόσμο χαμένης αθωότητας. Όλοι μας είμαστε άγγελοι μέχρι να εκπέσουμε. Έπειτα, δεν υπάρχει επιστροφή. Εν τέλει, τα ξέραμε ήδη όλα για την Εύα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑