Reviews Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

16 Αυγούστου 2020 |

0

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου

Στις ήσυχες μέρες του Αυγούστου, κάθε πρωί, ακούω να με καλεί φωνή ζεστή του ραδιοφώνου

Ένας συνταξιούχος ναυτικός (Θανάσης Βέγγος), που νιώθει εγκλωβισμένος στον κόσμο των στεριανών, κάθεται αντικριστά στον ηλεκτρικό με μια γυναίκα (Χρυσούλα Διαβάτη) έτοιμη να καταρρεύσει από τον καημό και το πένθος. Το βλέμμα του προχωρά εκεί που τα μάτια των υπόλοιπων είτε ξεμακραίνουν είτε συναντούν εμπόδια. Συναισθάνεται το βάσανό της, την παίρνει υπό την προστασία του διακριτικά και από απόσταση, θα είναι ο φύλακας-άγγελός της αυτό το ζεματιστό αυγουστιάτικο βράδυ. Οι δυο τους θα ανταλλάξουν μοναξιές και στεναχώριες κάτω από τον έναστρο ουρανό και τη σιγαλιά της νύχτας, και θα ξαναβρεθούν λίγες μέρες αργότερα για ένα στερνό αντίο. Και θα αναλογιστούν πως σε μια άλλη ζωή, ολόιδια με την τωρινή κι όμως ολότελα διαφορετική, ίσως να να είχαν προφτάσει να αντικρίσουν παρέα το τροπικό φεγγαρόφως στη Θάλασσα των Κοραλιών.

συμπλήρωμα του χρόνου κι αυτή κυλάει μέσα μου σαν μια ρωγμή του ονείρου.

Ένας τραπεζικός υπάλληλος (Αλέκος Ουδινότης), φυλακισμένος σε ένα χώρο εργασίας που μοιάζει με μοναχικό μπουντρούμι, δίνει τηλεφωνικό ραντεβού κάθε μεσημέρι με μια γυναίκα (Ειρήνη Ιγγλέση) που δεν έχει συναντήσει ποτέ του. Η ανωνυμία του ακουστικού τους γεμίζει θάρρος και παρρησία, ώστε να ξεκουμπώσουν τις αναστολές και να ξαμολήσουν τους πόθους. Ένα τυχαίο μπλέξιμο των γραμμών, ένα σκούντημα της μοίρας, έσμιξε δυο ανθρώπους αποκαμωμένους από το ασήκωτο φορτίο του τίποτα. Όταν εκείνος αποφασίσει να ανακαλύψει το πρόσωπο πίσω από τη φωνή, ξετυλίγει άθελά του το κουβάρι της απόστασης που γεννά η εγγύτητα. Στην αντανάκλαση ενός καθρέφτη, δυο βλέμματα γεμάτα λαχτάρα θα αποτραβηχτούν. Στο πλατύσκαλο μιας εισόδου, τα χείλη θα δαγκωθούν: είναι η αξιοπρέπεια που δαγκώνει την επιθυμία. Πλέον, το μυστικό τους έχει φανερωθεί σε εκείνους που δεν έπρεπε να το μάθουν ποτέ. Οι δυο τους, βλέπετε, ήταν οι μόνοι που ήξεραν, αλλά και οι μόνοι που δεν έπρεπε να γνωρίζουν. Κι η συνενοχή ξάφνου ντύθηκε ντροπή.

Κάθε τραγούδι, που ηχεί μες στο δωμάτιο, έχει δικούς μου στίχους…

Μια ηλικιωμένη και καλοστεκούμενη γυναίκα (Αλέκα Παΐζη), με χαμόγελο που σε μελώνει και φωνή που σε νανουρίζει, θρηνεί –ακόμη και μετά από τόσα χρόνια– για τον μεγάλο άδοξο έρωτα των νιάτων της. Από το απέναντι παράθυρο, σχεδόν σαν φάντασμα του καλοκαιριού, ξεπροβάλλει αραιά και πού η μυστηριώδης μορφή μιας νεαρής γυναίκας (Θέμις Μπαζάκα), νιόφερτης στη γειτονιά, που φυσά μοναχικά τον καπνό της. Οι δυο γυναίκες αναπτύσσουν έναν υπόκωφο δεσμό, καθώς βλέπουν η μία στην άλλη το καθρέφτισμα του εαυτού τους: σαν να τις συνδέει ένα αδιόρατο νήμα μελαγχολίας που ενώνει δυο μακρινές κουκκίδες στο τετράδιο του χρόνου. Μια φιλία καταδικασμένη στο εφήμερο, αληθινή όμως μέχρι το μεδούλι παρά τα όποια ψέματά της. Εξάλλου, καμία ζωή δεν φτιάχτηκε μονάχα από αλήθειες.

που γράφονται στους τοίχους εκείνη τη στιγμή,
καθώς ακούω τη μουσική χωρίς φωνή και μου ‘γινε συνήθεια.

Οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου είναι (ή τέλος πάντων ήταν κάποτε, σε μια αλλοτινή, όχι μακρινή, εποχή) ημέρες άφεσης και τόλμης. Οι κανόνες ευπρέπειας και χρηστής συμπεριφοράς καταργούνται αυτοδικαίως, οι δρόμοι ανοίγουν την αγκαλιά τους για τους πεζούς, οι αποστάσεις μεταξύ των τόπων μεγαλώνουν, αλλά εκείνες μεταξύ των ανθρώπων εκμηδενίζονται, τα χέρια και τα μάτια γνέφουν σχεδόν αντανακλαστικά. Στην τρομακτική σιγή του μεσημεριού, αρκεί ένα αεράκι που παραμερίζει την κουρτίνα για να γίνεις λαθρακουστής και ηδονοβλεψίας στο εσωτερικό μιας ξένης ζωής. Στις ήσυχες μέρες του Αυγούστου, όμως, το μαγικό είναι ότι οι ζωές των άλλων γίνονται κατάδικές σου. Οικείες και γνώριμες, ψηλαφητές σε απόσταση βολής.

Μες στις ζεστές νύχτες του Αυγούστου, το φως στο δρόμο οπλίζεται και η ψυχή μου αδειάζει το σώμα μου ερεθίζεται, το σπίτι ξεθωριάζει.

Στα νυχτερινά μπαλκόνια και στη βουβή ρέμβη, στα λιγοστά ρούχα και στα ιδρωμένα σώματα. Στον αντίλαλο της ανοιχτής και παραμελημένης τηλεόρασης, στα τραγούδια του ραδιοφώνου που καληνυχτίζουν τη γειτονιά. Σε εκείνη τη σιωπή που σε αναγκάζει να γνωριστείς λίγο καλύτερα με τον εαυτό σου, λίγο περισσότερο απ’ όσο είχες συνηθίσει και βολευτεί.. Σε όλα αυτά, ζουν και αναπνέουν αυτές οι ημέρες εγκατάλειψης και περισυλλογής, όπου ο κάθε άγνωστος μπορεί να γίνει η αδερφή ψυχή που δεν έψαχνες ποτέ.

Και οι τρεις ιστορίες του Παντελή Βούλγαρη, καμωμένες από εκείνη τη μετέωρη εκκρεμότητα, την τόσο ταιριαστή με το καλοκαίρι, είναι οι ιστορίες που δεν έχει ζήσει κανένας μας, αλλά όλοι θα θέλαμε να έχουμε ζήσει. Παρά τη μελαγχολία τους, παρά το λειψό τους αντίο. Γιατί αυτές οι ιστορίες του Αυγούστου είναι μια λαϊκή κοινοκτημοσύνη, μια κληρονομιά στην όποια όλοι μας αξίζουμε μερίδιο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑