Reviews Έρωτας στη Χουρμαδιά

24 Ιουλίου 2020 |

0

Έρωτας στη Χουρμαδιά

Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσιώλης

Παίζουν: Αργύρης Μπακιρτζής, Λάζαρος Ανδρέου, Δώρα Μασκλαβάνου, Βίνα Ασίκη, Χρήστος Βακαλόπουλος

Διάρκεια: 85′

Έτος: 1990

Μία μπάντα συνοδεύει πένθιμα την πορεία μίας νέας γυναίκας προς τόπο αναπαύσεως. Στο θλιβερό επίκεντρο της προσοχής ο σύζυγός της Παναγιώτης και στο πλευρό του στέκεται ο φίλος του Γιάννης. Το ύφος έχει δομηθεί, ο Σταύρος Τσιώλης χρειάζεται λιγότερα από πέντε λεπτά και ούτε μία συλλαβή για να ορίσει το έργο. Θα ακολουθήσει μία ογδοντάλεπτη ιστορία διαφυγής από το βαρύ πένθος, που εκκινεί από μία συγκλονιστική υποψία: ο Παναγιώτης ανακαλύπτει μία φωτογραφία που απεικονίζει τη σύζυγό του στην αγκαλιά του Γιάννη κάτω από μία καμαρωτή χουρμαδιά!

Με προτροπή ενός εγκληματολόγου φίλου του Παναγιώτη, στον οποίο έχει ανατεθεί η εξακρίβωση της γνησιότητας της επίμαχης φωτογραφίας, οι δύο άνδρες κινούν για την Πελοπόννησο για να βρουν τη χουρμαδιά κάτω από τη σκιά της οποίας ίσως να κρύφτηκε ο παράνομος έρωτας. Οι δύο εραστές (;) άλλωστε υπήρξαν και μουσικοί συνοδοιπόροι, αφού ο «μαέστρος» Γιάννης συνεργάστηκε επιτυχημένα με τη θανούσα, που υπήρξε λαμπρή πιανίστρια.

 «Κρύφτηκες δειλέ και παραβάτη, φίδι που σε ζέσταινα στον κόρφο μου»

O Έρωτας στη Χουρμαδιά είναι η ταινία με την οποία εγκαινιάζεται το ύφος που έφερε τον Σταύρο Τσιώλη κατά το ύστερο στάδιο της καριέρας του στη θέση της κορυφαίας δημοφιλίας που ευτυχώς πρόλαβε να γνωρίσει. Διάλογοι γνήσιας λαϊκής ποιητικότητας, σαν να έχουν κάτι από το παράλογο του Μπέκετ, παρεκβάσεις στη σκέψη των ηρώων αναφορικά με τη ζωή του μέλλοντος και ένα αντιθετικό δίπολο στο οποίο οι θέσεις ισχύος και αδυναμίας έχουν αλλοιωθεί: Ο Παναγιώτης έχει το παράστημα, την επιτυχία στις γυναίκες, την ευφράδεια, ενώ ο μαέστρος, δειλός, ντροπαλός και καχεκτικός, ακολουθεί τις επιταγές και τις αποφάσεις του φίλου του. Ωστόσο η ενδεχόμενη απιστία κάτω από τη χουρμαδιά λειτουργεί σαν επίμονο χαλίκι στο παπούτσι του Παναγιώτη, αναγκάζοντας τον να κομπορρημονεί δια των κατακτήσεων του και να επιδεικνύει το σθένος του στον μαέστρο.

Όλα αυτά βέβαια απλώς καθοδηγούν την προσχηματική πλοκή και κάποια στιγμή απελευθερώνονται και από τούτη την υποχρέωση. Το ταξίδι των δύο ανδρών αποδεσμεύεται από το καθήκον εύρεσης του εξωτικού δένδρου στην πελοποννησιακή ακτογραμμή, η χουρμαδιά αρχίζει να υπάρχει (άρα και να ξυπνά εγωισμούς) και να μην υπάρχει (επομένως να επικρατεί η φιλία και η συντροφικότητα) ανάλογα με την πόλη και τις περιρρέουσες συνθήκες. Ο δρόμος αναγκάζει τους διαβάτες να μεταβάλλουν την αποστολή τους: πλέον διανύουν την οδό της αυτογνωσίας, των σύντομων θεραπευτικών επαφών, των μελαγχολικών σιωπών και ατενίσεων και της συμφιλίωσης με την ιδέα της απώλειας. Τούτη η «ταξιδιωτική κωμωδία» γειτνιάζει με τον θάνατο, τελεί σε παραπληρωματική σχέση με το πένθος που υπαγορεύει τη μελαγχολία της ταινίας. Μόνη ίαση ο δρόμος προς την ύπαιθρο.

Φυσικά, οι σταθμοί της διαδρομής ορίζονται από τις γυναίκες της ζωής του Παναγιώτη, που με κάποιον φαντασιώδη τρόπο αναμένουν την έλευσή του στωικά. Γυναίκες του παρελθόντος και του μέλλοντος, η Φιλίτσα που θα έχει λίγο παχύνει και θα είναι ακόμη πιο όμορφη, η Άννα, η Καιτούλα που συνοδεύει τον ντετέκτιβ ο οποίος κατεβαίνει μέχρι την Πελοπόννησο για να αναγγείλει τα νέα περί της εγκυρότητας της φωτογραφίας, άπασες ομορφαίνουν με τη συντροφιά τους το ταξίδι και απαλύνουν το υπόρρητο πένθος. Η Ναυσικά, που την «έστειλε ο Θεός» για να δοκιμάσει τον Παναγιώτη  και τον εξαναγκάζει σε μία νηστεία που τελικά δεν διαρκεί περισσότερο από έναν καφέ, προκειμένου να αγιάσει από τις αμαρτίες του.

Όπως και οι γυναίκες που είναι ακροβολισμένες στην πανέμορφη πελοποννησιακή γη, έτσι και οι υπόλοιποι περαστικοί και μόνιμοι της υπαίθρου που συναντούν οι δυο τους, επικαθορίζουν την πορεία τους. Αποκορύφωμα, η απόλυτη σκηνή ανθολογίας της συνάντησης με τον έμπορο (στο ρόλο ο ίδιος ο Τσιώλης) και τον βοηθό του, Λάκη (εδώ όντως λέγεται «Λάκης», δεν είναι εικαζόμενο όνομα), ένα βροχερό βράδυ, με μία τρίλεπτη άψογα «χορογραφημένη» επίδειξη της νέας σόμπας και την καθιέρωση του τριπτύχου «Γύθειο – Σπάρτη – Καλαμάτα» που θα συνθλιβεί αργότερα. Γέννησε δε και ένα γιγαντιαίο reprise με το δια στόματος Αργύρη Μπακιρτζή «Bye Bye Happiness» στο Αντίρριο. Μία υπενθύμιση ότι τελειώνει ο χρόνος για ανθρώπους σαν και αυτούς, για λαμόγια μετρίου βεληνεκούς και παπατζήδες τυχοδιώκτες του εμπορικού δαιμονίου που κάπως κατορθώνουν να τη σκαπουλάρουν.

Χουρμαδιές μπορεί να υπάρχουν στην πελοποννησιακή γη, μπορεί και να μην υπάρχουν, αλλά σίγουρα δεν θα βρεθούν ανάμεσα στα αθηναϊκά τσιμέντα που ορίζουν το αστικό τοπίο. Και αν ακόμη δεν υπάρχουν ούτε στη Μεσσηνία ή την Αρκαδία παρά μόνο σε πιο εξωτικά μέρη, και αν ακόμα ο χρησμός του «κομπιούτερ» είναι απόλυτη και αναντίρρητη αλήθεια και αυτή η «χημική διάταξη μορίων, ο αέρας και το φως» της φωτογραφίας διαλύει εμφατικά κάθε ένσταση, δίχως την υπόνοιά μίας χουρμαδιάς αυτό το ταξίδι δεν θα είχε γίνει ποτέ. Τούτη η σπουδαία αυτοψία του ελληνικού κινηματογράφου στη νότια περιφέρεια της χώρας θα είχε ματαιωθεί.

Όπως πάντα, η εκτός κάδρου ζωή των ηρώων στην Αθήνα περιμένει, αλλά ο Σταύρος Τσιώλης δεν τους προσβάλλει με την πραγματικότητα. Χαρίζει σε αυτούς αλλά στην πραγματικότητα στον θεατή, μία παράταση της παρέκβασης, μία ακόμα περιπλάνηση που κουβαλά μαζί της ό,τι κανείς καυχιέται πως άφησε πίσω του, επιμηκύνει όμως την ψευδαίσθηση. Και η Αθήνα, όπως κάθε μεγαλούπολη, δεν είναι τόπος ψευδαισθήσεων, αλλά συναπτών ματαιώσεων και αγχώδους αγώνα. Γι’ αυτό λοιπόν και ο Τσιώλης φορτώνει την κάμερα, το συνεργείο, κατεβάζει τον Αργύρη Μπακιρτζή από τον βορρά και μαζί με τον μακαρίτη Λάζαρο Ανδρέου κινούν όλη για τη γη του Μοριά και τους σαγηνευτικούς κόλπους της.

Ο λατρεμένος Έλληνας δημιουργός αφηγείται με στοργή, με υπομονή, με θλιμμένη ποιητικότητα. Οχι απλώς δεν κοιτά αφ’ υψηλού την επαρχία, αλλά εξομολογείται τον σεβασμό του προς τη μυσταγωγική ηρεμία της. Στο ηχόχρωμα των τόπων ακούει λόγια αγνά που παρηγορούν τους διαβάτες, τους λυτρώνουν πρόσκαιρα από τα φορτία τους. Η ελληνική επαρχία του Τσιώλη είναι ένας τόπος γνήσια φιλόξενος, διότι έλκει τους περαστικούς δίχως να προβάλλει ερωτήσεις, στέκει αγέρωχα παρθένος περιμένοντας να του ακουμπήσουν το δράμα τους, στεγάζει τον αναγκαίο κλαυσίγελό τους.

Τελικά, ο Σταύρος Τσιώλης ενδιαφέρθηκε αληθινά για αυτούς τους τόπους, από τους οποίους άλλωστε καταγόταν και ο ίδιος. Θέλησε οι ταινίες του να ανασαίνουν την επαρχία, εμπιστεύθηκε ερασιτέχνες αφειδώς επειδή δεν αναζήτησε ποτέ το φτιαχτό, το φολκλορικό: ήξερε ότι σε ένα κέντρο διασκέδασης στα βάθη της Πελοποννήσου θα έπαιζε τον «Φιλοξενούμενο» του Αντύπα και έφερε την κάμερα του εκεί, δεν έστησε τίποτα εκ του μηδενός για να το φέρει στο πανί. Ούτε και το διακωμώδησε επί τούτου ∙ η φυσικότητα της κινηματογράφησής του εκπορεύεται θαρρείς από τα βάθη της καρδιάς του.

Κάτι ανάλογο είδε σε αυτόν ο Βακαλόπουλος (απίθανα κουλ εδώ ως εγκληματολόγος/ερευνητής) και κατέγραψε στο θεσπέσιο κείμενο του «Η ελληνική δέσμη», το οποίο βέβαια προηγείται της «Χουρμαδιάς» και αξίζει κανείς να το αναζητήσει. Μία άρνηση της ελληνικής επαρχίας να αποτελέσει παρελθόν, όχι από πείσμα και στραβοκεφαλιά, αλλά επειδή η ζωή στις πόλεις είναι τόσο πλήρης αφόρητων αδιεξόδων που χρειάζεται απαραιτήτως τη διαφυγή σε τόπους σαν την τσιωλική Πελοπόννησο. Έστω δια του κινηματογράφου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑