Μια βαθιά θρησκευόμενη (ή και θρησκόληπτη θα έλεγε κανείς) επταμελής οικογένεια μετακομίζει σε μια απομακρυσμένη μικρή πόλη, στα βάθη των φιόρδ της Νορβηγίας. Στην πραγματικότητα, επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής της Νορβηγίδας μητέρας (η καλοκουρδισμένη Ρενάτε Ράινσβε), το συντηρητικό προφίλ της οποίας κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνει το στερεοτυπικό πρότυπο για το οποίο προδιαθέτει (στην εποχή μας) η εθνικότητά της. Ο Ρουμάνος πατέρας (ο αγνώριστος Σεμπάστιαν Σταν) από την άλλη, σε μία ακόμα μερική απόκλιση από την προβλεπόμενη ταμπέλα, διακατέχεται μεν από αναχρονιστικές πεποιθήσεις, ωστόσο το επάγγελμά του είναι πλήρως εναρμονισμένο με τη νορβηγική παραγωγική-τεχνοκρατική πραγματικότητα.
Παρότι η υποδοχή των νιόφερτων στο πολυδιαφημισμένο ανεκτικό νέο περιβάλλον δείχνει ανέφελη και θερμή, οι προοικονομίες της ρήξης είναι ορατές, μονολότι υποδόριες. «Εδώ δεν υπάρχει Δράκουλας» θα αστειευθεί αχρείαστα, αυτάρεσκα και υποτιμητικά ο γείτονας και διευθυντής του σχολείου στα παιδιά, την ίδια στιγμή που οι μαζώξεις της οικογένειας με την ντόπια κοινότητα των Ευαγγελικών μοιάζουν να γίνονται στα μουλωχτά, λες και πρόκειται για κάποιο κρυφό σχολειό ανεπιθύμητων και εξόριστων πιστών.

Σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία σύγκρουσης, μόλις καταφθάσουν οι πρώτες πιθανές ενδείξεις —αλλά ποτέ χειροπιαστές αποδείξεις— σωματικής κακοποίησης των παιδιών από τους γονείς τίθεται αστραπιαία σε εφαρμογή το αυστηρό πρωτόκολλο προστασίας από τις κρατικές υπηρεσίες πρόνοιας. Κι αυτή ακριβώς η αυτοματοποιημένη, σχεδόν ρομποτική, ενεργοποίηση ενός μηχανισμού που μπαλαντζάρει όλως περιέργως ανάμεσα στην ευελιξία και τη δυσκαμψία, ανάμεσα στην ελευθεριακότητα των δικαιωμάτων και τον νομικό καταναγκασμό, βρίσκεται (μεταξύ άλλων) στην καρδιά του Fjord.
Ο δεύτερος Χρυσός Φοίνικας στην καριέρα του Κριστιάν Μουντζίου, ο οποίος έχει θαρρείς καπαρωμένο στασίδι στα βραβεία των Καννών, πραγματεύεται ζητήματα της τρέχουσας ατζέντας, όπως τα ακήρυχτα cultural clashes που μαίνονται στο εσωτερικό της Ευρώπης, αλλά και τον κίνδυνο της ανελευθερίας που ενίοτε βρίσκει τη δίοδο να φωλιάσει ακόμη και στα πιο φιλελεύθερα περιβάλλοντα. Παρόλα αυτά, αν σκαλίσει κανείς λίγο πιο προσεκτικά, και παρά τον ανά στιγμές «βραβειοκεντρικό» τρόπο που εκφράζονται οι προβληματισμοί της ταινίας, τα ζητήματα που θίγει ανατρέχουν βαθύτερα από μια απλή αντιπαράθεση κοσμοθεωριών-κριτική του μοντέρνου δικαιωματισμού.

Αρχικά, ο δωρικά μονολεκτικός τίτλος της ταινίας σκιαγραφεί το φιλοσοφικό και πνευματικό πλαίσιο της ιστορίας. Σε αυτόν τον απομονωμένο τόπο, με τους μακρόστενους όρμους και τις επιβλητικές αλλά συνάμα περιοριστικές βουνοπλαγιές, οι άνθρωποι καλούνται να ενσωματωθούν και να εναρμονιστούν, ειδάλλως δεν έχουν περιθώριο να επιβιώσουν — σχεδόν μαγική η σκηνή παρατεταμένης «εξαφάνισης» δύο ανθρώπων που τους ακούμε συνεχώς να μιλούν αλλά αργούμε χαρακτηριστικά να τους δούμε.
Το παραπάνω αξίωμα εκκινεί προφανώς από συνθήκες αμιγώς πρακτικές (προσαρμογή στο κρύο και στο σκοτάδι, εξοικείωση με πολύ εξειδικευμένους κινδύνους, σαν τις καθημερινές χιονοστιβάδες που βλέπουμε στην ταινία) αλλά φυσικά επεκτείνεται εκθετικά και στο συνολικό modus vivendi και operandi. Διόλου τυχαία εξάλλου, σε μια φαινομενική παραδοξότητα, το παγωμένο τοπίο —κατά βάθος αφιλόξενο παρά την εκθαμβωτική ομορφιά του— δεσπόζει περισσότερα στα εσωτερικά πλάνα παρά στα εξωτερικά: τρυπώνει στο σπίτι της απροσάρμοστης οικογένειας, στα κτίρια των θεσμών και κατ’ επέκταση στα θεμέλια μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Από εκεί και έπειτα, η ξαφνική «εισβολή» ενός εξόφθαλμα οπισθοδρομικού συστήματος αξιών και διαπαιδαγώγησης σε ένα οικοσύστημα που βασίζει σε μεγάλο βαθμό την ευρυθμία του στην πλήρη ομοφωνία και ομοιογένεια λειτουργεί και σε δεύτερο συμβολικό επίπεδο. Η Νορβηγία, μια χώρα άλλοτε βαθιά λουθηρανική, με πλήρη συμμόρφωση στις προσταγές της προτεσταντικής ενοχής και ηθικής, ξαφνικά αναγνωρίζει στην ανεπιθύμητη οικογένεια ένα απρόσκλητο φάντασμα από το παρελθόν — ένα βαρίδι που νόμιζε πως είχε ξεφορτωθεί ή έστω καταχωνιάσει κάπου αθέατα (όπως τους περιθωριοποιημένους εγχώριους Ευαγγελικούς).
Ο Μουντζίου, παρότι διαχρονικά και φανερά επικροτεί την απαγκίστρωση από την τυραννική θρησκευτική αρτηριοσκλήρυνση (ας θυμηθούμε και το «Πίσω από τους λόφους»), θέτει μια σειρά από εύλογα και άβολα ερωτήματα, έστω και κάπως μονοκόμματα διατυπωμένα ανά στιγμές. Μήπως η υπέρμετρη βορειοευρωπαϊκή πίστη στο Κράτος και στο αλάθητο ορισμένων θεσμών που απολαμβάνουν δεσμευτική εξουσία εμπεριέχει κι αυτή ένα ποσοστό ανορθολογισμού, σαν μια άτυπη αναβίωση του διαφωτιστικού Υπέρτατου Όντος; Μήπως τα πατενταρισμένα αντανακλαστικά πρόληψης καταλήγουν ανά στιγμές να μπερδεύουν την ταχύτητα με τη βιασύνη; Μπορούν άραγε να συμβαδίσουν τόσο εύκολα και απνευστί η καλοδεχούμενη και αναγκαία προάσπιση νέων ελευθεριών με το καταστατικό φιλελεύθερο αγαθό της ατομικής ελευθερίας;

Το Φιόρδ σχολιάζει εμμέσως πλην σαφώς το δυσανάλογο της τιμωρίας που υφίστανται οι δογματικοί γονείς, στοιχείο που αυτόματα τους απονέμει ένα μικρό θετικό πρόσημο, χωρίς πάντως να τους χαρίζεται ή να τους ωραιοποιεί. Η καταπίεση που ασκούν στα παιδιά τους είναι αναντίρρητη, οι απόψεις τους ποτέ δεν σκιαγραφούνται ως οτιδήποτε άλλο παρά αναχρονιστικές, η συμμαχία τους με γραφικούς συντηρητικούς τούς αφαιρεί πόντους συμπάθειας.
Όσο για την αντίπαλη πλευρά, η ταινία την κρίνει ένοχη για διγλωσσία και αναντιστοιχία διακηρύξεων και πράξεων. Οι ίδιοι άνθρωποι που κόπτονται να αποδοθεί δικαιοσύνη στους γείτονες εθελοτυφλούν ασταμάτητα απέναντι στις δικές τους οικογενειακές ελλείψεις, παραλείψεις και παθογένειες, ενώ ακόμη και η αρχική επικοινωνία στα αγγλικά δίνει τη θέση της στην αποκλειστικότητα των νορβηγικών σε όλες τις κρίσιμες διαβουλεύσεις. Παρεμπιπτόντως, ο Μουντζίου μοιάζει να εμπνέεται —σε καμία περίπτωση όμως με την αντίστοιχη ένταση και ευστοχία— από μια τάση του σύγχρονου γαλλικού σινεμά (από το Ανατομία μιας πτώσης της Ζιστίν Τριέ μέχρι το Υπόθεση Γκολντμάν του Σεντρίκ Καν), καθώς κινηματογραφεί καλειδοσκοπικά και λεπτομερώς τη δικαστική διαδικασία, φροντίζοντας παράλληλα να σχετικοποιήσει τα όρια της αλήθειας και της ενοχής.

Φυσικά, υπάρχει ένα και μόνο σημείο σύγκλισης ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές: η πλήρης άρνηση να ακούσουν πραγματικά τα παιδιά, παρότι επικαλούνται συνεχώς το αντίθετο. Τα παιδιά, που ανέχονται τη διαφορετικότητα και νιώθουν ικανά να περπατήσουν σε δύο κόσμους ταυτόχρονα. Τα παιδιά, στα οποία εναποθέτει η ταινία την τελευταία της ελπίδα για κατανόηση, αποδοχή και αγάπη.


-->








