Reviews 3-Iron (Ολομόναχοι μαζί)

13 Ιανουαρίου 2021 |

0

3-Iron (Ολομόναχοι μαζί)

Σκηνοθεσία: Kim Ki-duk 

Παίζουν: Lee Seung-yeon,Jae Hee

Διάρκεια: 88′

 Είναι δύσκολο να πει κανείς αν ο κόσμος στον οποίο ζούμε

είναι η πραγματικότητα ή απλώς ένα όνειρο

Ο Τάε-σουκ, ένας νεαρός περιπλανώμενος στους δρόμους της Σεούλ, είναι ο πιο ιδιόρρυθμος διαρρήκτης που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Κολλώντας φυλλάδια στις εξώπορτες των σπιτιών και αφότου παρατηρεί σε ποιες από αυτές μένουν ανέπαφα, τρυπώνει σε όσα σπίτια είναι προσωρινά αδειανά. Σαν ένα αερικό της μεγαλούπολης, αθόρυβος και ρευστός λες και είναι φτιαγμένος από νερό, δεν γίνεται ποτέ αντιληπτός, χωρίς να μπαίνει καν στη διαδικασία να πάρει προφυλάξεις.

Οι προθέσεις του, όμως, είναι κάθε άλλο παρά κακόβουλες ή προβλέψιμες. Όχι μόνο δεν κλέβει οτιδήποτε από τα ξένα σπίτια, αλλά τα περιποιείται σαν να ήταν ο προσωπικός του ναός. Τα καθαρίζει εξαντλητικά ώσπου να γίνουν λαμπίκο, τακτοποιεί κάθε ακαταστασία, επιδιορθώνει όσες συσκευές έχουν χαλάσει και αφεθεί στην τύχη τους. Όταν πέσει η νύχτα, φορά τις πυτζάμες των ενοίκων, κοιμάται στο κρεβάτι τους και ξυπνά με τον αέρα και την όψη ενός ανθρώπου που κατοικεί σε αυτό τον χώρο εδώ και πολλά χρόνια.

Σε μια τελετουργία που τηρείται ευλαβικά, λίγο προτού αποχωρήσει, έτοιμος για την επόμενη «επίσκεψη», ο Τάε-σουκ βγάζει μια αναμνηστική φωτογραφία (μια selfie, προτού καν επινοηθεί ο όρος), θαρρείς πασχίζοντας να χαρίσει στον εαυτό του την πολυπόθητη αίσθηση του ανήκειν. Στην πραγματικότητα, αυτός ο διάφανος παρίας της κοινωνίας, τιμά ευλαβικά κάθε σπιθαμή του χώρου που τον φιλοξενεί, λες και παλεύει να αναπληρώσει για την αμέλεια που επιδεικνύουν οι επίσημοι ιδιοκτήτες. Η είσοδος σε έναν κόσμο περίκλειστο και θεωρητικά απαγορευμένο δεν έχει τίποτα από την επιθετικότητα μιας εισβολής.

Αντίθετα, αποπνέει την πραότητα του «ξένου» που αναζητά καταφύγιο και θαλπωρή. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η απουσία των ενοίκων οφείλεται πάντοτε είτε σε κάποια εκδρομή αναψυχής είτε σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι, δύο προνόμια φυγής που μοιάζουν εξωπραγματικά για έναν απόκληρο καταδικασμένο στη μοναξιά. Η ενσυναίσθηση του Τάε-σουκ και η αυτόκλητη αποστολή που έχει αναλάβει θα βρουν την κορύφωσή τους λίγο πριν το φινάλε, μέσα από την ταφή ενός άγνωστου ηλικιωμένου με όλες τις δέουσες τιμές, την ίδια στιγμή που οι δικοί του άνθρωποι (παρά τα υποκριτικά τους κλαψουρίσματα) τον είχαν παρατήσει στην τύχη του. Αυτός ο απρόσκλητος παρείσακτος δεν αρπάζει, ούτε φθονεί. Απλούστατα αποδίδει τον σεβασμό που μοιάζει να έχει εκλείψει  οριστικά.

Όλα θα αλλάξουν όταν ο Τάε-σουκ διασταυρωθεί με τη Σουν-χουά, ένα πρώην (ή περιστασιακό, αυτό δεν διευκρινίζεται) φωτομοντέλο, που ζει παγιδευμένη στη χλιδάτη φυλακή ενός δυστυχισμένου γάμου, αναγκασμένη να υπομένει την ωμή βία ενός μίζερου και θρασύδειλου συζύγου. Ο δεσμός που τους ενώνει γίνεται φανερός από την πρώτη στιγμή, με τον πιο δηλωτικό τρόπο, όταν ο Τάε-σουκ δεν παίρνει είδηση ότι στο νέο του «σπίτι» δεν είναι μοναχός. Η αναλογία είναι ξεκάθαρη: όπως ακριβώς ο ίδιος διαφεύγει από τη κοινή θέα και το απαίδευτο μάτι μιας κοινωνίας που έχει μάθει να αγνοεί ανθρώπους σαν κι αυτόν, έτσι και ο ίδιος αδυνατεί να εντοπίσει μια αδερφή ψυχή που δεν πιστεύει ότι θα συναντήσει.

Αφότου εξουδετερώσει την απειλή του συζύγου (θα επανέλθουμε αργότερα στο πώς, διότι έχει πολύ ενδιαφέρον), ο Τάε-σουκ θα αποκτήσει συνοδοιπόρο στην υπαρξιακή του περιπέτεια. Σε μια πανίσχυρη συμβολική κίνηση, η Σουν-χουά θα «τεμαχίσει» λίγο αργότερα την πρότερη εικόνα της, ανασυνθέτοντας τα κομμάτια του εαυτού της σε μια νέα ταυτότητα, που καταλύει την κυρίαρχη λογική και συμμετρία. Εξάλλου, σε μια επίδειξη θαυμαστής αφηγηματικής οικονομίας, θα πληροφορηθούμε σε ανύποπτο χρόνο (και με τη μέγιστη διακριτικότητα) ότι ο γάμος της Σουν-χουά δεν υπήρξε τίποτα περισσότερο από μια στυγνή συναλλαγή επιβίωσης για την πάμφτωχη οικογένειά της. Οι δυο φυγάδες, παρότι ορμώμενοι από διαφορετικές διαδρομές, μοιράζονται την κοινή ρίζα της περιθωριοποίησης και του εξοστρακισμού.

Από εδώ και στο εξής, θα γίνουμε μάρτυρες μιας σαρωτικής διαφοροποίησης. Ο πανίσχυρος δεσμός που αναπτύσσουν οι δύο φυγάδες είναι αδύνατον να περάσει απαρατήρητος από έναν κόσμο που εχθρεύεται μια επαφή που αμφισβητεί τα ίδια του τα θεμέλια. Το προνόμιο του αόρατου μανδύα καταλύεται, το σκίρτημα της αγάπης πυροδοτεί τον κίνδυνο και την απειλή. Η προειδοποιητική βολή (ένα αναπάντητο κουδούνι) παραδίδει τη σκυτάλη στην επ’ αυτοφόρω αυτοδικία, η οποία κλιμακώνεται στο επίπεδο της βάναυσης και εκδικητικής τιμωρίας απέναντι σε μια διαφορετικότητα που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ή ανεκτή.

Το 3-Iron (2004) του προσφάτως εκλιπόντος Κιμ Κι-ντουκ μετατρέπει τη σιωπή σε λαλίστατο εκφραστικό όπλο, πλάθοντας μία από τις πλέον ευρηματικές ερωτικές ιστορίες που έχουμε απολαύσει ποτέ στο σινεμά, στην οποία οι δύο ερωτευμένοι σμίγουν και ενώνονται κάτω από ένα πέπλο αφωνίας. Ο κάθε μορφασμός, το πλέον ανεπαίσθητο μειδίαμα, η πιο υποτυπώδης κίνηση, το παραμικρό χνάρι στο βλέμμα φτάνουν και περισσεύουν, ταξιδεύοντας σε περιοχές όπου ο ανθρώπινος λόγος κρίνεται ανεπαρκής. Ο αντίκτυπος αυτής της σύνδεσης γίνεται τόσο ισχυρός και στον θεατή, που σταδιακά λησμονούμε ότι ο βασικός χαρακτήρας δεν έχει βγάλει κιχ σε όλη την ταινία(!), ενώ η συμπρωταγωνίστριά του ξεστομίζει μονάχα τα αυστηρώς απαραίτητα, σαν οι λέξεις να είναι σταγόνες που ξεφεύγουν αραιά και πού από κάποια βρύση.

Όπως αναφέραμε αρχικά, το Ολομόναχοι μαζί (ο αυθεντικός τίτλος Bin-jip μεταφράζεται ως «αδειανό σπίτι») λειτουργεί ως αιχμηρό σχόλιο για τη βαθύτατη αποξένωση και το ταξικό ρήγμα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη κορεατική κοινωνία. Και το κωμικοτραγικό όσο και ευφυέστατο εύρημα του γκολφ (η διείσδυση του συγκεκριμένου αθλήματος στον συλλογικό ψυχισμό των προηγμένων χωρών της Άπω Ανατολής απεικονίζεται μαγευτικά στο Tokyo-Ga [1985] του Βιμ Βέντερς), ξεκινά ως σύμβολο νεοπλουτισμού και αλλοτρίωσης για να μετατραπεί σταδιακά σε όργανο τιμωρίας, επιβολής εξουσίας, αλλά και απονομής δικαιοσύνης, καθρεφτίζοντας έναν κόσμο βαθιά διχοτομημένο, γεμάτο αδικίες και αγεφύρωτες διαφορές.

Ο Τάε-σουκ, κυριευμένος από την ιδεοληψία να μιμηθεί τη ζωή που δεν πρόκειται ποτέ να ζήσει (ίσως και γοητευμένος και από την ισχύ που αποπνέει) εξασκείται εμμονικά, σχεδόν αυτιστικά, στο γκολφ. Η Σουν-χουά, που έχει γνωρίσει τη σκοτεινή όψη της άλλης πλευράς, προσπαθεί να τον αποτρέψει. Η τραγωδία που θα επέλθει, και οι δακρυσμένες ενοχές που θα τη διαδεχτούν, θα σφραγίσουν το πόρισμα της ηθικής δοκιμασίας. Ο Τάε-σουκ είναι προορισμένος, μέσα από τη συντριβή, να αγγίξει βαθύτερα επίπεδα συνειδητότητας.

Τίποτα από όλα τα παραπάνω, πάντως, δεν μπορεί να προϊδεάσει για τον παραισθησιογόνο επίλογο της ταινίας, όπου ο Κιμ Κι-ντουκ ενδύει το σινεμά και τον έρωτα με δυνάμεις μαγικές και κοσμογονικές. O κινηματογραφικός φακός αποκτά ιδιότητες θεϊκού ρυθμιστή, καθώς διαθέτει πλέον τη δύναμη να διαστέλλει και συστέλλει τα όρια της πραγματικότητας. Το κάδρο καταρρίπτει κάθε υπόνοια αντικειμενικότητας του βλέμματος και βαφτίζεται μονάδα μέτρησης της πραγματικότητας, καθορίζοντας τι μπορεί να γίνει αντιληπτό από το ανθρώπινο μάτι και κατ’ επέκταση από τον ανθρώπινο νου. Χαρίζοντας με αυτό τον τρόπο στη φαντασία, αλλά και στον μυστικό κόσμο των αφανέρωτων, έναν ζωτικό χώρο ύπαρξης. Ο Τάε-σουκ, έτοιμος και αποφασισμένος, προσεγγίζει τον πυρήνα της βουδιστικής Φώτισης και μεταμορφώνεται σε οντότητα φασματική, δραπετεύοντας οριστικά από τα όρια αυτού του κόσμου.

Αθέατος σαν φάντασμα που δηλώνει την παρουσία του, αλλά δεν φανερώνει ποτέ την όψη του, γίνεται ορατός μονάχα στα μάτια της αδελφής ψυχής. Οι δυο εραστές σμίγουν και χάνονται σχεδόν κατά κυριολεξία ο ένας μέσα στον άλλο, μηδενίζοντας κάθε νοητό ή πνευματικό βάρος (σπαρακτικά όμορφο το πλάνο με τα πόδια στη ζυγαριά), λες και έχουν εξαϋλωθεί από το άλγος της ύπαρξης. Φυσικά, ο καθένας από τους δύο δεν αποκλείεται να υφίσταται αποκλειστικά στο μυαλό του άλλου – μια ονειρώδης δίοδος διαφυγής από την περιρρέουσα σκληρότητα και τίποτα περισσότερο. Στο κάτω κάτω της γραφής, ποιος μπορεί να πει με σιγουριά; Το όνειρο ίσως και να είναι πιο αληθινό από οποιαδήποτε πραγματικότητα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑