Reviews Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ

29 Φεβρουαρίου 2020 |

0

Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ

Σκηνοθεσία: Φρανκ Ντάραμποντ

Παίζουν: Τιμ Ρόμπινς, Μόργκαν Φρίμαν, Μπομπ Γκάντον, Τζέιμς Γουίτμορ

Διάρκεια: 142’

Είναι σχεδόν υποχρεωτικό να ξεκινήσουμε με μια διασαφήνιση, που θα ρίξει λίγο φως σε μια διαιωνιζόμενη παρανόηση. Το Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ (1994) σε καμία μα καμία περίπτωση δεν συνιστά κάποιο ειδεχθές μεταφραστικό έγκλημα, παρά τα χίλια μύρια που του έχουν καταλογιστεί εδώ και δεκαετίες. Με την υπερασπιστική μας γραμμή να εδράζεται σε ένα βασικό επιχείρημα: η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα που συνέγραψε το 1982 ο Στίβεν Κινγκ, η οποία έφερε τον τίτλο Rita Hayworth and the Shawshank Redemption.

Ο πρωτότυπος αμερικάνικος τίτλος «έφαγε» τη Ρίτα Χέιγουορθ και έμεινε νέτα-σκέτα The Shawshank Redemption, θέτοντας δυσεπίλυτα προβλήματα στην ελληνική διανομή, η οποία κατέληξε σε έναν υβριδικό τίτλο που αντλεί στοιχεία τόσο από την πλοκή της ταινίας όσο και από τον τίτλο του βιβλίου. Ίσως μπορούσε να είχε γίνει καλύτερη δουλειά, κανείς δεν αντιλέγει, αλλά επ’ ουδενί ο ελληνικός τίτλος δεν είναι ουρανοκατέβατος ή παντελώς άστοχος. Αν πάρετε τον χρόνο για μια γρήγορη ανασκαφή στις ελληνικές αποδόσεις ξένων ταινιών θα συναντήσετε αμέτρητα μαργαριτάρια σε μια πραγματικά ατελείωτη λίστα, στην κορυφή της οποίας στρογγυλοκάθεται -κατά την ταπεινή μας γνώμη- το αμίμητο Οι ατσίδες με τα μπλε, ως απόδοση του The Blues Brothers (1980).

 

Το Shawshank Redemption, παρά τις 7 οσκαρικές του υποψηφιότητες (οι οποίες βέβαια αποδείχτηκαν ατελέσφορες, με τελικό απολογισμό 0/7) και τις θερμές κριτικές, πάτωσε εισπρακτικά, διαγράφοντας αποκαρδιωτική πορεία στο αμερικάνικο box office. Οι λόγοι πολλοί και αρκούντως κατανοητοί: ένα δράμα φυλακής με ανεμική δράση με την παραδοσιακή έννοια του όρου, κινούμενο σε παντελώς διαφορετικούς τόνους τόσο από το genre στο οποίο ήταν ενταγμένο όσο και από τον ορίζοντα προσδοκιών των θεατών, ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο αποτελούμενο από γνωστούς μεν ηθοποιούς που δεν είχαν όμως αστερόσκονη stardom εκείνη την εποχή, η μακρά του διάρκεια, η έλλειψη γυναικείων ρόλων, και -όπως ίσως υποψιαστήκατε- ένας ακατανόητος και ελάχιστα δελεαστικός τίτλος. Ένα χρόνο αργότερα, η ταινία είχε γίνει viral (για χρησιμοποιήσουμε λίγο αναχρονιστικά τον όρο) στους κύκλους της VHS κοινότητας, ενώ η αγορά των δικαιωμάτων της από το τηλεοπτικό δίκτυο TNT, το 1997, εκτόξευσε τη δημοφιλία της.

Ο Φρανκ Ντάραμποντ, που μάλλον γοητευόταν από τις prison stories αν αναλογιστεί κανείς ότι σκηνοθέτησε και το The Green Mile πέντε χρόνια αργότερα, κατορθώνει να δημιουργήσει μια αίσθηση χρονικής αλληλουχίας και συναισθηματικής συνέχειας σε ένα κατεξοχήν άχρονο περιβάλλον. Το Shawshank Redemption βουτά στον πυρήνα μιας φυλακής υψίστης ασφαλείας, και ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές του, εκμεταλλεύεται όλο τον χρόνο που έχει στη διάθεσή του (“when those bars slam home, that’s when you know it’s for real. Old life blown away in the blink of an eye. Nothing left but all the time in the world to think about it.”).

Αυτή τη φορά, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειονότητα των ταινιών φυλακής, η πλοκή δεν υποτάσσεται στον ψυχαναγκασμό μιας κυοφορούμενης έκρηξης. Η σκηνοθεσία του Ντάραμποντ, η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς και η μουσική του Τόμας Νιούμαν απλώνονται στον χώρο και στον χρόνο, διεισδύουν στους χαρακτήρες, καταλαμβάνουν κάθε διαθέσιμη σπιθαμή, προχωρούν βήμα-βήμα χωρίς να προετοιμάζουν/προετοιμάζονται για οποιοδήποτε άλμα. Η κάθε κουβέντα μετράει, το κάθε γκρο πλαν έχει νόημα, η παραμικρή αλλαγή στον φωτισμό ή στο υπόγειο μουσικό υπόβαθρο παίζει ρόλο, και η ταινία μοιάζει να ακολουθεί διακριτικά και απαλά μια αλήθεια που φανερώνεται σταδιακά, λεπτεπίλεπτα και μεθοδικά.

Η σπουδαιότερη πάντως πρωτοτυπία του Shawshank Redemption έγκειται σε μία μεγαλοφυή αντιστροφή της συνήθους φοράς: επί της ουσίας ποτέ δεν υιοθετούμε το βλέμμα του πρωταγωνιστή στα δρώμενα, τις συγκρούσεις και τις εξελίξεις. Ενώ από την πρώτη στιγμή η ταινία μας συστήνει τον Άντι Ντουφρέιν ως κύριο φορέα της δραματουργίας, εντούτοις αυτό που στην πραγματικότητα κινεί τα νήματα είναι η επίδραση του χαρακτήρα σε όσους τον περιβάλλουν, ο τρόπος με τον οποίο εμπνέει τον θαυμασμό, την απορία, το δέος, το μίσος και την αγάπη.

Ο Τιμ Ρόμπινς, σε μια από τις σπουδαιότερες ερμηνείες της καριέρας του ενσαρκώνει έναν λακωνικό συγκρατημένο και εσωστρεφή ήρωα που γίνεται λαλίστατος μέσα από υπόνοιες και νύξεις. Έναν φυλακισμένο που ενώ προαυλίζεται σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα περπατά σαν να μην έχει καμία σκοτούρα στον κόσμο (αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το περπάτημα του Ρόμπινς στο Mystic River, στην ερμηνεία που του απέφερε και το Όσκαρ, είναι το ακριβώς αντίθετο: ένας άνθρωπος σκυθρωπός, που ανά πάσα στιγμή περπατά σαν να έχει ένα μικρό βουνό στην πλάτη). Το μυαλό του ταξιδεύει σε άλλες συχνότητες, παράλληλες και αθέατες, σε σημείο που ο εγκλεισμός μετατρέπεται σε ένα απλό περίβλημα που δεν σκιάζει το μυαλό και την καρδιά.

Καθόλη την πορεία, ενώ προσπαθούμε να ταυτιστούμε με τον βασικό ήρωα, καταλήγουμε να γοητευόμαστε από μια γλυκιά περιέργεια για οτιδήποτε τον αφορά. Ορισμένες φορές όμως (αν όχι και αρκετά συχνά) είναι εξαιρετικά πιο συναρπαστικό να μαντεύεις, να πιθανολογείς και να φαντάζεσαι από το να γνωρίζεις με πάσα βεβαιότητα. Ο Άντι βασιλεύει στη σιωπή και στην περισυλλογή, ενώ τα κίνητρα του τυλίγονται σε ένα πέπλο ασάφειας, γεγονός καθιστά τις πράξεις του ακόμη πιο μεγαλοπρεπείς. Καθώς δεν γνωρίζουμε ποτέ τι ακριβώς σκέφτεται, στιγμές όπως το θριαμβευτικό μειδίαμα στη σκηνή της ταράτσας ή η απόκοσμη βουβαμάρα κι έκπληξη των συγκρατούμενων όταν ο Μότσαρτ πλημμυρίζει το μουντό τοπίο της φυλακής από τα μεγάφωνα, αποπνέουν μια αίσθηση απροσδιόριστου και ενισχυμένου μεγαλείου.

Καθώς ο Άντι μετατρέπεται σταδιακά σε σύμβολο υπομονής και εγκαρτέρησης, σαν μια υπενθύμιση πως η προσκόλληση στις καλύτερες πτυχές του εαυτού μας και η συντροφικότητα κρύβουν μέσα τους μια αναπάντεχη ανταμοιβή, ξεπροβάλλει καθάρια και ξάστερα ο αληθινός φορέας της ενσυναίσθησης. Ο Ρεντ του Μόργκαν Φρίμαν, με τη μειλίχια φωνή και τα λιτά αποφθέγματα σοφίας, γίνεται ο φορέας και ο κοινωνός της αλλαγής που προκαλεί με σχεδόν μεσσιανικό τρόπο ο Άντι.

Ξάφνου, κι ενώ έχουμε ήδη αφεθεί ολόψυχα στην ιστορία του Άντι, η πορεία του Ρεντ, όπως αποτυπώνεται στις τρεις ακροάσεις από την επιτροπή αποφυλάκισης, είναι αυτή που μετατρεπεί την ταινία σε μια τρυφερή αλληγορία για τη ζωή, την αλλαγή, τη φιλία, τη λύτρωση και την ελευθερία. Σε ένα χρονικό διάστημα 20 ετών, ο Ρεντ ξεκινά από τη μηχανιστική παπαγαλία περί μετάνοιας και αναμόρφωσης, περνά στο στάδιο της ειλικρινούς πεποίθησης πως έχει εκπληρώσει το χρέος του απέναντι στην κοινωνία, για να καταλήξει στην ατράνταχτη ωριμότητα ενός ανθρώπου που έχει συμφιλιωθεί οριστικά με τον εαυτό του, κατεδαφίζοντας κάθε τυπολατρική αντίληψη περί τιμωρίας και σωφρονισμού.

Εντούτοις, αυτή είναι μόνο η αρχή. Ο Ρεντ δεν βλέπει πια τα σίδερα του κελιού κάθε φορά που πέφτει για ύπνο, έρχεται όμως αντιμέτωπος με τη φυλακή της έλλειψης σκοπού και ταυτότητας κάθε πρωί που ανοίγει τα μάτια του. Η ελευθερία είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα εσωτερικής τάξης, παρά εξωτερικών παραγόντων. Με τη φιλία να αποδεικνύεται η μόνη σωτηρία για μία ακόμη φορά. Κινηματογραφημένη από ψηλά, θαρρείς μέσα από την καρδιά του ουρανού. Εποπτικά, χαμογελαστά, βουρκωμένα, αλλά ποτέ αδιάκριτα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑