Reviews Alphaville (1965)

22 Σεπτεμβρίου 2022 |

0

Alphaville (1965)

Σκηνοθεσία: Ζαν-Λυκ Γκοντάρ

Παίζουν: Έντι Κονσταντάιν, Άννα Καρίνα

Διάρκεια: 93’

Στη διαστημική μητρόπολη Άλφαβιλ έχει επιβληθεί ο πιο βάναυσος εξαναγκασμός. Οι άνθρωποι πειθαρχούν χωρίς αντίρρηση στη στείρα και γραμμική λογική, έχοντας ξεφορτωθεί μια για πάντα τα αισθήματα, τα οποία θεωρούνται πλέον εμπόδια στην καταναγκαστική ευημερία και πρόοδο. Την ίδια στιγμή, το αίνιγμα της ποίησης έχει κηρυχθεί εκτός νόμου. Απαγόρευση μάλλον αναμενόμενη, μιας και η ποίηση εκφράζει το άρρητο, το υπαινικτικό, το αλλόκοσμο και δεν συμβαδίζει με τον δογματικό ορθολογισμό.

Ένας πανίσχυρος υπολογιστής (ο Άλφα-60), που έχει κατασκευάσει μια απρόσωπη και μακιαβελική εταιρεία, έχει αναπτύξει δική του αυτόβουλη συνείδηση, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε υποχείρια. Μοναδική φωνή αντίστασης στη δικτατορία του του μέσου όρου και της αυτοσυγκράτησης, ένας μυστικός πράκτορας που καταφθάνει από τις Έξω Χώρες. Στις χαρακιές του προσώπου του συσσωρεύεται το επώδυνο παρελθόν. Στη φωνή του, που βγαίνει από τα έγκατα της γης, διακρίνει κανείς ένα βίωμα απαγορευμένο από τη σύγχρονη κοινωνία: τον έρωτα.

Ο νουάρ ντετέκτιβ Λεμί Κοσιόν γεννήθηκε στα μυθιστορήματα του Άγγλου συγγραφέα Ρίτσαρντ Τσέινι (που ήταν αστυνομικός προτού στραφεί στη συγγραφή), ο οποίος έγραψε δέκα βιβλία με ήρωα τον Κοσιόν μέσα σε μια δεκαετία (1936-1945), γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. O Κόσιον, όπως τόσοι και τόσοι ήρωες της hard-boiled αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας, βρήκε τη Γη της Επαγγελίας στη Γαλλία, όπου οι ταινίες που βασίζονταν στα βιβλία του Τσέινι γυρίζονταν η μία μετά την άλλη από τα μέσα των 50s έως τις αρχές των 60s, με σταθερό πρωταγωνιστή τον Αμερικάνο Έντι Κονσταντάιν.

Κάπως έτσι, φτάνουμε στο 1965, όπου ο αθεόφοβος Ζαν-Λυκ Γκοντάρ «δανείζεται» πακέτο τόσο τον ήρωα όσο και τον ηθοποιό και τους διακτινίζει σε ένα φουτουριστικό παρόν. Αν ο όρος «φουτουριστικό παρόν» σας ηχεί παράξενος, αναλογιστείτε ότι το Alphaville είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που μοιάζει συγχρόνως με αστυνομική b-movie των 50s. Ένα μελλοντολογικό νουάρ βιδωμένο στο σήμερα, δίχως τεχνητά ντεκόρ, με εξωτερικά γυρίσματα σε αυθεντικούς χώρους, χωρίς οπτικά εφέ, με σκηνικά και props από την παριζιάνικη καθημερινότητα του 1965.

Ο Γκοντάρ και ο διευθυντής φωτογραφίας Ραούλ Κουτάρ πλάθουν μια ακαθόριστη δυστοπία, επιστρατεύοντας κιαροσκούρο αντιθέσεις, κινήσεις της κάμερας και γωνίες λήψης που παραμορφώνουν, μετατρέποντας -με τη βοήθεια ενός υποδειγματικού ρεπεράζ- καθημερινά αντικείμενα και συνηθισμένα παριζιάνικα κτίρια σε ενδείξεις και υπόνοιες ενός ακαθόριστου μέλλοντος. Ο μεγάλος αντίπαλος του Κοσιόν (φον Μπράουν) έχει πάρει το όνομά του από τον πυραυλικό επιστήμονα Βέρνερ φον Μπράουν που εργάστηκε στο ναζιστικό εξοπλιστικό πρόγραμμα προτού μετακομίσει στις ΗΠΑ για να προσφέρει εκεί τις επιστημονικές του υπηρεσίες, ενώ οι δρόμοι της Άλφαβιλ έχουν ονοματοδοτηθεί από διάφορους πυρηνικούς επιστήμονες του Άξονα: το νόημα είναι φανερό, το ζοφερό μέλλον όχι απλώς είναι εδώ, αλλά μας έχει ήδη επισκεφτεί.

Ο Γκοντάρ απαγορεύει στον Κονσταντάιν να φορέσει make up ακόμη και στις σκηνές που το αυλακωμένο του πρόσωπο λούζεται από έντονο φως και του αναθέτει την πιο βαρυσήμαντη αποστολή στη σταδιοδρομία του Λεμί Κοσιόν:  ο εκλεκτός που θα κηρύξει την αγάπη, διδάσκοντας από την αρχή στους σκλαβωμένους ανθρώπους τις λέξεις που εξαφανίζονται μέρα με τη μέρα (εκπληκτικό το εύρημα με τη Βίβλο-λεξικόγίνεται που διαγράφει μια επικίνδυνη λέξη κάθε μέρα).

Στο Alphaville, η γλώσσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέσο υποδούλωσης και ως όπλο απελευθέρωσης. Αρχικά διαπλάθει τους ανθρώπους ως αντικείμενα μέσα σε ένα περίκλειστο κύκλωμα, ενώ στην πορεία οι άνθρωποι μετατρέπονται σε υποκείμενα της γλώσσας, άρα και ενεργοί φορείς του κόσμου που τους περιβάλλει. Η γλώσσα, ενώ αρχικά περιγράφει τις σχέσεις και τις δομές (γι’ αυτό και πετσοκόβεται καθετί «απαγορευμένο»), στο φινάλε θα αποκτήσει τη δύναμη να επιφέρει κοσμοϊστορικές αλλαγές. Και η μόνη γλώσσα που μπορεί εξ ορισμού να φέρει αυτό το προνόμιο είναι η αυτή που δεν υπόκειται στους κανόνες της λογικής: η ποίηση.

Όταν η Άννα Καρίνα απαγγείλει τους στίχους του Πολ Ελυάρ από την Πρωτεύουσα της οδύνης, η αλλαγή είναι ήδη προ των πυλών. Αν στο σημαδεμένο πρόσωπο του Κονσταντάιν φανερώνονται οι αναμνήσεις από έναν παλιό και ξεχασμένο κόσμο, στα υγρά μάτια και στην τρεμάμενη φωνή της Καρίνα ανατέλλει μια εποχή ελπίδας. Στο κάτω κάτω, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι βρισκόμαστε στην Άλφα-βιλ, στην πόλη του Άλφα, εκεί απ’ όπου ξεκινούν τα πάντα. Ο Γκοντάρ υπογράφει την πιο ζεστή και τρυφερή του ταινία, αποδίδοντας χίλιους κι έναν φόρους τιμής (από τον Μουρνάου και τον Κοκτώ μέχρι τον Λουί-Φερντινάν Σελίν και τον Μπόρχες), χαρίζοντας στους ήρωές του τον πιο γλυκό επίλογο. Τις δυο πιο δύσκολες και βαριές λέξεις που λένε οι άνθρωποι μεταξύ τους. Σ’ αγαπώ.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑