Reviews Alphaville

15 Δεκεμβρίου 2019 |

0

Alphaville

Σκηνοθεσία: Ζαν-Λυκ Γκοντάρ

Παίζουν: Έντι Κονσταντάιν, Άννα Καρίνα

Διάρκεια: 93’

Στη διαστημική μητρόπολη Άλφαβιλ έχει επιβληθεί ο πιο βάναυσος εξαναγκασμός. Οι άνθρωποι πειθαρχούν αναντίρρητα στις επιταγές της στείρας και γραμμικής λογικής. Έχουν πλέον αποτινάξει τα δεσμά των αισθημάτων, αυτά τα ολέθρια βαρίδια που βάζουν εμπόδια στην καταναγκαστική ευημερία και τη βίαιη πρόοδο. Η ακατανόητη ομορφιά της ποίησης, ο χαμένος παράδεισος των λέξεων και η αυτοκαταστροφική λύτρωση του πάθους έχουν κηρυχθεί εκτός νόμου.

Ένας πανίσχυρος υπολογιστής (ο Άλφα-60), που είχε κατασκευαστεί για λογαριασμό μιας εταιρίας, έχει αναπτύξει δική του αυτόβουλη συνείδηση, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε υποχείριά του. Μοναδική ηλιαχτίδα ελπίδας σε αυτή την ανήλιαγη δικτατορία του ορθού λόγου, του μέσου όρου και της νεκρικής αυτοσυγκράτησης, ένας μυστικός πράκτορας που καταφθάνει από τις Έξω Χώρες. Στις χαρακιές του προσώπου του συσσωρεύεται το επώδυνο παρελθόν. Στη φωνή του, που βγαίνει από τα έγκατα της γης, διακρίνει κανείς το αμαρτωλό βίωμα του έρωτα.

Ο νουάρ ντετέκτιβ Λεμί Κοσιόν γεννήθηκε μέσα από τις σελίδες των μυθιστορημάτων του Άγγλου συγγραφέα Ρίτσαρντ Τσέινι (που ήταν αστυνομικός προτού στραφεί στη συγγραφή), ο οποίος έγραψε 10 βιβλία με ήρωα τον Κοσιόν μέσα σε μια δεκαετία (1936-1945), γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. O Κόσιον, όπως τόσοι και τόσοι ήρωες της hard-boiled αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας, βρήκε τη Γη της Επαγγελίας στη Γαλλία, όπου οι ταινίες που βασίζονταν στα βιβλία του Τσέινι γυρίζονταν η μία μετά την άλλη από τα μέσα των 50s ώς τις αρχές των 60s, με σταθερό πρωταγωνιστή τον Αμερικάνο Έντι Κονσταντάιν. Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο 1965, όπου ο αθεόφοβος Ζαν-Λυκ Γκοντάρ «δανείζεται» πακέτο τόσο τον ήρωα όσο και τον ηθοποιό που τον ενσάρκωνε και τους διακτινίζει σε ένα φουτουριστικό παρόν.

Αν ο όρος «φουτουριστικό παρόν» σας ηχεί παράξενος, αναλογιστείτε ότι το Alphaville είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που κατορθώνει συγχρόνως, με τρόπο σχεδόν μαγικό, να αποπνέει την αίσθηση μιας αστυνομικής b-movie των 50s. Ένα μελλοντολογικό νουάρ βιδωμένο στο σήμερα, δίχως τεχνητά ντεκόρ και με εξωτερικά γυρίσματα σε αυθεντικούς χώρους, χωρίς το παραμικρό οπτικό εφέ και με σκηνικά και props της παριζιάνικης καθημερινότητας του 1965.

Ο Γκοντάρ και ο διευθυντής φωτογραφίας Ραούλ Κουτάρ πλάθουν μια ατμόσφαιρα δυστοπικού γκροτέσκου, βασιζόμενοι αποκλειστικά στις αιχμηρές κιαροσκούρο αντιθέσεις, στις παραμορφωτικές κινήσεις της κάμερας, στις απόκοσμες γωνίες λήψης, στο ντεκουπάζ και το ρεπεράζ που μετατρέπουν καθημερινά αντικείμενα και συνηθισμένα παριζιάνικα κτίρια σε φορείς ενός ακαθόριστου και μουντού μέλλοντος.

Ο μεγάλος αντίπαλος του Κοσιόν (φον Μπράουν) φέρει το όνομα του πυραυλικού επιστήμονα Βέρνερ φον Μπράουν που εργάστηκε στο ναζιστικό εξοπλιστικό πρόγραμμα προτού μετακομίσει στις ΗΠΑ για να προσφέρει εκεί τις επιστημονικές του υπηρεσίες, ενώ οι δρόμοι της Άλφαβιλ έχουν ονοματοδοτηθεί από διάφορους πυρηνικούς επιστήμονες του Άξονα: το νόημα είναι φανερό, το μέλλον όχι απλώς είναι εδώ, είχε ήδη καταφθάσει στην πρόσφατη φρίκη.

Ο Γκοντάρ απαγορεύει στον Κονσταντάιν να φορέσει make up ακόμη και στις σκηνές που το αυλακωμένο του πρόσωπο λούζεται από εντονότατο φωτισμό και του αναθέτει την πιο ιερή αποστολή με την οποία είχε ως τότε επωμιστεί ο Λεμί Κοσιόν: να κηρύξει την αγάπη, να διδάξει εκ νέου στους σκλαβωμένους ανθρώπους τις λέξεις που εξαφανίζονται μέρα με τη μέρα (εκπληκτικό το εύρημα της Βίβλου-λεξικού που έχει ως γνώρισμα την καθημερινή διαγραφή μιας επικίνδυνης λέξης).

Στο Alphaville, η γλώσσα λειτουργεί ως όπλο υποδούλωσης και απελευθέρωσης, καθώς αρχικά διαπλάθει και διαμορφώνει τους ανθρώπους ως αντικείμενα, εντός ενός περιφραγμένου κυκλώματος, ενώ στην πορεία οι άνθρωποι μετατρέπονται σε υποκείμενα της γλώσσας, άρα και του κόσμου που τους περιβάλλει. Η γλώσσα, ενώ αρχικά έχει υποβαθμιστεί στον ρόλο της περιγραφής των σχέσεων και των δομών (γι’ αυτό και πετσοκόβεται καθετί «απαγορευμένο»), στο φινάλε θα ενδυθεί με τη δύναμη να επιφέρει κοσμοϊστορικές αλλαγές. Και η μόνη γλώσσα που μπορεί εξ ορισμού να φέρει αυτό το προνόμιο είναι η αυτή που δεν υπόκειται σε κανόνες λογικής, που σπάει κάθε σύμβαση του νοητού και κινείται εξ ορισμού στο υπερβατικό: η ποίηση.

Όταν η Άννα Καρίνα απαγγείλει τους στίχους του Πολ Ελυάρ από την Πρωτεύουσα της οδύνης, η αλλαγή είναι προ των πυλών, η οποία θα επικυρωθεί λίγο αργότερα, με το εκκωφαντικά απλό «Σ’ αγαπώ» του φινάλε. Αν στο σημαδεμένο πρόσωπο του Κονσταντάιν φανερώνονται οι θύμησες ενός παλιού κόσμου, στα υγρά μάτια και στην τρεμάμενη φωνή της Καρίνα ανατέλλει μια νέα εποχή ελπίδας.

Στο κάτω-κάτω, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στην Άλφα-βιλ, στο κατάλληλο μέρος για ένα μια λυτρωτική επανεκκίνηση. Ο Γκοντάρ, μετά τους επαναστατικούς νεοτερισμούς και λίγο πριν την (όχι τόσο επαναστατική) στράτευση, φτιάχνει την πιο ζεστή και τρυφερή του ταινία, αποδίδοντας χίλιους κι έναν φόρους τιμής (από τον Μουρνάου και τον Κοκτό ώς τον Λουί-Φερντινάν Σελίν και τον Μπόρχες), επιφυλάσσοντας στους ήρωές του ως επίλογο τις δυο πιο βαρυσήμαντες λέξεις που μπορούν να ειπωθούν μεταξύ ανθρώπων.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑