Series Stranger Things (2016-2025)

30 Δεκεμβρίου 2025 |

Stranger Things (2016-2025)

Το καλοκαίρι του 2016 κυκλοφόρησε στο Netflix μια σειρά που τοποθετείται το 1983 σε μια μικρή πόλη της Ιντιάνα και αφορούσε την απαγωγή ενός παιδιού από μεταφυσικές δυνάμεις, με τη Γουινόνα Ράιντερ στον ρόλο της μητέρας του. Συχνά λέγεται ότι τίποτα δεν προμήνυε αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει, αλλά στην περίπτωση του Stranger Things είναι μάλλον αλήθεια: ούτε το μέγεθος της παραγωγής, ούτε το εύρος της προώθησης και σίγουρα ούτε τα ονόματα του καστ μπορούσαν να μας προετοιμάσουν για τις διαστάσεις που πήρε η σειρά. Κάτι που αρχικά προετοιμαζόταν για σειρά ανθολογίας και είχε απορριφθεί από πολλά τηλεοπτικά δίκτυα και πλατφόρμες κατέληξε να αποτελέσει αληθινό μέρος της ποπ κουλτούρας, ίσως το πλέον χαρακτηριστικό που βρίσκουμε στον κατάλογο με τις πρωτότυπες δημιουργίες του Netflix.

Βέβαια, το τηλεοπτικό περιβάλλον στο οποίο έκανε πρεμιέρα το Stranger Things έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές στη δεκαετία που μεσολάβησε μέχρι τον τελευταίο κύκλο. Αρχικά, το ίδιο το Netflix δεν είχε λάβει ακόμη τις κολοσσιαίες διαστάσεις με τις οποίες το γνωρίζουμε σήμερα. Οι πιο δημοφιλείς κυκλοφορίες του ήταν το Orange is the New Black και το House of Cards, δύο σειρές που παρά την αναμφίβολη επιτυχία τους μοιάζουν να ανήκουν ήδη στην απώτερη τηλεοπτική ιστορία. Το φορμάτ της κυκλοφορίας όλων των επεισοδίων του κάθε κύκλου σε μια μέρα, ίδιον της συγκεκριμένης πλατφόρμας, δεν είχε ακόμα κυριαρχήσει, η προσήλωση σε ένα τρέχον τηλεοπτικό προϊόν προϋπέθετε ως επί το πλείστον την τουλάχιστον εβδομαδιαία αναμονή.

Αυτό σημαίνει ότι και ο διάλογος γύρω από τις σειρές που σημάδεψαν τις αρχές της δεκαετίας του 2010 συνέβαινε ακόμα με αυτούς τους όρους, με αποκορύφωμα τη μαζική μας παράκρουση με το Game of Thrones, ειδικά αφότου η σειρά προσπέρασε τα αντίστοιχα βιβλία του Τζ. Ρ. Ρ. Μάρτιν. Επτά μέρες αρκούσαν για να διατυπωθούν θεωρίες, παράπονα, να γίνουν κόσκινο οι τυχόν εσωτερικές ανακρίβειες, να αναζωπυρωθούν φανατισμοί και τα συναφή. Φυσικά, αυτό το φαινόμενο δεν έχει εκλείψει, ο τρόπος που παρακολουθούμε σειρές εξακολουθεί να ενέχει και αυτή την οπτική. Η καλπάζουσα απήχηση του Netflix, όμως, που στο ενδιάμεσο κατέστη στην Ελλάδα μέρος ενός ιδιόμορφου καθημερινού ζάπινγκ, έχει προσθέσει έναν εναλλακτικό τρόπο θέασης στις δυνατότητες μας, ο οποίος αποδείχθηκε ιδιαιτέρως δημοφιλής.

Με λίγα λόγια, εκείνη την εποχή, χωρίς να γίνει κάποιο λυσσαλέο promo, το Stranger Things το είδε πάρα πολύς κόσμος και το είδε απευθείας ολόκληρο. Η συζήτηση γύρω από αυτό δεν αφορούσε την εξέλιξη του μυστηρίου, αλλά μια συνολική αφηγηματική πρόταση που αγαπήθηκε αυθεντικά από το κοινό και έτυχε θερμής υποδοχής από την κριτική, χωρίς την προσμονή για κάτι επιπλέον, παρότι, όπως πάντα, η πρώτη σεζόν ήταν γεμάτη από νήματα άξια περαιτέρω διερεύνησης. Άλλη μια ιδιομορφία στην αφήγηση των παραγωγών του Netflix: ο πρώτος κύκλος πρέπει να μπορεί να σταθεί αυτοτελώς αλλά ταυτόχρονα να είναι δεκτικός συνεχειών.

Η σειρά που δημιούργησαν οι αδερφοί Ντάφερ κατέφτασε στις οθόνες του πλανήτη ακριβώς πριν η νοσταλγία κυριαρχήσει, σχεδόν σε αποκρουστικό βαθμό, στην αμερικανική ποπ κουλτούρα. Η επιτυχία της, μάλλον, συνετέλεσε στον κατακλυσμό από reboots / sequels / requels / remakes και την ανάδειξη της νοσταλγίας σε πρωτοφανές κεντρικό πρόταγμα του αμερικανικού κινηματογραφικού και τηλεοπτικού mainstream γαλαξία. Προφανώς, η ροπή προς την εκμετάλλευση ενός εμπορικού παρελθόντος δε γεννήθηκε πριν δέκα χρόνια, αλλά το Stranger Things έδειξε στα στούντιο ότι η ίδια η νοσταλγία μπορεί να είναι καθαυτή κερδοφόρο τηλεοπτικό προϊόν, όχι απλώς λειτουργικό σκηνικό, και προστέθηκε έτσι στη λίστα των προϊόντων που ενώ είναι αξιαγάπητα, συνηγόρησαν στη δημιουργία μιας φοβερά εκνευριστικής τάσης.

Το παράδοξο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η νοσταλγία δε συνιστά απλώς ένα αφηγηματικό χαρακτηριστικό, αλλά πλημμυρίζει σχεδόν κάθε πτυχή της σειράς, από την εξέλιξη της πλοκής μέχρι τα αμέτρητα πλάνα που αποτελούν φόρους τιμής στα τοτέμ των 80ς. Στη θεωρία, μια κατασκευή σαν το Stranger Things δε θα έπρεπε να δουλεύει αφηγηματικά, θα ανέμενε κανείς να πνιγεί από το πλήθος των αναφορών του. Μόνο στον πρώτο κύκλο, που αποτελεί την ταυτότητα της σειράς από την οποία ουδέποτε παρεξέκλινε ιδιαίτερα, παρέλασαν μνημειώδεις αναφορές. Το E.T. δανείζει σχεδόν τα πάντα, από τα κοστούμια μέχρι ορισμένα πλάνα που βγήκαν απευθείας από το φιλμ του Στίβεν Σπίλμπεργκ, και τα Goonies σερβίρουν σχεδόν έτοιμη τη δυναμική των ανήλικων χαρακτήρων. Υπάρχουν και οι λιγότερο προφανείς, όπως το Close Encounters of the Third Kind ή το Carrie, μέρος της ευρύτερης επιρροής του Στίβεν Κινγκ, και φυσικά το Stand by Me που δίνει τον τόνο στις περιπέτειες των πιτσιρικάδων στο δάσος. Σε όλες τις σεζόν το μοτίβο παραμένει ίδιο: Fast Times at Ridgemont High, Gremlins, The Thing, Twin Peaks, η νοσηρή εικονογραφία του Alien και το Nightmare on Elm Street, που είναι κεντρικός συσχετισμός της τέταρτης σεζόν, είναι μόνο ελάχιστες από τις αναφορές που συρρέουν ευκρινώς στα επεισόδια της σειράς. Ξεχωριστό βέβαια κεφάλαιο αποτελεί η μουσική, που εξαρχής διαθέτει και καταλυτικό ρόλο στην πλοκή, οι λογοτεχνικές αναφορές (το A Wrinkle in Time είναι καθοριστικό σημείο αναφοράς της τελευταίας σεζόν) και βέβαια, πρώτο και καλύτερο, τo D&D που προσφέρει στη σειρά κόσμους ολόκληρους αλλά και τη μυθολογία των κακών.

Ενώ λοιπόν το Stranger Things ασφυκτιά για να χωρέσει όλα τα homages που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του, ειδικά όσο προχωρούν οι κύκλοι, η αφήγησή του καταφέρνει να μείνει ζωηρή. Αυτό συμβαίνει διότι η αγάπη για την πολιτιστική κληρονομιά των 80s (όχι δηλαδή για την ίδια τη δεκαετία, όσο για την σημερινή πρόσληψή της) είναι μέρος του κορμού και όχι παράπλευρη στάση της ροής. Η σειρά προσπαθεί να λειτουργήσει με τη συναισθηματική ευθύτητα που διακρίνει τα βασικά σημεία των επιρροών της, όχι απλώς να μας τα υπενθυμίσει για να προξενήσει ένα τεχνητό συναίσθημα. Για παράδειγμα, η Eleven στην πρώτη σεζόν δεν είναι απλώς μια εξωτική παρουσία που φυγαδεύουν τα παιδιά με φόρεμα και περούκα, που αρχικά δυσκολεύεται να επικοινωνήσει, διαθέτει μεταφυσικές δυνάμεις και καταζητείται από τις αρχές, όπως ο E.T.. Ολόκληρη η αφήγηση του κύκλου διαπνέεται από τα ίδια θέματα: την έννοια του «ξένου», τη συναισθηματική – μη λεκτική επικοινωνία, την παιδική φαντασία ως μέθοδο εξερεύνησης του κόσμου των ενηλίκων.

Η αφήγηση βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα στον τρόμο και την ιστορία ενηλικίωσης. Παρά την κακοφωνία των ψηφιακών εφέ, η οποία ευτυχώς μετριάζεται με την είσοδο του ανθρωπόμορφου (και practical) αρχικακού Vecna στην τέταρτη σεζόν, ο τρόμος της είναι απαλλαγμένος από jump scares και στοχεύει σε ένα παλιομοδίτικο συναίσθημα διαρκούς απειλής. Ταυτόχρονα, ως coming-of-age η σειρά δημιουργεί μια ομάδα παιδιών που είναι πραγματικά αξιολάτρευτη. Στους αρχικούς κύκλους, η βασική ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τους ενήλικες, οι χαρακτήρες που ενσαρκώνουν ο Ντέιβιντ Χάρμπουρ και η Γουινόνα Ράιντερ είναι γραμμένοι ως πρωταγωνιστικοί. Σταδιακά, όμως, τίθενται στο περιθώριο, και αυτό προφανώς επειδή η τετράδα των αγοριών μας αφορά πολύ περισσότερο, με τα τελετουργικά της, τους κώδικές της, την πίστη της στην υπεράνθρωπη δύναμη της φιλίας. Στην πέμπτη σεζόν, ελάχιστες ώρες πριν το φινάλε, η μεταστροφή επιστεγάζεται και ρητά, όταν η Eleven λέει στον Μάικ ότι αυτή τη φορά δε μπορεί να γράψει ο ίδιος το τέλος και αυτός της απαντάει «Ίσως όχι. Αλλά μαζί μπορούμε. Εσύ, εγώ, ο Λούκας, ο Γουίλ και ο Ντάστιν. Γιατί αυτή είναι η ιστορία μας. Και ξεκινάει με το να πάρουμε τον Γουίλ πίσω».

Το μεγάλο ευτύχημα της σειράς είναι η αγάπη των δημιουργών για τους χαρακτήρες τους, ακόμα και αν μερικές φορές θέτει εμπόδια στην ομαλή πορεία των πραγμάτων. Πιθανώς δεν έχει υπάρξει άλλη σειρά τόσο mainstream που να εισάγει συνεχώς νέους χαρακτήρες και να καθίστανται σχεδόν αγαπημένοι του κοινού, ακόμα και στην πέμπτη σεζόν. Χαρακτηριστικά, η Μαξ (σεζόν 2), ο Έντι (σεζόν 4) και η Ρόμπιν (σεζόν 3) υπήρξαν αμέσως από τα πιο δημοφιλή μέλη του ευρύτατου καστ, ενώ και οι ηθοποιοί που υποδύθηκαν αυτούς τους ρόλους είδαν την καριέρα τους να ανθίζει κατευθείαν (Σέιντι Σινκ, Τζόζεφ Κουίν και βέβαια Μάγια Χοκ στις απαρχές μιας πολλά υποσχόμενης σταδιοδρομίας).

Παρότι δεν αποφεύγουν τις κακοτοπιές σε ορισμένα σημεία, όπως π.χ. την επαναφορά του ερωτικού τριγώνου (Νάνσι, Στιβ και Τζόναθαν) που μοιάζει απαρχαιωμένη και ξένη προς τον αφηγηματικό πυρήνα της σειράς, οι Ντάφερς γενικά δεν υποβιβάζουν τους χαρακτήρες τους σε στερεότυπα. Ειδική προσοχή επιδεικνύουν, άλλωστε, στους γυναικείους χαρακτήρες, που ποτέ δεν εκπίπτουν σε διακοσμητικούς ή μονοδιάστατους ρόλους (βλέπε τα badass κορίτσια της οικογένειας Γουίλερ). Παράλληλα, οι επιμέρους σχέσεις μεταξύ των ηρώων αναπτύσσονται με υπομονή και η χημεία των ηθοποιών είναι συχνά παροιμιώδης. Το πλέον δηλωτικό παράδειγμα είναι το απροσδόκητο ταίριασμα μεταξύ του Στιβ και του Ντάστιν, που υπηρετείται στην εντέλεια από τον Τζο Κίρι και τον Γκέιτεν Ματαράτσο.

Μία από τις συχνότερες αιτιάσεις που διατυπώνονται σε βάρος του Strangers Things είναι ότι αποφεύγει να απαλλαγεί από βασικούς χαρακτήρες. Το πολυπρόσωπο ensemble της σειράς αυξάνεται σε κάθε κύκλο, ενώ σχεδόν κανένας (και απολύτως κανένας από τους αρχικούς ήρωες) δεν πεθαίνει. Από τη σκοπιά της δραματουργίας, πράγματι αυτός ο δισταγμός των Ντάφερς δεν επιτρέπει στη σειρά να προσδώσει επιπλέον στρώσεις και επίπεδα στη συναισθηματική διαχείριση των χαρακτήρων, καθώς το πένθος είναι ένα από τα στοιχεία που προκαλούν έντονες διεργασίες και μεταβάλλουν τις παγιωμένες συνθήκες μιας σειράς. Επίσης, όταν κανείς ποτέ δεν υποκύπτει σε κάποια από τις θανάσιμες απειλές, γλυτώνοντας την τελευταία στιγμή από κάποιον από μηχανής θεό, εξασθενεί και η ένταση της απειλητικής συνθήκης στη σειρά. Από την άλλη, βέβαια, το κλίμα της σειράς περιλαμβάνει σταθερά γερές δόσεις παιδικής αθωότητας και είναι μάλλον ασύμβατο με τις μοιραίες εξελίξεις.

Αν μας έλεγε κανείς, πάντως, ότι σε μια σειρά η πιο έντονη συναισθηματικά στιγμή θα περιελάμβανε έναν χαρακτήρα να ίπταται προς τον θάνατο και να διασώζεται χάρη στο Running Up That Hill ή ότι ο πιο επίπονος από τους θανάτους χαρακτήρων (με την επιφύλαξη του φινάλε) σερβίρεται με το Master of Puppets θα νομίζαμε ότι πρόκειται για κάποια παρωδία. Και όμως, το Stranger Things ωθεί τα όρια της νοσταλγικής αναφοράς πέρα από το στυλ και ελευθερώνεται από το κιτς επειδή ακριβώς το αγκαλιάζει ολόψυχα, χωρίς κυνισμό ή ειρωνεία, με μια παιδική αφοσίωση που μας συγκινεί. Ίσως, από την άλλη, απλώς θυμίζει κάτι που ξέραμε ήδη, ότι η μουσική μπορεί να μας σώσει τη ζωή.

Φυσικά, στην αφήγηση και την κατασκευή της σειράς δεν είναι όλα ρόδινα. Μετά την πρώτη σεζόν, η οποία αποτέλεσε ένα στέρεο οικοδόμημα που μοίρασε ιδανικά τον χρόνο ανάμεσα στις μικρές στιγμές μεταξύ των χαρακτήρων, την κατασκευή του κόσμου και τη βασική ιστορία του μεταφυσικού μυστηρίου, σε καμία από τις επόμενες η ροή δεν ήταν τόσο αβίαστη. Ο τεμαχισμός της δράσης σε πολλούς αφηγηματικούς τόπους, όπως πραγματοποιείται στους επόμενους κύκλους, απομακρύνει χωροταξικά τους χαρακτήρες και προεξοφλεί μια συνταγή επανένωσης που καθίσταται μάλλον προβλέψιμη και συναισθηματικά άτονη. Αχίλλειος πτέρνα της σειράς, βέβαια, είναι η διαχείριση του ψυχροπολεμικού στοιχείου, ειδικά από τη στιγμή που ξεφεύγει από όρος της πολιτισμικής και πολιτικής πραγματικότητας της δεκαετίας και καθίσταται μέρος της πλοκής, με τη δράση να μεταφέρεται ατυχώς στη Σιβηρία και τον Χόπερ, έναν από τους πρωταγωνιστές των πρώτων κύκλων, να αναζητά αγκομαχώντας λόγο ύπαρξης. Η αλήθεια είναι πως οι Ντάφερς έπρεπε να τον έχουν αφήσει στον ηρωικό θάνατο του τρίτου κύκλου, όσο κι αν τον αγάπησαν.

Δυστυχώς, πάντως, η πιο αμήχανη πτυχή του Stranger Things είναι η διαχείριση του πλέον κεντρικού προσώπου, του πιο νευραλγικού του χαρακτήρα. Ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένη η Eleven την αναγκάζει να περιστρέφεται διαρκώς γύρω από τις ίδιες προβληματικές και να επιστρέφει σε καταστάσεις από τις οποίες έδειχνε να έχει διαφύγει, τόσο πρακτικά όσο και ψυχικά. Ενώ, λοιπόν, οι δεσμοί της με όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες, μικρούς και μεγάλους, έχουν θεμελιωθεί με κόπο στην πρώτη σεζόν, το σενάριο την επαναφέρει διαρκώς υπό την απειλή και το πατρονάρισμα του δρ. Μπρένερ, πραγματοποιώντας διαρκώς πισωγυρίσματα στην ανάπτυξή της, με αποτέλεσμα να τίθεται και αυτή σχεδόν στο περιθώριο ή τουλάχιστον σε δευτερεύουσα θέση σε σχέση με αυτούς που παραμένουν στο Χόκινς.

Οι υπόλοιπες ουσιώδεις ή επουσιώδεις ενστάσεις κατά βάση κάμπτονται στα φινάλε κάθε σεζόν, χάρη στην ικανότητα των Ντάφερς να κλείνουν τους κύκλους με ένταση και πληρότητα, ανιχνεύοντας πάντα ακριβώς εκείνο το σημείο όπου η ικανοποιητική κατάληξη συμπνέει με την ανυπομονησία για τη συνέχεια. Αντίστοιχα, η επιδεξιότητά τους στην κατασκευή του μικρόκοσμου κάθε σεζόν (π.χ. το εμπορικό κέντρο της τρίτης σεζόν), αποτέλεσε διαχρονικά ένα αντίβαρο για τις τεράστιες χρονικές αποστάσεις που χωρίζουν την κυκλοφορία κάθε κύκλου.

Μπορεί η σφραγίδα του Stranger Things να συντίθεται κατά βάση από το αισθητικό αποτύπωμα της φροντισμένης παραγωγής του και τον ήπιο sci-fi και horror χαρακτήρα του, αλλά η σειρά διεκδικεί μια θέση στην καρδιά για όλα εκείνα που πάλλονται πίσω από τη ρετρό βιτρίνα της. Η ομορφιά μιας φιλίας τόσο άδολης που μοιάζει με ουτοπία για την ενήλικη πραγματικότητα. Η σταδιακή μεταμόρφωση της ταυτότητας που συμβαίνει ανεπαίσθητα και αντί να μας απομακρύνει από τους ανθρώπους μας, μας φέρνει ακόμα πιο κοντά, υπακούοντας σε ένα σχεδόν μεταφυσικό συντακτικό. Ο βαθιά ριζωμένος φόβος, ότι όλα αυτά μπορεί να αποτελέσουν κάποτε ειδυλλιακό παρελθόν, περασμένα χρυσά χρόνια ξεγνοιασιάς όπου μπορούσε κανείς να βουτάει ολόψυχα στην καθημερινή του περιπετειώδη αποστολή. Η συγκρότηση μιας ετερόκλητης οικογένειας ως ασπίδας προστασίας από το κακό, γήινο και υπερφυσικό, και χώρου ελεύθερης έκφρασης του εαυτού. Ακόμα όμως και σε τερέν πυκνότερου συμβολισμού η σειρά αποδεικνύεται αρκετά πλούσια, δεδομένης της εφηβικής της προσέγγισης. Το Upside Down, λόγου χάρη, μια pop εκδοχή του Black Lodge που γνωρίζουμε από το Twin Peaks, είναι ένας τόπος που υπάρχει παράλληλα και «κάτω» από την πραγματική πόλη, με τις ίδιες ακριβώς τοποθεσίες και τα ίδια τοπόσημα του Χόκινς. Λειτουργεί ως ερεβώδης χώρος συγκέντρωσης και εκδήλωσης των φόβων, των απωθημένων και των τραυμάτων της ομάδας. Ένα πεδίο του υποσυνειδήτου που στερείται φωτός, μια απόκοσμη πίστα στη μετάβαση από την παιδικότητα στην ενηλικότητα.

Το κείμενο αυτό γράφεται λίγες μόνο στιγμές πριν το φινάλε της αμφιλεγόμενης πέμπτης σεζόν και ταυτόχρονα όλης της σειράς. Σε λίγες ώρες το Stranger Things θα παραδοθεί ως όλον στην τηλεοπτική ιστορία έτοιμο να επανεκτιμηθεί στο μέλλον, να προσεγγιστεί από επόμενες γενιές σινεφίλ που θα έχουν διαφορετική σχέση με τον κινηματογράφο των 80s, καθώς για αυτές θα αποτελεί ακόμα πιο μακρινή ιστορία. Ο χρόνος θα δείξει αν έχει τα φόντα να είναι μια από τις ελάχιστες σειρές του Netflix ικανές να αφήσουν μια αληθινή παρακαταθήκη που δεν εξαντλείται σε ένα πρόσκαιρο virality. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Ντάστιν, ο Λούκας, ο Γουίλ, ο Μάικ, η Eleven, η Μαξ, ο Στιβ, η Ρόμπιν, όλοι αυτοί οι αξιολάτρευτοι έφηβοι, διεκδίκησαν με αξιώσεις τη θέση τους ανάμεσα στις τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παρέες που μας κράτησαν ζεστή και γενναιόδωρη συντροφιά. Ακόμα και μόνο γι’ αυτό, θα τους φέρνουμε στον νου πάντοτε με αγάπη.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑