Σκηνοθεσία: Τζον Χιούστον
Παίζουν: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Γουόλτερ Χιούστον, Τιμ Χολτ, Μπρους Μπένετ
Διάρκεια: 126′
Ο συγγραφέας B. Traven, που εξέδωσε το μυθιστόρημα The Treasure of the Sierra Madre το 1928, παραμένει ακόμη και σήμερα ένα αερικό δίχως σάρκα και οστά. Η επικρατέστερη φήμη κάνει λόγο για έναν Γερμανό θεατρικό ηθοποιό και αναρχικό, που μετανάστευσε από την Ευρώπη αρχικά στις ΗΠΑ και μετέπειτα στο Μεξικό, εκεί όπου τοποθετείται και η πλοκή του έργου.
Ο Τζον Χιούστον ανέφερε κάποτε ότι μια ωραία πρωία είχε εμφανιστεί σχεδόν από το πουθενά μια σαρδανάπαλη φιγούρα στα γυρίσματα, κάτι μεταξύ Σαρλό και Αϊνστάιν, συστηνόμενος σε όλο τον κόσμο ως ο ατζέντης του B. Traven. Άπαντες θεώρησαν σχεδόν αυτονόητα πως ήταν ο ίδιος ο B. Traven, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε την ιστορία του μυστηριώδους επισκέπτη, τουλάχιστον φωναχτά.
Κατά κάποιον τρόπο, όλα τα παραπάνω βρίσκουν εφαρμογή και σε ό,τι αφορά τη μοίρα των ηρώων του βιβλίου και της κινηματογραφικής μεταφοράς του, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν ξεπηδήσει (και) από τις σελίδες ενός Τζόζεφ Κόνραντ ή ενός Κόρμακ ΜακΚάρθι. Οι τρεις άνδρες της ιστορίας, που ρίχνονται σε μια απελπισμένη αναζήτηση χρυσού στις κακοτράχαλες και επικίνδυνες πλαγιές του «βουνού» (ευφυώς δεν κατονομάζεται πουθενά στην ταινία εκτός από τον τίτλο), κατά βάθος γνωρίζουν το αναπόδραστο ριζικό τους. Παρόλα αυτά, ξεκινούν για έναν τόπο που μοιάζει με εθελούσια εξορία, ερήμην τους εγκλωβισμένοι σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Πολύ σύντομα, φλερτάρουν με την τρέλα, παραδίδονται στην απληστία, αγκαλιάζουν τον θάνατο, αναμετρούνται με την αμετροέπεια και την αναξιοπρέπεια και συντρίβονται με κρότο. «Ο θησαυρός της Σιέρα Μάδρε», μία από τις πρώτες χολιγουντιανές παραγωγές με γυρίσματα σε άλλη χώρα (Μεξικό), ξεδιπλώνεται σαν σκληρή προφητεία, μιας και απονέμει σε όλους τους πρωταγωνιστές το κισμέτ που τους αναλογεί, ενσαρκώνοντας μια αμείλικτη καρμική δικαιοσύνη.
Το The Treasure of the Sierra Madre έχει καταχωρηθεί στο συλλογικό σινεφίλ υποσυνείδητο ως μία από τις πιο εμβληματικές Bogart movies, αν και στην πραγματικότητα διαθέτει έναν ακόμη πιο ενδιαφέροντα και σαγηνευτικό χαρακτήρα, τον Χάουαρντ του Γουόλτερ Χιούστον. Σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε το εξής εξωφρενικό: ο Τζον Χιούστον σκηνοθέτησε τόσο μια ταινία στην οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ ερμηνείας ο πατέρας του (η συγκεκριμένη) όσο και μια ταινία στην οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ ερμηνείας η κόρη του (η Αντζέλικα Χιούστον στο Prizzi’s Honor του 1985).
Επιστρέφοντας στον Χάουαρντ του Γουόλτερ Χιούστον, σταδιακά συνειδητοποιούμε πως είναι εκείνος που κατά βάση κινεί τα αδιόρατα νήματα, παρότι αρχικά μοιάζει συμπληρωματικός ή περιφερειακός. Άλλοτε παλλόμενος από μια γλωσσολαλιά που συμπυκνώνει όλη την πρακτική σοφία του κόσμου, κι άλλοτε αποτραβηγμένος σε μια απόκοσμη σιωπή, ο Χάουαρντ γίνεται φορέας και κοινωνός μια βαθύτερης αλήθειας, που δεν μπορεί ποτέ να γίνει κατανοητή από όσους τον περιβάλλουν.
Κάτι σαν θεόσταλτος απεσταλμένος, λες και γεννήθηκε στην ερημιά της σκόνης και στο λιοπύρι, θαρρείς ταγμένος σε μια ιερή αποστολή να κατευνάσει τα αδιόρατα δαιμονικά του (κάθε) ανθρώπου. Έτοιμος και διατεθειμένος να φανεί υποχωρητικός όχι επειδή φοβάται τη σύγκρουση, αλλά επειδή γνωρίζει τα μελλούμενα από πρώτο χέρι, εξοπλισμένος παράλληλα με το διαβατήριο της (υπαρξιακής και εντέλει βιολογικής) σωτηρίας του: σε ένα κόσμο ατελείωτης ύβρεως, είναι ο σοφός μπαρουτοκαπνισμένος βετεράνος που επιδεικνύει σεβασμό όποτε και όπου αρμόζει.
Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, από την άλλη, υποδύεται έναν σαλεμένο καιροσκόπο, τυφλωμένο από μια αλόγιστη δίψα για άσκοπα πλούτη, αυλακωμένο από μια ζωή ανώφελη και ξοδεμένη, σαν σκόνη που τη σέρνει ο άνεμος. Ο Φρεντ Ντομπς του Μπόγκαρτ είναι κάτι περισσότερο από αντί-ήρωας ή villain: κουβαλά μέσα του την παράνοια της πλάνης, τη μέθη της πλεονεξίας, τον κανιβαλισμό του αμετανόητου ατομικισμού. Και η μοίρα τον φορτώνει με τη χειρότερη δυνατή τιμωρία, σαν ένα νοσηρό αστείο που σε κάνει να γελάς χωρίς σταματημό.
Ο Ντομπς, παρότι θα βρεθεί να χρωστά τη ζωή του στους δύο συνοδοιπόρους του, υποκύπτει σχεδόν αυτοστιγμεί στην ευκολία της προδοσίας, με το προαιώνιο πρόσχημα του φόβου ότι θα βρεθεί ο ίδιος προδομένος. Κι έχοντας πλέον διολισθήσει αμετάκλητα στην αλλοφροσύνη, θα βυθιστεί σε μια εσωτερική κόλαση που θυμίζει Μακμπέθ ή/και Βασιλιά Ληρ.
Στην πρώτη και τελευταία στιγμή που θα ξεφύγει από τον αρρωστημένο του φιλοτομαρισμό, θα αναρωτηθεί φωναχτά όχι για τον δικό του χαμό, αλλά για τη στημένη τράπουλα που έχει μοιραστεί σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σε έναν μονόλογο σαιξπηρικών απόηχων, ο Ντομπς αποδίδει στην ηθική συνείδηση του ανθρώπου τις πιο νοσηρές διαστάσεις. Είτε την κουβαλάς μέσα σου είτε θεωρείς πως έχεις απαλλαγεί από τα μάγια της, εκείνη θα βρει πάντα τρόπο να σε τιμωρήσει. Είτε για την αφελή σου πίστη είτε για την ασεβή σου απιστία.


















